Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Το Ελληνικό Θεώρημα


Από την ενεργητική οδό της μύησης

στην

διά της πίστεως δικαίωση




"Διότι, επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν διά της σοφίας, ηυδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας.

Επειδή, και οι Ιουδαίοι σημείον αιτούσι, και οι Ελληνες σοφίαν ζητούσιν.ημείς δε κηρύττομεν Χριστόν εσταυρωμένον, εις μεν τους Ιουδαίους σκάνδαλον, εις δε τους Ελληνας μωρίαν."

(Α΄ Κορ. 1,21-23)


Στις στιγμEς της έντασης, συνHθως είμαστε απόλυτοι, αφοριστικοί και ξεροκέφαλα κοντόθωροι. Δεν είμαστε τυχαία έτσι. Αισθανόμαστε ηδονή, ευεξία και πλήρωση και, ας μην γελιόμαστε, είναι όμορφο να αισθανόμαστε εσωτερικά πλήρεις. Ακόμη κι αν αργότερα, την επόμενη ημέρα, την επόμενη εβδομάδα ή τον επόμενο χρόνο έχουμε αναθεωρήσει κατά μεγάλο ποσοστό όλα εκείνα που μάς έδωσαν τούτα τα συναισθήματα. Μπορεί να τα έχουμε αναθεωρήσει, αλλά αμφιβάλλω αν τα έχουμε απωθήσει κιόλας, κάτι που είναι, φυσικά, εντελώς διάφορο.

Μιας τάξης ζήτημα είναι το να αναγνωρίσεις πως στην δυναμική της μάχης κι αν δεν είσαι δυνατός, αισθάνεσαι δυνατός.

Άλλης τάξης ζήτημα είναι να αναγνωρίσεις ποιοι είναι οι αντίπαλοι, ή οι εχθροί και γιατί θέλεις να τους εκμηδενίσεις.

Στις στιγμές της απουσίας της έντασης -και όχι στις αντίστοιχες της ηρεμίας ή της εσωτερικής σιγής, που είναι διαφορετικής κατάστασης πραγματικότητες- αισθάνεσαι διαλλακτικός, επαφικός, επικοινωνιακός, έχεις σφαιρικότερη αίσθηση του δικαίου και πιστεύεις πως, τελικά, ακόμα και θέσεις που μάχονται η μια την άλλη λυσσαλέα, μπορούν να συγκλίνουν ακόμη και να συμπλεύσουν και να εκφορτιστεί περίσσεια ενέργειας που σε αναστατώνει.

Και κάπως έτσι θα πρέπει να είσαι όταν καταπιάνεσαι με τομείς κυκλώπειους όπως είναι η λατρεία των Ελλήνων και θέλεις να εισέλθεις σε χώρες απέραντες όπως είναι η Ελληνική Γραμματεία και παράδοση. Ήρεμος, διαλλακτικός και ευρύνους. Όμως τώρα, θέλω να επιχειρήσω να ξεκινήσω αντίστροφα. Από το σήμερα προς το χθες. Και ίσως έτσι αποκτήσω κάποιες σταθερές απαραίτητες και ορόσημα αναγκαία για να μην χαθώ στις απέραντες χώρες των Ελλήνων.

Εάν ο Χριστιανισμός είναι επανάσταση όχι μονάχα στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος οργανώνει την καθημερινή του ζωή και διαμορφώνει συμπεριφορές και πράξεις αλλά κυρίως στο πως έρχεται σε επαφή με το θείο -το Θεό- και διαλέγεται μαζί Του, μπορεί να προκύψει ίσως και από μια απλή φράση του Παύλου:


"ότι εάν ομολογήσης διά του στόματός σου τον Κύριον Ιησούν, και πιστεύσεις εν τη καρδία σου ότι ο Θεός ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών, θέλεις σωθή"

(Ρωμ. 10,9)


Ναι, νομίζω πως και μόνο αυτή

η απλή φράση να είχε διασωθεί από τις πολλές επιστολές του Αποστόλου των Εθνών, θα αρκούσε για να θεμελιώσει μια πνευματική επανάσταση.

Είναι μια ρήση, μια διατύπωση, ένας αφορισμός, μια θεώρηση που δεν έχει το προηγούμενό της στην ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος, των θρησκειών, των γνωστών λατρειών και δοξασιών απανταχού της υφηλίου.

