Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009


EΘΝΙΚΟΣ MΑΓΙΚΟΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ


Μια απόπειρα προσέγγισης του Ναζιστικού Μορφώματος και της συμβολικής του (4)


Πως άρχισαν όλα…

Είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι απίθανο, έργο Κυκλώπειο και Σισύφειο μαζί, να επιχειρήσεις να περιγράψεις, να αιτιολογήσεις, να ορίσεις και να προσδιορίσεις έστω, ένα φαινόμενο τόσο σύμπλοκο, τόσο περίπλοκο και σύνθετο όσο ο Εθνικοσοσιαλισμός. Διότι είναι σαφές πως εδώ συγκλίνουν, όπως οι παραπόταμοι στον μεγάλο ποταμό, όλες οι επιστημονικές και παρα-επιστημονικές προσεγγίσεις, από την Κοινωνιολογία και την Ιστορία έως την Ψυχανάλυση και τον Αποκρυφισμό, από την Πολιτική Οικονομία και την Θεωρία των Συμβόλων έως τις ξεχασμένες αρχαίες τέχνες και ‘επιστήμες’ που κάποτε απασχολούσαν βαθιά την ανθρώπινη σκέψη και πράξη. Την Αλχημεία, την Μαγεία, την Αστρολογία κ.α. Κανείς, σχεδόν, κλάδος της ανθρώπινης διανόησης, ακαδημαϊκής γνώσης και έρευνας, κανείς κλάδος της θεωρητικής ή εφηρμοσμένης επιστήμης δεν μπορεί να μείνει έξω από ένα φαινόμενο που αφορά τον άνθρωπο, την κοινωνική του δράση, την συμμετοχή του στην ιστορική εξέλιξη, την εμπλοκή του στην πρόοδο ή την οπισθοχώρηση του πολιτισμού. Κορυφαίοι ειδικοί αλλά και μεμονωμένοι ερευνητές, επί χρόνια και δεκαετίες, ασχολούνται και μελετούν, ερευνούν και αναζητούν τις πρωταρχές του Εθνικού – Μαγικού Σοσιαλισμού και δεν αφήνουν πέτρα που να μην σηκώνουν, αρχείο που να μην σκαλίζουν, πρόσωπο – σχετικό ή όχι – που να μην ενοχλούν, στην πυρετώδη αλλά και γοητευτική τους προσπάθεια να ερμηνεύσουν, επιτέλους, πως γεννήθηκε το παράδοξο, μυστηριώδες (;), παράλογο (;) και εκτροπικό αυτό μόρφωμα που υπηρέτησαν – συνειδητά ή ασυνείδητα – εκατομμύρια Γερμανών αλλά και μη Γερμανών, επί πολλά χρόνια. Υπηρέτησαν, εξέλιξαν και πολέμησαν γι’αυτό. Και όχι μόνο πολέμησαν αλλά και πέθαναν γι’αυτό.

