Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009


Μυστικός


Ντύνομαι αίμα

Και γίνομαι πολεμιστής δεινός

θα γκρεμιστώ από τα βράχια της Ισσού

Για του Αλέξανδρου την αιώνια δόξα

θα ξεχαστώ εγώ με απροθυμία

Για να λάμψει στο Μακεδόνα στρατηλάτη

Του Φοίβου η τρέλα…


Ντύνομαι επίκληση

Με τον Ενώχ βαδίζω σιωπηλός

Στα διαμερίσματα του Θρόνου

Ενεός, απόστατος, μικρός

Και πάνω μου ξεσπώντας

το Αιν Σοφ αποκαλύπτει

Τις 12 σεφίρες

Και μονομιας

Από αθάνατος

Γίνομαι θνητός…


Ντύνομαι φως

Και γίνομαι φτωχός Ιππότης του Ναού

Ordo templi orientis

Στην Ακρα

θα πάρει το κεφάλι μου ο Σαλαδίνος

στην Αγια Πόλη

δε θα αξιωθώ να προσκυνήσω τα βήματα Εκείνου…


Ντύνομαι λίθος φιλοσοφική

Υδράργυρος στριφνός

Και σίδηρος ανυπότακτος

Ο εργατικός Ελβέτιος

με ρίχνει στα καζάνια του

Να μεταστοιχειωθώ

Σε ατόφιο χρυσάφι

Και με το κόστος της μυστικής γνώσης

Απαλλοτριώνομαι…


Ντύνομαι λέξη και αριθμός

Ο Χρόνος με απαξιώνει

Δεν είναι φίλος

Ούτε εχθρός

Αρνούμαι την όψη του Απρόσωπου

Την φλόγα του βλάσφημου Ιερού

Αλλά χρωστάω ακόμη ένα θάνατο να δώσω

Και περπατώ στα μονοπάτια μου

Πάντα σε αγωνία

Πάντα μυστικός…


Μάιος 2009

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ...

Καλωσορίζω τους νέους φίλους στο Μαύρο Ρόδο. Ολοι οι καλοί φίλοι ευπρόσδεκτοι...

DEO NON FORTUNA

 

O Πυθαγόρας ανάμεσα στους Ακροατές του

Μάτια που τον κοιτούν με δέος

Ψυχές κρεμασμένες

Από το εκκρεμές της αποκάλυψης…

 

Σε μια χώρα γεμάτη κόκκινη ομίχλη

Γνωριστήκαμε αδελφέ μου

Σε μια παραλία που την έπλενε το δάκρυ σου

Κράτησα το χέρι σου

Αλλά έχασα την ακριβή ψυχή σου

 

Ο Πλάτωνας μέμφεται τον Αριστοτέλη

Για τη νεανική έπαρσή του

Υπάρχει ο κόσμος των ιδεών Σταγειρίτη

Μη κάνεις την άρνηση ιδεασμό

Και άνοιξε τ’αυτιά σου…

 

Σε ένα σπίτι από αλάξευτη πέτρα

Σε φιλοξένησα αδελφέ μου

Σε μια φυλακή μου αποκάλυψες το όνομά σου

Και με κοιτούσες μ’ένα βλέμμα από αίμα…

 

Ο Γαλιλαίος δίπλα στον Ισκαριώτη

Τα μάτια του πλημμυρισμένα από εγκατάλειψη

Τ’απαλά του χέρια

Η ζεστή φωνή του

Κάτω από τις ακίνητες ελιές

Η αιματίδρωση που τις ποτίζει με αθανασία

Κι αν ήρθα εγώ να σε οδηγήσω

Τώρα λοιπόν ακολουθώ εσένα

 

Σ’ένα χωράφι σπαρμένο από φωτιά

Ένιωσα την ανάσα σου αδελφέ μου

Κάτω από ένα μαρμαρωμένο βασιλιά

Με ασπάστηκες για τελευταία φορά

 

Ο Ιουλιανός λογομαχεί με τον Βασίλειο

Είναι το κράτος του Θεού σου πιο σκληρό

Από τη διδασκαλία του Γιού του

Θα στερεώσω πάλι τα αγάλματα

Τους ναούς θα γεμίσω από την αρχαία ενέργεια

Δε θα πεθάνω αγαπώντας το παράλογο

 