Είναι ένας άξονας από τους αμετακίνητους στην δογματική της θρησκείας του Ναζωραίου, είναι ακρογωνιαίος λίθος, σημείο αναφοράς, η πεμπτουσία της χριστιανικής θεολογίας.

Ομολογείς ότι πιστεύεις στον Εσταυρωμένο και σώζεσαι.

Διά της πίστεώς σου, δικαιώνεσαι, σώζεσαι.

Προϋπόθεση της σωτηρίας, απλά και μόνον η πίστη.

Είναι μια από τις σπουδαιότερες επαναστάσεις του ανθρωπίνου πνεύματος. Οι Έλληνες δεν απετόλμησαν να διατυπώσουν μια τέτοια θεώρηση, νομίζω πως δεν θα πρέπει να πέρασε ποτέ από το νου τους.

Ο Παύλος όμως δογματίζει λυτρωτικά, απλά και μιμείται τον Κύριο.

Γιατί, ποιος είναι ο μοναδικός άνθρωπος για τον οποίο είμαστε απολύτως σίγουροι πως βρίσκεται στον Παράδεισο;

Κάποιος από τους μαθητές και Αποστόλους που όργωσαν όλο τον τότε γνωστό κόσμο κηρύττοντας τον Λόγο και βρίσκοντας μαρτυρικό θάνατο; Όχι.

Κάποιος άγιος ή Πατέρας της Εκκλησίας που αφιέρωσε τη ζωή του στην άσκηση, την προσευχή, την αγία ζωή; Όχι.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας κοινός ληστής, ένας καταδικασμένος στην χειρότερο και ατιμωτικότερο θάνατο. Ένας άνθρωπος που η ζωή του ήταν γεμάτη αμαρτίες, αδικίες και κανένα έργο χριστιανικό. Κι όμως, ο ληστής αυτός, έχει την διαβεβαίωση του Θεανθρώπου[1] ότι θα είναι μαζί του στον Παράδεισο!!!

Ο Παύλος μιμείται τον Ιησού στον σταυρό και κηρύττει: Πίστεψε και θα σωθείς. Ομολόγησε την πίστη σου και θα σωθείς.

Η μεγαλύτερη, ως τότε, επανάσταση στην ανθρώπινη σκέψη, στον ανθρώπινο λογισμό, στο σύμπαν των έλλογων όντων. Και δεν διστάζει να το επαναλάβει προς εμπέδωσιν.


"Διότι, πας όστις επικαλεσθεί το όνομα του Κυρίου, θέλει σωθή"

(Ρωμ. 10,13)


Μπροστά σ'αυτό το επιχείρημα του Παύλου, ο Ελληνορωμαϊκός κόσμος, ένα άρτια δομημένο σύμπαν χιλιετηρίδων, καταρρέει και αποστυντίθεται!

Τι να αντιτάξεις σε μια τόσο απλή, τόσο σαφή, τόσο "βολική" θεώρηση;

Πως να μιλήσεις για κοσμολογία, αστρονομία, φυσική, τέχνη, ιατρική, μουσική, ηθική και 'σεπτά μυστήρια' όταν μέσα σε δυο φράσεις όλα αυτά γίνονται περιττά, αχρείαστα και, εν τέλει, αποπροσανατολιστικά;

Παρά την εμφανή απογοήτευσή μου, θα αποτολμήσω να διερευνήσω τι εννοούσαν οι Έλληνες με την λέξη μύηση για να διακριβώσω και τις -ελάχιστες πάντως- πιθανότητές μου να απορρίψω τον "λακωνικό" Παύλο και να εμμείνω στην στέρεη πεποίθησή μου πως το οικοδόμημα των Ελλήνων ήταν υπερτελές και ουδεμίαν ανάγκη είχε από συμπληρώσεις, νοθεύσεις ή επαναστάσεις.

Ας πάρουμε βαθιά ανάσα λοιπόν.

Μύηση λοιπόν σημαίνει είσοδος, εισδοχή (λατ. ρίζα initium εκ του οποίου το initiation). Άρα, μυημένος είναι εκείνος που έχει εισέλθει. Που όμως; Και γιατί; Λοιπόν, οι πρόγονοί μας, όπως και όλοι οι αρχαίοι πολιτισμοί- "προχριστιανικούς" τους λένε μερικοί- είχαν κάποιες... ιδιορρυθμίες, κάποιες αποκλίσεις από την 'ορθόδοξη' συμπεριφορά στα μεγάλα συστήματα Γνώσης και Αληθείας που κατά εποχές και τόπους ίδρυσαν και απεκλήθησαν 'Μυστήρια'. Δεν δέχονταν και δεν ανέχονταν τους ράθυμους, τους οκνηρούς, κοινώς, τους τεμπέληδες. Ήταν μια 'διαστροφή' τους, ας πούμε από την οποία όμως δεν μετακινήθηκαν ποτέ. Όσοι ήταν διψασμένοι για να μάθουν έπρεπε πρώτα να 'πάθουν' και σε αυτό, επίσης, είχαν μια... στενοκέφαλη επιμονή. Τα μεγάλα και διάσημα 'Πανεπιστήμια' της αρχαιότητας δεν κρατούσαν μαθητευόμενους ανεπαρκείς ή απρόθυμους και δεν συγχωρούσαν την αμέλεια, την κουτοπονηριά και την φυγοπονία. Αντιθέτως, είχαν επινοήσει -ή κληρονομήσει- πολύπλοκα και επίπονα συστήματα βαθμιδωτής ανέλιξης του επιπέδου των μαθητών τους, δια των οποίων οικοδομούσαν προσωπικότητες και οντότητες υψηλότατης στάθμης. Δέχονταν σχεδόν τους πάντες όμως ελάχιστοι 'αποφοιτούσαν', οι αληθινά άριστοι. Με αυτή την έννοια, οι αρχαίοι, Αιγύπτιοι, Έλληνες κ.α., ήταν πραγματικοί οπαδοί της αριστο-κρατίας.

Ξέρουμε πως ένας από τους αυστηρότερους διδασκάλους της αρχαιότητας ήταν ο Πυθαγόρας, ο οποίος έθετε σε πολλαπλές και κοπιώδεις δοκιμασίες τον οιονδήποτε ήθελε να γίνει μέλος του κοινοβίου του. Και όταν ακόμη τον έκανε δεκτό ως Ακροατή, του επέβαλλε την -εξωφρενική για τις ημέρες μας- δοκιμασία της πενταετούς σιωπής, στην διάρκεια της οποίας, το δόκιμο μέλος ήταν παρόν στις συνεδρίες των αδελφών, χωρίς να μπορεί να παρέμβει, να διατυπώσει άποψη, να διαφωνήσει. Αλλά και όλους τους μαθητές του, σε όλες τις βαθμίδες έλεγχε καθημερινά και επίμονα για το αν έχουν αποκτήσει ευχέρεια στη μάθηση και στην απομνημόνευση[2], εάν έχουν αποκτήσει ταχύτητα στην παρακολούθηση των μαθημάτων[3], και ενέκρινε τους πραγματικά ικανούς να παραλάβουν την σοφία του και τότε επιχειρούσε να τους μυήσει στην επιστήμη του[4].

Για τους Έλληνες, ο δρόμος προς την 'θέωση' ξεκινά από τον άνθρωπο, από τον εσωτερικό άνθρωπο, τον πνευματικό άνθρωπο. Πριν μιλήσουν για τους θεούς, το θείο και πως να έρθεις σε επαφή με αυτό, ενδιαφέρονταν να οικοδομήσουν έναν πλήρη, άρτιο και ευτυχή άνθρωπο. Η πορεία λοιπόν ήταν από κάτω προς τα άνω. Γι'αυτό και ήταν υπέρμαχοι της λεγόμενης 'ενεργητικής οδού'. Μιας οδού που απαιτούσε δουλειά, μόχθο και συνεχή προσπάθεια από τον μαθητευόμενο. Μιας οδού που ήταν σπαρμένη με αγκάθια και γεμάτη εμπόδια και παγίδες.

Στο ελληνικό στερέωμα, δεν υπάρχει 'εκ των άνω' σωτηρία, η πορεία είναι μοναχική, σκληρή και απαιτητική.

Στο ελληνικό σύμπαν δεν περιμένεις κανέναν να σε σώσει 'κατά την πίστη σου' αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι θα θερίσεις ό,τι εσύ έσπειρες.

Μονάχα μια είναι η οδός του ελληνικού κόσμου. Η ενεργητική.

Η Μύηση είναι η κατεξοχήν έκφραση της ενεργητικής οδού.

Όμως, ο Παύλος, είχε διαφορετική άποψη.

Οι χριστιανοί Πατέρες, είχαν διαφορετική άποψη.

Οι περισπούδαστοι Σχολαστικοί θεολόγοι είχαν διαφορετική άποψη.

Στο χριστιανικό κόσμο, η πορεία είναι εκ των άνω προς τα κάτω. Για τον χριστιανό, το σημαντικό δεν είναι να θέλει εκείνος να πλησιάσει το θεό αλλά να πλησιάσει ο Θεός εκείνον.

"...ουχί ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ'ότι αυτός ηγάπησεν ημάς και απέστειλε τον Υιόν αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών"

(ΑΊωάν. 4,10)


Ο χριστιανός γνωρίζει καλά πως ό,τι κι αν εκείνος πράξει στη ζωή του, όσο καλός και συνετός και δίκαιος και αν είναι, δεν έχει εξασφαλίσει την σωτηρία του. Είναι ένα παράδοξο που ανήκει, φυσικά στην περίφημη υπέρλογη και μυστηριακή και ανεξιχνίαστη θέληση και σοφία του Πατέρα. Το σχήμα 'πράττω καλώς -> οδεύω στον Παράδεισο', δεν λειτουργεί. Όπως επίσης δεν λειτουργεί και το αντίστροφο: 'πράττω κακώς -> οδεύω στην Κόλαση'. Ο ελληνικός κόσμος, ο κόσμος του Ορθού Λόγου και του αυθυπεύθυνου του ανθρώπου πάει περίπατο. Όποιον θέλει ο Κύριος εκείνον και σώζει, κάτι, που όπως λένε και οι εγκυρότεροι θεολόγοι, θα πρέπει εμείς οι άνθρωποι, να δεχθούμε ταπεινά, ως δούλοι του Θεού και να το... καταπιούμε αφού, έτσι ή αλλιώς, λόγος δεν μάς πέφτει. Εκείνος που δημιούργησε τους γαλαξίες και τα σύμπαντα, δεν θα δώσει αναφορά σε ένα μυρμήγκι για την συνθλιβή ή την σωτηρία του.

Τι θα μπορούσε να προσθέσει κανείς στην εξ'αποκαλύψεως και άρα πέρα από κάθε έλεγχο και αντιγνωμία αυτή απόλυτη θέση;…




[1]"Αληθώς σοι λέγω, σήμερον θέλεις είσθαι μετ'εμού εν τω παραδείσω" (Κατά Λουκά, 23-43)

[2]"περί ευμαθείας και μνήμης εσκόπει" (Ιαμβλιχου, Περί του Πυθαγορικού Βίου)

[3]"ει δύνανται ταχέως και σαφώς παρακολουθείν τοις λεγομένοις", (Ως άνω)

[4]"τους τε αρμόζοντας τοις αγαθοίς της παρ'εαυτώ σοφίας ενέκρινε και ούτως επί τας επιστήμας ανάγειν επειράτο" (Ως άνω)

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009


Σε κοιτάζω, δεν σε ιχνεύω... αν και κάποτε θα μπορούσα, με μια μου κίνηση, με μια μου λέξη, να αποδομήσω αυτό το ψεύτικο δάκρυ που έχεις επινοήσει να δροσίζει την αισιοδοξία σου... σε κοιτάζω, νυχτοπατώ στα όνειρά σου και απλά σε θεωρώ... αν ήθελες να πιστέψεις ότι υπάρχω, αν ήθελες να υπάρξεις μέσα από τούτη τη πίστη, θα με καταλάβαινες, θα με προσκαλούσες ή, αν θα ήθελες να με ελευθερώσεις, θα με εξόντωνες, εύκολα, απλά, ήρεμα...
όσο μου επιτρέπει η ακηδία σου, όσο με προσκαλεί η ραθυμία σου, όσο με μεθά η ουδετερότητά σου, αυτό το αχρωμάτιστο που σε χαρακτηρίζει, όσο δεν με ακυρώνει το νεύμα σου, το δικό μου θα σε παρακολουθεί... όπως ο λύκος που μπορεί να περιμένει να κουραστεί το ελάφι και μετά, σε κείνο το εκατοστό της απρονοησίας, σε κείνο το δειλό ακροπάτι της αφέλειας, επιτίθεται, γραπώνει, κατακτά, αφομοιώνει...
Θα σε παρατηρώ, αλλά την υπέρβαση του αδελφού μου λύκου δεν έχω την ενέργεια να την πραγματώσω, να τη βιώσω... και γι'αυτό είμαι ένα φάσμα στον κόσμο σου, και γι'αυτό είμαι απρόσωπος ως και στο δικό μου...

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009




Απέναντι

Μια σπουδαία ευκαιρία

να περάσουμε το ποτάμι

να πάμε απέναντι

απέναντι είναι όλα αυτά που ονειρευτήκαμε

απέναντι είναι όλα εκείνα που φανταστήκαμε

να περάσουμε τούτο το ποτάμι

το ποτάμι της θλίψης

το ποτάμι της ανάγκης

Μια μεγάλη ευκαιρία

να δούμε επιτέλους τον εαυτό μας

πώς είναι ολόκληρος

πώς είναι ακέραιος

πώς είναι «πραγματικά» ο εαυτός μας

όχι τούτος ο μικρόσωμος που μας φορτώσανε

όχι τούτος ο αναιμικός που κουβαλάμε

μα ο άλλος, ο αληθινός

ο ηρωικός εαυτός μας

απέναντι

στην απέναντι όχθη

Μια σπουδαία ευκαιρία

να γιορτάσουμε την υπέρβασή μας

επιτέλους δικαιώθηκε η ζωή μας

και περιεχόμενο έχει

αυτό που πάντα πιστεύαμε

μονάχα ένα εμπόδιο έχει απομείνει

τούτο το στενό ποτάμι να διαβούμε

δέκα, είκοσι, σαράντα βήματα

να γίνουμε ό,τι ήταν να γίνουμε

να ορθώσουμε το ανάστημά μας

μονάχα λίγα βήματα

εκατό, διακόσια, χίλια τόσα

Μια τελευταία ευκαιρία

πριν ο καιρός μας τελειώσει

στην απέναντι όχθη

ένας άλλος κόσμος

ένας άλλος εαυτός

όχι αυτός εδώ που χρόνια και αιώνες

σαν αλυσίδα σέρνουμε μαζί μας

όχι αυτή η άθλια, φτωχή σκιά

η σκοτεινιά του είναι μας

ένας άλλος άνθρωπος

ένας άλλος εαυτός

ναι, ένας άλλος

ολόφωτος, αθάνατος εαυτός!

απέναντι

στην απέναντι όχθη

07/03/2006




Τους στίχους πια δε θα τους βασανίζω

όπως γεννιέται κάθε καινούργιο αστέρι

και γίνεται ήλιος μακρινός κι απρόσιτος

έτσι θ’αφήνω κάθε μου λυγμό

και κάθε νύχτιο σπαραγμό

να ανθίζει μέσα μου και να με πνίγει…


Οσα που άφησες έτσι τα έχω

σαν ιερά τοτέμ, σαν είδωλα

κάποιας αρχαίας λατρείας που ξεχνιέται

λίγο λίγο κι αφήνεται

μα έχει ακόμη ένα τελευταίο της οπαδό

προσκυνητή μοναχικό και ικέτη

μες στο διάπυρο σύμπαν της καρδιάς του

όλη η αγάπη είναι πάντα ζωντανή

όλη η ελπίδα, όλη η αγωνία κι όλος ο φόβος

και τούτο είναι που κάνει τη ζωή του ακριβή

τον τελευταίο ναό ακέραιο να φυλάει

τίποτε να μην αφήσει να χαθεί

και φυλαχτό στο στήθος

τη λατρεία τούτη να φοράει…


Όχι, τους στίχους μου άλλο πια δε βασανίζω

ο,τι με ανέστησε, αυτό αγγίζω

ό,τι μ’ελευθέρωσε, ό,τι με σκλαβώνει

κάθε πρωινό στη δροσερή ματιά σου

γλυκά ν’ανθίζω

και κάθε βράδυ τ’όνειρο που ζήσαμε

να με σκοτώνει


11/12/2004


Ήλιοι μακρινοί

Απέκτησα μια κακή συνήθεια

να μετρώ τα πέταλα των λουλουδιών

αντί να τα σκοτώνω

και είμαι πληγωμένος μίσχος

που ολοένα γδέρνεται

κι όμως αντέχει ακόμα...

Κράτησα μια πικρή υπόσχεση

να κοιτάζω πάντα τα αστέρια

και να μη φοβάμαι

γιατί ο κόσμος που ζω είναι το πυκνό σκοτάδι

και τα χαμόγελα είναι ήλιοι μακρινοί...

Λυπάμαι που

δεν αφήνω κάποιο δάκρυ τώρα που φεύγεις

αλλά δεν έχω πια άλλα να σου δώσω

εκτός από ένα χαρτί που έχω γράψει κάτι για σένα

"συρρικνώνομαι"

κι ένα κουτί με σπίρτα

να το κάψεις...

16/5/2001