Σε κάποιο αξιόλογο ντοκιμαντέρ του BBC – από τα αμέτρητα που έχουν γυριστεί και προβληθεί πάνω στο ευρύτερο θέμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – εμφανίζεται γηραιά κυρία – νέα και όμορφη την εποχή του Πολέμου – που με δάκρυα στα μάτια εξιστορεί την προσωπική της περιπέτεια. Ο καλός της, νεαρός φέρελπις της ‘Μεγάλης Γερμανίας’ και εμφορούμενος από τα Χιτλερικά ιδεώδη – θα δούμε ποια παρακάτω – έθεσε εαυτόν στην υπηρεσία της Πατρίδας όπως εκατομμύρια συνομηλίκων του. Η νεαρή, τότε, κοπέλα, δεν γνώριζε και πολλά από πολιτική. Το μόνο που γνώριζε ήταν πως όλα γύρω της άλλαζαν. Άλλαζαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα που κανείς δεν μπορούσε να συλλάβει. Άλλαζαν πολλά όχι μονάχα έξω και γύρω αλλά και μέσα κυρίως μέσα. Άλλαζαν νοοτροπίες, άλλαζαν συμπεριφορές, άλλαζαν προτεραιότητες. Φιλίες ετών χαλούσαν, χάνονταν, νέες γεννιούνταν, βασισμένες σε νέες, ‘ορθές’ και ‘υγιείς’ δομές και βάσεις. Η Γερμανία δεν ήταν η ίδια που είχαν γνωρίσει οι γονείς της, δεν θα ήταν ποτέ ίδια. Νέος άνεμος έπνεε από την Βαλτική έως την Βαυαρία, άνεμος που είχε μυρωδιά θειαφιού και πυρίτιδας, άνεμος που είχε μέσα του την Δύναμη αλλά και τον Θάνατο και σάρωνε τα πάντα, συνειδήσεις, ανθρώπινες σχέσεις, ιδεολογίες, πεποιθήσεις και αξίες. Νέα δόγματα κυριαρχούσαν, Αίμα και Τιμή. Καθαρότητα φυλετική, Γερμανική υπεροχή, Τελειότητα Τευτονική! Κάποιοι γηραιοί δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν σε τούτο το νέο, μολυσμένο αέρα και πλήρωσαν τις συνέπειες. Είτε έμειναν στο περιθώριο, είτε εκδιώχθηκαν, είτε βυθίστηκαν στην σιωπή της ήττας. Πολλοί όμως, πάρα πολλοί, το κύριο ρεύμα των Γερμανών, διαπνεόταν ξαφνικά, από ένα Βαγκνερικό ενθουσιασμό, ένα ντελίριο ανάτασης, ένα ωκεάνιο αίσθημα αυτοπεποίθησης, αποφασιστικότητας, έπαρσης, οίησης και αλαζονείας! Επιτέλους, η ντροπή της ήττας ξεπλενόταν, η αναιμική ‘δημοκρατία’ της Βαϊμάρης έμπαινε στο σεντούκι της λήθης, η Γερμανία αναγεννιόταν, ήταν ξανά μεγάλη, ισχυρή, εύρωστη, θαλερή, σαν κατάφρακτος πολεμιστής του Μεσαίωνα, σαν αήττητος τιμωρός με πύρινη ρομφαία που ήρθε να σαρώσει τις χαμερπείς, προσκυνημένες συνειδήσεις των ‘ήπιων’ οπαδών της ‘συνύπαρξης’ των ‘δειλών’ ειρηνιστών, των ουτιδανών φορέων της… παγκόσμιας αλληλεγγύης και συνεργασίας. Και το… ζωογόνο τούτο δηλητήριο, πότιζε το αίμα και το πνεύμα των νεαρότερων από τους Γερμανούς αλλά και όσους ήταν στην ψυχή και στο αίμα Γερμανοί και Άρειοι, κι ας μην είχαν γεννηθεί στα ιερά χώματα της χώρας του Γκαίτε, του Σίλλερ και του Βίσμαρκ. Και κατά χιλιάδες τα ξανθά Γερμανόπουλα πλημμύριζαν τις τάξεις της Νεολαίας του Χίτλερ, παρήλαυναν στο Ζέπελιν της Νυρεμβέργης, συνωστίζονταν για να δουν τον Μεγάλο Ηγέτη να περνάει και να τον χαιρετίσουν με την παλάμη ορθωμένη όπως χαιρετούσαν κάποτε οι Αζτέκοι και οι Μάγιας τον Θεό Ήλιο! Κι όταν ξεκίνησε ο πόλεμος – επιτέλους – ενάντια στις σάπιες και παλαιές δημοκρατίες της Ευρώπης, κανένα από αυτά τα παιδιά δεν διανοήθηκε να μείνει μακριά από το γλέντι. Ο έρωτας για το παράλογο είχε μεταλλαχθεί σε ένα θανατηφόρο εκστασιασμό σε ένα πυρετό και μια μέθεξη πρωτοφανή.