Σ’ ένα δάσος από σκοτωμένα πουλιά

Σε καλωσόρισα αδελφέ μου

Σε μια παγωμένη, αθέατη λίμνη

Μου έδειξες τη καρδιά σου

Και δεν σου’χε απομείνει στάλα συμπόνιας

 

Ο Μπόρχες συνομιλεί με τον εαυτό του

Μέσα σε ένα λαβύρινθο από λέξεις δύναμης

Όλα ξεκινούν από δω

Κι όλα εδώ θα καταλήξουν

Μονάχα που άρχισα νέος το ταξίδι

Κι όταν θα με συναντήσω πάλι

Θα είμαι ένας τυφλός γέροντας

 

Σ’ένα δωμάτιο νοσοκομείου

Ξεκούρασες τις φτερούγες σου αδελφέ μου

Πάλευα να σχηματίσω τις λέξεις

Απ’τ’άνυδρά σου χείλη

Πάλευα να στερεώσω τις ελπίδες μου

Στις σκιές απ’τ’ακροδάχτυλά σου

Έφυγες και η φωνή σου είναι μέσα μου

Χιλιετηρίδες την ακούω τώρα να με συντροφεύει

Και μόνος πια δε λέω ότι είμαι…

 

Μάιος 2009

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009


Τι απ΄όλα;

 

Τι απ’όλα έμεινε;

Χωρίς τη νύχτα μου

Ήρθε απότομα η αυγή σου

Και με έλιωσε

Συγνώμη

Δεν πρόλαβα να γεννηθώ

Σε λίγες ώρες…

 

Τι απ’όλα σώθηκε;

Χωρίς το στόμα μου

Ήρθε ξάφνου το φιλί σου

Και με αφομοίωσε

Συγνώμη

Δεν είχα άλλο πρόσωπο

Να σου δώσω…

 

Τι απ’όλα έζησε;

Χωρίς το θάνατό μου

Ήρθε απότομα η ζωή σου

Και με μεταβόλισε

Αίμα πηχτό σα το βλέμμα σου

Παντού ολόγυρα

Στο φωτισμένο είναι μου

Και σπαρταράω από εκρήξεις

Και γεννάω εμένα

Ξανά και ξανά…

 

Μάιος 2009

Κυριακή, 17 Μαΐου 2009



Ο προορισμός και ο στόχος

            

Ο κ. Γκοριτζάκης δεν βρέθηκε τυχαία σ'αυτή την στάση. Έμαθε πως απ'αυτήν περνάει το λεωφορείο που θα τον πάει στον επιθυμητό του προορισμό. Έχω έναν προορισμό, σκεφτόταν, όχι ένα στόχο όμως. Ίσως αν φτάσω στον προορισμό μου να μου αποκαλυφθεί και ο στόχος. Εκτός κι αν τα πράγματα λειτουργούν αντίστροφα, μονολογούσε καθώς είχε στηθεί στο σημείο αυτό και ξεκίνησε η περίεργη διαδικασία της αναμονής αυτού του λεωφορείου.

            Πέρασαν μερικές ώρες αλλά το λεωφορείο δεν φαινόταν. Όταν ήρθε στη στάση ο κος Γκοριτζάκης, ήταν μεσημέρι και τώρα σουρούπωνε κιόλας. Ήταν προχωρημένο φθινόπωρο και άρχισε να κρυώνει λιγάκι. Δεν το σκεφτόταν αρνητικά. Δεν πρέπει να σκέφτομαι ποτέ αρνητικά, είπε στον εαυτό του. Όποιος σκέφτεται αρνητικά ακυρώνει το αποτέλεσμα της σκέψης και η σκέψη πρέπει να οδηγεί κάπου. Εκτός κι αν ο νους σκέφτεται απλά και μόνο γιατί του αρέσει ή γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

            Πέρασε το βράδυ, ξημέρωσε η επόμενη ημέρα και το λεωφορείο δεν ερχόταν. Ο κ.Γκοριτζάκης περίμενε υπομονετικά. Ακόμη η υπομονή του δεν είχε καταστεί ακριβώς αυτό που θα έλεγε κανείς 'αξιοθαύμαστη' αλλά πάντως κέρδιζε συνεχώς πόντους προς αυτή την εκλεκτή θέση. Το βράδυ το πέρασε κουρνιασμένος πάνω στο άβολο παγκάκι της στάσης και λίγο μετά τις δυόμισι κοιμήθηκε και είδε ένα παράξενο όνειρο. Ήταν παιδί, δέκα χρόνων και παρακολουθούσε λαθραία τους γονείς του να κάνουν έρωτα στην κρεβατοκάμαρά τους. Η μητέρα του βογκούσε και έγδερνε με πρωτοφανή μανία την πλάτη του πατέρα του ο οποίος ανέπνεε βαριά και έσπρωχνε βίαια μπρος πίσω το κορμί του σε μια διαρκή προσπάθεια να διεμβολίσει τη μητέρα του. Η σκηνή τον θύμωσε, άνοιξε την πόρτα και μπήκε αποφασισμένος να διακόψει αμέσως αυτό το αίσχος! Πριν προλάβει να πει ή να κάνει οτιδήποτε παρακολούθησε έκπληκτος την αγαπημένη του μητέρα να στρέφει ένα τεράστιο Μάγκνουμ -και είχε την βεβαιότητα ότι επρόκειτο για το ίδιο όπλο του θρυλικού «Βρόμικου Χάρρυ»- και να ετοιμάζεται να αδειάσει το περιεχόμενό του πάνω του! Ακινητοποιήθηκε και πριν αντιδράσει, ο πατέρας του σηκώθηκε, κατέβηκε από το συζυγικό κρεβάτι και στάθηκε ολόγυμνος, ως άλλος Αδάμ εμπρός του! Πρώτη του φορά έβλεπε τον ανδρισμό του πατέρα του αλλά αυτό ανήκε σε άλλη σφαίρα συλλογισμών που θα τον απασχολούσαν αργότερα. Προς στιγμήν είχε να κανονίσει το υπέρ-επείγον ζήτημα της ζωής ή του θανάτου του! Ο πατέρας του τού άστραψε ένα δυνατό χαστούκι που δεν το ένιωσε καθόλου γιατί είχε στυλωθεί τώρα και κοιτούσε την απόκρυφη περιοχή της μητέρας του. Το Μάγκνουμ τον απειλούσε θανάσιμα αλλά εκείνος είχε μαγευτεί, είχε αποβλακωθεί σχεδόν με το θέαμα του γυναικείου αιδοίου... Και τότε...

            Δεν πρόλαβε να δει τη συνέχεια του ονείρου. Κάποιος τον ξύπνησε ταρακουνώντας τον βίαια. Ήταν μια γιαγιά που τον κοιτούσε περίεργα. Ακολούθησαν κάποιες σύντομες εξηγήσεις για να ξεφορτωθεί την αδιάκριτη γερόντισσα και έμεινε πάλι μόνος στην στάση του.

            Διαπίστωσε τρία πράγματα.

            Πεινούσε πολύ.    

            Η εικόνα της μυστικής περιοχής της μητέρας του ήταν ανάγλυφη εμπρός του.

            Και είχε στύση.

            Λίγο αργότερα πέρασε κάποιος που πουλούσε κουλούρια και μπόρεσε να ξεγελάσει την πείνα του. Από το ψιλικατζίδικο απέναντι αγόρασε και δυο μπουκάλια νερό.

            Εξακολουθούσε να σκέφτεται περίεργα τη μητέρα του όμως.

            Γύρω στο μεσημεράκι είχε μια συνάντηση με κάποιον αστυνομικό ο οποίος τον πληροφόρησε πως η στάση αυτή είχε καταργηθεί και κανένα λεωφορείο δεν θα περνούσε από κει στον αιώνα τον άπαντα. Δεν τον πίστεψε τον αστυνομικό. Όχι πως ήταν φύσει καχύποπτος, όμως ήξερε καλά πως τίποτε δεν καταργείται παρά μονάχα αυτο-καταργείται και πως η έννοια του χρόνου είναι καθαρά φιλοσοφική και καθόλου ετεροπροσδιορίσιμη. Με άλλα λόγια, φιλοσοφώντας με συνοπτικές διαδικασίες, έστειλε τον αστυνομικό στον αγύριστο και κούρνιασε ξανά στο παγκάκι για να περιμένει το λεωφορείο του.

            Πέρασε ένας μήνας περίπου. Τον ενοχλούσε η απλυσιά του αλλά ήταν ένα ήσσονος σημασίας ζήτημα. Το μείζονος ήταν το λεωφορείο. Το λεωφορείο και ο προορισμός που δεν ταυτίζεται πάντα με το στόχο.

            Πέρασαν δυο μήνες.

            Πέρασαν τέσσερις μήνες.

            Κάποια μέρα στο ακάλυπτο οικόπεδο που βρισκόταν πίσω από τη στάση του εμφανίστηκαν κάποιοι τοπογράφοι και άρχισαν να μετράνε. Δέκα μέρες μετά εμφανίστηκαν συνεργεία εργατών, μηχανήματα, μπουλντόζες. Ήταν φανερό πως από δω και πέρα η ευλογημένη ησυχία που είχε η στάση του πήγαινε περίπατο. Άλλη μια πολυκατοικία θα χτιζόταν και τουλάχιστον, σκέφτηκε, θα έχω την ευκαιρία να παρακολουθήσω από το μηδέν την ανέγερσή της. Υπάρχει μια γλυκιά ηδονή στο να παρακολουθείς οτιδήποτε αλλά υπάρχει αληθινή ευτυχία στο να παρατηρείς κιόλας, σκέφτηκε και η σκέψη του τον άφησε ικανοποιημένο.

            Όταν ολοκληρώθηκε η ανέγερση της πολυκατοικίας, είχαν περάσει κιόλας τρία χρόνια από την πρώτη ημέρα που ο κ.Γκοριτζάκης είχε σταθεί σ'αυτή τη στάση και περίμενε το λεωφορείο του. Είχαν γίνει πολλά σ'αυτά τα τρία χρόνια. Αλλά δεν είχε γίνει το βασικότερο. Το λεωφορείο παρέμενε άφαντο!

            Ο κ.Γκοριτζάκης ξύπνησε ένα πρωινό κοιτάζοντας την θεόρατη πολυκατοικία που δέσποζε στην περιοχή, εκεί που λίγα χρόνια πριν υπήρχε μονάχα ένα άδειο αν και βρόμικο οικόπεδο. Και ξαφνικά το αποφάσισε! Θα αγοράσω κι εγώ ένα διαμέρισμα σ'αυτή την πολυκατοικία. Θα περιμένω το λεωφορείο μου μέσα στο ζεστό μου σπιτάκι, δε θα ξεπαγιάζω πια σ'αυτό το ξύλινο παγκάκι, δε θα με περονιάζει το κρύο του Γενάρη ούτε θα με σιγοψήνει ο καύσωνας του Ιούλη. Θα περιμένω το λεωφορείο μου με την άνεσή μου και όταν εμφανιστεί... τι θα κάνω όταν θα εμφανιστεί το λεωφορείο μου;

            Όλη την επόμενη ημέρα την ανάλωσε σκεφτόμενος την ορθότητα της απόφασής του. Μια απόφαση θα πρέπει να παίρνεται ύστερα από εξονυχιστική διερεύνηση όλων των εναλλακτικών θέσεων και η τελική επιλογή θα πρέπει να είναι όχι η βολικότερη αλλά η αληθινά ορθότερη, είπε στον εαυτό του.

            Το ίδιο βράδυ και μετά από τρία χρόνια είδε ξανά εκείνο το όνειρο και μάλιστα από το σημείο που είχε μείνει πριν τον ξυπνήσει βίαια σκουντώντας τον εκείνη η παλιόγρια.

            Στεκόταν ξανά, δίπλα στο μεγάλο, διπλό κρεβάτι των γονιών του, όρθιος, αποσβολωμένος, άναυδος και εκστατικός, με τα αδιάκριτα μάτια του να ρουφάνε την υπέροχη εικόνα του αιδοίου της μητέρας του που εξακολουθούσε να τον σημαδεύει με το φονικό της όπλο. Ο πατέρας του τον αποκαλούσε 'βλαμμένο' και 'τρόμπα' και ούρλιαζε έξαλλος στο αυτί του, όμως εκείνος δεν έλεγε να το κουνήσει από την θέση του. Ήθελε να το κοιτάζει συνέχεια, ήθελε να το χαϊδέψει, ήθελε να το αγγίξει. Και όταν έκανε την κίνηση προς τα εμπρός ακούστηκε ο πυροβολισμός και...ο κ.Γκοριτζάκης πετάχτηκε κάθιδρος στο σκληρό του παγκάκι. Ήταν βράδυ ακόμα, θεοσκότεινα και το κρύο ήταν τσουχτερό. Ο κ. Γκοριτζάκης για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε την καρδιά του να θέλει να ανοίξει το στήθος του και να πεταχτεί έξω. Οι φλέβες του βρίσκονταν σε μια περίεργη αρμονική σύνθεση σφυροκοπημάτων και το κεφάλι του πονούσε φριχτά. Με σκότωσε, είπε δυνατά, με σκότωσε!

            Όταν συνήλθε είχε ξημερώσει για τα καλά. Την ίδια μέρα, μια μέρα του πέμπτου Νοέμβρη που ζούσε περιμένοντας το λεωφορείο του σ'αυτή την στάση αγόρασε ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου στην πρόσοψη.

           

            Είχαν περάσει δώδεκα χρόνια.

            Στη γειτονιά που ζούσε πια σαν μόνιμος κάτοικος, όλα είχαν αλλάξει. Και ο ίδιος είχε αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια περιμένοντας το λεωφορείο του. Είχε πυκνά μαλλιά και γενειάδα που έφτανε ως το στέρνο του και οι ρυτίδες είχαν ζώσει τα μάτια και το μέτωπό του. Στο βλέμμα του όμως υπήρχε πάντα η ίδια λάμψη, στη ψυχή του η ίδια φλόγα, τίποτε εκεί δεν είχε αλλάξει. Μονάχα που είχε αρχίσει να φοβάται πως το λεωφορείο του ίσως να μην περνούσε ποτέ. Η μοναχική στάση παρέμενε στη θέση της και τις περισσότερες ώρες της ημέρας καθόταν στη βεράντα του και την κοιτούσε. Κάποιες φορές τον πλημμύριζε μια παράλογη νοσταλγία για το παγωμένο πια, παγκάκι του, που τον είχε φιλοξενήσει τόσες αμέτρητες μέρες και νύχτες και τα μάτια του βούρκωναν. Πόσο δύσκολο είναι να φτάσεις στον προορισμό σου, μονολογούσε και σκούπιζε τα δάκρυά του, πόσο δύσκολο...

            Πέρασαν 24 χρόνια.

 

            Εκείνο το βράδυ, ανήμερα των γενεθλίων του, ο κ.Γκοριτζάκης είχε σταθεί όρθιος στον καθρέφτη και εξέταζε την εικόνα του εαυτού του. Είναι μια εικόνα, το είδωλο, δεν είναι ο εαυτός μου, είπε αλλά δεν μπορούσε να μην μελαγχολήσει με το θέαμα που αντίκριζε. Τα μαλλιά του παρέμεναν πυκνά και μακριά αλλά ήταν σχεδόν άσπρα όπως και τα γένια του που σκέπαζαν πια όλο του το στήθος σχεδόν. Οι ρυτίδες είχαν βαθύνει και είχαν σκάψει το πρόσωπό του. Είμαι σαν ερημίτης, είπε και χαμογέλασε. Και τι κάνουν οι ερημίτες; Προσεύχονται, μάχονται, ανεβαίνουν τον Γολγοθά του εαυτού τους, σκοντάφτουν, πέφτουν κι άντε πάλι απ'την αρχή. Αυτό είμαι. Ένας ερημίτης, ένας ασκητής στην έρημο του εαυτού μου, στον Γολγοθά της ψυχής μου.

            Εκείνο το βράδυ είδε ξανά το όνειρο. Και το είδε ως το τέλος.

            Η μητέρα του είχε στρέψει το όπλο αργά αλλά σταθερά προς τον πατέρα που την κοίταξε με γουρλωμένα, έκπληκτα μάτια και λίγο πριν ορμίσει να της αρπάξει το φονικό σιδερικό από τα χέρια, εκείνη πάτησε την σκανδάλη δυο φορές με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Ο πατέρας κειτόταν νεκρός, δίπλα του, στα πόδια της συζυγικής κλίνης και κάτω από το γυμνό του σώμα είχε αρχίσει να σχηματίζεται κιόλας μια σκούρα κόκκινη κηλίδα. Η μητέρα φαινόταν ατάραχη παρά το φόνο που μόλις είχε διαπράξει και συνέχισε να κρατά σφιχτά το όπλο στο χέρι της. Το παιδί Γκοριτζάκης γρήγορα ξέχασε τον νεκρό πατέρα του γιατί του είχε κλέψει την προσοχή το περίεργο βλέμμα της μητέρας του και το θλιμμένο χαμόγελο που είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της. Το παιδί χώθηκε στην γυμνή αγκαλιά της και εκείνη άρχισε να το χαϊδεύει τρυφερά στα μαλλιά του πριν ακουστεί και ο τρίτος πυροβολισμός.

            Το παιδί Γκοριτζάκης τινάχτηκε τρομοκρατημένο. Το μισό κεφάλι της μητέρας του είχε γίνει μια άμορφη μάζα από μυαλά και κομμάτια κρανίου πάνω στον τοίχο. Το παιδί Γκοριτζάκης πήρε το πιστόλι από το χέρι της μητέρας του και βγήκε από το υπνοδωμάτιο με αργά, σταθερά βήματα. Πήγε στο δωμάτιό του, έκρυψε το ζεστό όπλο κάτω από το μαξιλάρι του και έπεσε να κοιμηθεί.

            Ο κ.Γκοριτζάκης αυτή τη φορά δεν πετάχτηκε ιδρωμένος από το κρεβάτι του. Ξύπνησε ήρεμος και κοίταξε το ρολόι του. Ήταν σχεδόν πέντε το πρωί. Η καρδιά του δεν χτυπούσε σαν τρελή, δεν ήταν ιδρωμένος.

            Σηκώθηκε, φόρεσε τις παντούφλες του και βγήκε στην βεράντα. Δεν τον άγγιξε η διαφορά θερμοκρασίας που χτύπησε το σώμα του. Στύλωσε το βλέμμα του στην στροφή του δρόμου και είδε δυο φωτεινές δέσμες από προβολείς να σχίζουν το πέπλο της νύχτας. Αμέσως άκουσε και τον ήχο μηχανής. Σε δευτερόλεπτα διέκρινε τον όγκο ενός λεωφορείου να πλησιάζει. Χαμογέλασε. Το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά στην έρημη στάση και η πόρτα άνοιξε. Ο κ.Γκοριτζάκης χαμογέλασε ξανά. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα ακόμη και η πόρτα έκλεισε, το λεωφορείο επιτάχυνε, εξαφανίστηκε στην επόμενη στροφή.

            Ο κ.Γκοριτζάκης μπήκε ξανά στην κρεβατοκάμαρά του και κάθισε το ίδιο ήρεμος, το ίδιο χαμογελαστός στο κρεβάτι του.

            Σήκωσε το μαξιλάρι του και πήρε στα χέρια του το μεταλλικό αντικείμενο που βρήκε εκεί. Το χάιδεψε για λίγο απαλά και το ξανάβαλε στη θέση του. Έπεσε στο κρεβάτι, έκλεισε το φως και κοιμήθηκε...

 

* * *

 

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009


Ένας άλλος εαυτός

 

Δε φοβόμαστε

Απλώς, πονάμε

                Πίσω από τον απέναντι τοίχο

                Ένας άλλος, ακόμη ψηλότερος

μας περιμένει…

Δεν είναι ότι κρυβόμαστε

Απλώς

Πληγή τη πληγή

μαθαίνουμε ακόμη

Ν’αγαπάμε…

 

Διαφυγές δε χρειαζόμαστε

Είναι η αλήθεια που αρνηθήκαμε

Κι ακόμη τη χρωστάμε

                Πίσω από τον επόμενο σύντροφο

                Ένας άλλος, πιο σκληρός

Με απουσία μας χαρακώνει…

Δεν είναι ότι θωρακιζόμαστε

Απλώς μαθαίνουμε ακόμη

Πως είναι να ζούμε

Χωρίς την πανοπλία του εγώ

Πως είναι να ζούμε

Χωρίς το αγορασμένο αίμα των άλλων

Να ζούμε αληθινά…

 

Στο άπειρο δεν απλωνόμαστε

Είναι η αφθαρσία ένα ρούχο

Που δεν έχουμε μάθει να φοράμε

                Πίσω από τον επόμενο εαυτό

                Ένας άλλος, ακόμη πιο μοναχικός

                Το αιώνιο μας χρεώνει…

 

Μάης 2009

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009


Κράκεν

(Παράξενα αρχιπελάγη)

 

Έρχομαι εδώ

Από μακρινές

Παράξενες θάλασσες

Είδα τόσα πολλά

Που δεν ορίζονται ακόμη

Κι από το πιο φιλόδοξο στερέωμα

Ανθρώπους ‘διαφορετικούς’

Ανθρώπους άδειους

Ανθρώπους μαγικούς

Λαούς και τόπους

Συναρπαστικούς

Αν ξεκινούσα να ιστορώ

τέλος η διήγηση δε θα’χε…

 

Έρχομαι ξανά

Από τις βόρειες θάλασσες

Που στα άπειρά τους βάθη

Λένε

Ζουν τα θηριώδη Κράκεν

Και στο άκουσμά τους μόνο

Τρομοκρατούνται ως και οι απόγονοι

Των Βίκινγκς

Στα φοβερά πλοκάμια τους

Τσακίστηκαν πλοία περήφανα

Στις σκοτεινές σπηλιές τους

Αναπαύονται αμέτρητοι σκελετοί

Γενναίων ναυτικών…

 

Έρχομαι πάλι

Από τα παράξενα, ωκεάνια αρχιπελάγη

Είδα τόσα και βίωσα

Που δεν χαρτογραφούνται από Κολόμβους εκατό

και χίλιους Μαγγελάνους

Ανθρώπους όμορφους

Ανθρώπους γελαστούς

Κι είδα ακόμη

Παιδιά με βλέμμα μελαγχολικό

Γέροντες αγριεμένους από τη μοναξιά

Γυναίκες που ρήμαξε η σιωπή

Ανθρώπους είδα ‘διαφορετικούς’

Και τόσο ίδιους…

 

Έρχομαι πίσω

Από τις παγωμένες θάλασσες των Κράκεν

Και έχω μαζί μου ένα πλούτος

Από χρώματα

Από γέλια

Από κλάματα

Από σπαραγμό

Από αηδία…

 

Έρχομαι πίσω

Από τις μυθικές ακρογιαλιές

Των Υπερβορείων

Ρούφηξε η ματιά μου

Τοπία πανέμορφα

Βουνά ομιχλώδη

Και λίμνες μαγικές

Κι ακόμα είδα

Κλειστά παράθυρα

Κλειστές ψυχές

Το φόβο για το θάνατο

Το φόβο για το Άπειρο

Την τρομερή παγκόσμια δίψα

Των ανθρώπων

Για ένα άγγιγμα

Για ένα φιλί

Την σκιά στο βλέμμα του πατέρα

Που θάβει το παιδί του

Τη σιωπή, το άχρονο

Στο πρωινό ξύπνημα του ήλιου

Πάνω από το καθημερινό άδικο…

 

Γύρισα πίσω

Από την Θούλη των Αποκρυφιστών

Κι έχω μαζί μου ένα θησαυρό ατίμητο

Δυο λέξεις πάνω σ’ένα κίτρινο χαρτί

Καλό ταξίδι

Ένα αγχωμένο σ’αγαπώ

Πάνω στα χείλη μου

Κληρονομιά του αρχαίου ρίγους

Στα μυθικά αρχιπελάγη των μοναχικών ψυχών

Όσων ακόμη επιμένουν

Να χαράσσουν θύελλες με το στεναγμό τους

Ανέμους να πλέκουν με τον σάρκινο αργαλειό

Της νιότης που εξαγόρασαν

Για ένα χωράφι ήλιο

Της φρίκης του μοναδιαίου ανύσματος

Που πάντα δείχνει το ίδιο τέλος

Για όσους

Έχουν το βλέμμα να αντέχει ακόμα

Και τη ψυχή

Να το στερεώνει

Με την υπέροχη ψευδαίσθηση της ζωής…

 

 

Μαιος 2009