Την απόφαση του αγαπημένου της νεαρής Γερμανίδας του ντοκιμαντέρ, να υπηρετήσει στα υποβρύχια του Ντένιτς, δεν την καταλάβαινε ακριβώς, όμως ήταν υπερήφανη, όπως κάθε άλλη κοπέλα της εποχής της που ο αγαπημένος της θα γινόταν ένας ακόμη ήρωας του ‘απαραίτητου’ πολέμου για την συντριβή των ‘παρηκμασμένων’ πολιτισμών και την ανατολή του χιλιοποθούμενου Χιλιετούς Ράιχ. Το υποβρύχιο του νεαρού Άρειου, κίνησε από τη Βαλτική, κάποια μέρα του Ιούνη του ’41 για τα νερά του Ατλαντικού, με απόρρητη αποστολή φυσικά. Η αποστολή όλων των ‘γκρι λύκων’ του Ντένιτς δεν ήταν άλλη, από την καταστροφή των Βρετανικών νηοπομπών που κυριαρχούσαν στις θάλασσες δυτικά της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Τα περίφημα U-Boats, εφοδιασμένα και με την εκπληκτική μηχανή Enigma με τους στριφνούς κωδικούς, άλλο ένα μεγαλειώδες επίτευγμα της τεχνολογικής υπεροχής της Νέας Γερμανίας, είχαν μεγάλες επιτυχίες στα πρώτα χρόνια του αιματηρού παγκόσμιου πολέμου και φούσκωναν τα στήθη του Χίτλερ με υπερηφάνεια. Ήταν ακόμα οι χρυσές εποχές της Ναζιστικής κυριαρχίας σε θάλασσα, γη και αέρα. Και επειδή δρούσαν πολλά μαζί πέφτοντας πάνω στις νηοπομπές σαν αγέλη λύκων στα θηράματά τους, έλαβαν το προσωνύμιο ‘γκρίζοι λύκοι’! – από το χρώμα των υποβρυχίων. Η αγωνιούσα κοπέλα, πρόλαβε να απολαύσει ένα και μοναδικό γράμμα από τον ένστολο αγαπημένο της. Λόγια ενθουσιασμού και εθνικοσοσιαλιστικού πάθους πλημμύριζαν τη λευκή σελίδα από τον νεαρό ναύτη και απόλυτη πίστη πως ‘εκείνος που μας οδηγεί, εγγυάται την νίκη στα όπλα μας!’. Και η νεαρή Γερμανίδα περίμενε την επιστροφή του. Όμως, ο συγκεκριμένος ‘λύκος’ δεν ήταν γραφτό να επιστρέψει στην ασφάλεια της ‘φωλιάς’ του και το μόνο που έμαθε η νεαρή κοπέλα, από το σχετικό σύντομο και ξερό σημείωμα που έλαβε η οικογένειά του, ήταν πως πολέμησε ηρωικά και έχασε τη ζωή του σε κάποιο σκοτεινό και παγωμένο βυθό του Ατλαντικού ‘για την δόξα του Τρίτου Ράιχ και την βέβαιη νίκη’! Η κυρία που εξιστορούσε το προσωπικό της δράμα, παρόμοιο με εκατομμυρίων άλλων γυναικών της εποχής αλλά και κάθε πολέμου, αναρωτιόταν, ακόμη και δεκαετίες μετά τι ήταν αυτό που είχε ενθουσιάσει τόσο πολύ, που είχε εμπνεύσει τόσο βαθιά, που είχε μεταμορφώσει τόσο αποφασιστικά έναν απλό νεαρό Γερμανό και τον είχε κάνει να… ερωτευτεί το παράλογο! Και καθώς κυλούσαν τα δάκρυά της ενώπιον του κοινού, ακόμη κουνούσε με απορία το άσπρο από τα χρόνια κεφάλι της. Εκείνη έζησε βέβαια. Και έζησε πολύ. Ο καλός της δεν πρόλαβε να δει το ‘όραμα’ να γκρεμίζεται, το Βερολίνο να λιώνει κάτω από τις ερπύστριες του Ζούκοφ, το σπίτι του να γίνεται σωρός ερειπίων από τις βόμβες του Πάττον, τους γονείς του να πεθαίνουν από κάποιες αδέσποτες συμμαχικές οβίδες. Ο νεαρός έπεσε νωρίς και ήταν τυχερός. Η όμορφη κοπέλα του – που ποτέ δεν ξεπέρασε τον χαμό του – έζησε. Μέσα από το παρανοϊκό, το ψευδές, το γελοίο, το άθλιο, το μηδέν που αποδείχθηκε το μεγαλεπήβολο όραμα όσων δέθηκαν στο άρμα του Διαβόλου και πήραν στη κόλαση μαζί τους εκατομμύρια αθώων ή… όχι και τόσο αθώων, εκείνη έζησε. Δίπλα στις εκατόμβες Εβραίων αποστεωμένων, Τσιγγάνων παραμορφωμένων, Σλάβων σκελετωμένων, Ρώσων και άλλων ‘υπανθρώπων’ πρόωρα γηρασμένων και αποτρελαμένων, εκείνη έζησε. Κι έζησε για να διηγείται ξανά και ξανά, όπως και τόσες άλλες, όλες τις Πράξεις του δράματος. Οι πρώτες δυο, τρεις ήταν γεμάτες χαμόγελα, αισιοδοξία, Τευτονική αυτοπεποίθηση, πύρινους λόγους από διαπρύσιος κήρυκες, ζεστές χειραψίες από παχυλές παλάμες. Οι πρώτες Πράξεις ήταν το παιγνίδισμα των ερωτευμένων που ερωτοτροπούν αθώα, αγνοί και όμορφοι στις ταινίες της Ρίφενσταλ. Οι πρώτες Πράξεις ήταν τα σφριγηλά, γυμνασμένα κορμιά των Ολυμπιονικών του Βερολίνου και τα πλατιά χαμόγελα με τα κάτασπρα δόντια από τις δυνατές αγρότισσες της πανάρχαιης και ιερής γερμανικής επαρχίας. Οι πρώτες Πράξεις ήταν οι απίθανοι σχηματισμοί με ακρίβεια μπαλέτου, των Ες Ες και των ειδικών αγημάτων στις γιορτές της Ημέρας του Κόμματος.

Οι τελευταίες Πράξεις όμως…

Δεν υπάρχουν σχόλια: