Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Όραμα


Είχα

Ένα περίεργο όραμα

Ο Ιησούς

Αιμόφυρτος

Κατέρχεται απ΄το Σταυρό

Βαδίζει ανάμεσα στους έκπληκτους στρατιώτες

Πλησιάζει τη μητέρα του

Της χαρίζει ένα βλέμμα απορίας

Πλησιάζει τον Ιωάννη

Του χαρίζει ένα χαμόγελο στοργής

Πλησιάζει έναν άγνωστο

Του χαρίζει σταγόνες απ’το αίμα Του

Συνεχίζει τον αργό βηματισμό Του


Κι ενώ σχίζεται ο ουρανός

Και σείεται η Γη

Εκείνος φτάνει αγέρωχος

Και σιωπηλός

Στο δέντρο που φιλοξενεί

Τον κρεμασμένο Ιούδα

Του αγκαλιάζει τα πόδια

Τον φιλά

Κάτι του ψιθυρίζει

Χαιδεύει τρυφερά

Το άψυχο κορμί

Τον λύνει

Τον παίρνει στ’Αγια χέρια Του

Και τον πηγαίνει ως τον Τάφο

Που ήταν προορισμένος για Κείνον…


Το στερέωμα πλένεται

Από βροχή και αίμα

Από οργή και ανάσες

Τα χώματα της σκέψης

Καθάρονται σε μια στιγμή

Απ’τη σιωπή όσων

Ευλογήθηκαν

Να Δουν…

Να καταλάβουν…


Κι ο Κύριος τον φίλο Του

αποθέτει στη πέτρα

τον σκεπάζει με καθαρό σεντόνι

τον σκεπάζει με στοργή

Του χαρίζει μια αιωνιότητα αγάπης

Δακρύζει ο Διδάσκαλος

Και η σπηλιά ανασαίνει

Σαν ζωντανός οργανισμός


Κι ύστερα βγαίνει

Επιστρέφει

Βαδίζει πάλι ανάμεσα στο κόσμο

Οι ποταμοί βροχής

Πλένουν το άχραντο κορμί

Οι αιώνες πάνω Του

Ρυτιδώνουν τον αέρα που αναπνέει

Και τα ρυάκια από νερό

Και αίμα

Γίνονται ύστερα από λίγο

Ιαχές

Ρομφαίες Πυρός

Και δέσμες άκτιστου Φωτός


Κι Εκείνος

Πλησιάζει το φοβισμένο Εκατόνταρχο

Και του ζητά

Απλά

Πολύ απλά

Να Τον καρφώσει πάλι

Στο Σταυρό Του…


Σεπ 2009

septemberrose

Τετρακτύες


Δεν θέλουμε το αχανές

αλλά το ευρύχωρο

σε μια ρυτίδα του Αιώνιου άραγε

δε χωράμε κι εμείς;


[πρώτα το Εν

έπειτα το είδωλό του

οι αλυσιδωτές αντιδράσεις στο είναι

οδήγησαν την Ατη

στο θέατρο του κόσμου]


κι αν ολόγυρα

η προσαρμογή στο μηδέν

ανασαίνει δηλητήριο

το αντίδοτο δεν είναι λοιπόν

εκείνο το άγγιγμα

που φοβήθηκες τόσο πολύ

κείνο το γέλιο

που σου στοίχισε μονάχα

ένα άδολο βλέμμα;


Δεν είμαστε οχήματα του Απόλυτου

αλλά αρνούμαστε τη συστολή του εφικτού

σε μια κουκίδα

κβαντικής ανυπαρξίας


[οι 32 Δρόμοι, οι ιερές Τριάδες

οι Τετρακτύες, τα πεντάκτινα

τα στέμματα φωτιάς…

αν δραπετεύσεις ρίψασπις

από το σκήνωμα του Νου

το φρόνημα της σάρκας

θα σ’ εκδικείται αιώνια]


κι αν σε ό,τι μας περιβάλλει

σαν άδειο κέλυφος

έρπει και απλώνεται

βδελυρή η χυδαιότητα

δεν φέρουμε εμείς τις εσθήτες του Ακέραιου

δεν εφελκύσαμε πνοές Φωτός

στα δώματα της Περσεφόνης;


Δεν είμαστε μηχανές

που θα πάψουν να οργώνουν το χρόνο

προσδοκώντας το αεικίνητο

αλλά πύρινες ψυχές

μοναχικών πολεμιστών

μοιάζουμε λες

με αφίλητα χείλη

που διψάνε τη δροσιά της Μελανής Μητέρας

κείνη την ιερή Νύχτα

που το φθαρτό στα στήθια της

θα βυζάξει αθανασία

και την επόμενη αυγή

ο σκεδαστής της Φλόγας

ο Χρόνος

ο εμπύρετος πόρνος

θα μας ξεδιψάσει

με το αίμα του Τίποτα…


Νοε 2008-Σεπ 2009

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Rose_04_20070625

Γιατί είχα…


πέθανα

γιατί’ χα σώμα

είδα το αίμα μου

πρώτη φορά

όταν κυλούσε ανασαίνοντας

ελεύθερο…


έζησα

πρώτη φορά

στο μηρό της Κίρκης

μονάχα που ήμουν ξενιστής

της Πηνελόπης

κρυφά

και δεν το’ξερα


πέθανα

γιατί’ χα βλέμμα

είδα τον κόσμο

πρώτη μου φορά

όταν με σπλαχνίστηκες

σκοτώνοντάς με…


έζησα ελεύθερος

στην αίγα που θυσίασα

στην είσοδο του Άδη

μοσχοβόλησαν τα σκοτεινά παλάτια

και η μητέρα του Οδυσσέα

μου ψέλλισε την μόνη Αλήθεια


πέθανα

γιατί’ χα τόσους αιώνες

όλες τις πληγές μου ανοιχτές

και σε καμιά

εσένα…


Ιούνιος 2009

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009


Εκτατό...


Από το σήμερα

εφευρίσκω το χτες

δεν έχω το φορτίο του πόνου

έχει καταναλωθεί μιας Ημέρας το φως

και ταξιδεύω στη Νύχτα…


από το νυν

εφευρίσκω το αεί

όχι πια τεμαχισμένο

από λατρείες

και ψέματα

όχι πια βουτηγμένο

στο αίμα των πρώτων μαρτύρων

αλλά χαριτωμένο

ολόφωτο

τρισδιάστατο και ζωντανό…


από το ένθα ίσταμαι

ναι

βροτός γαρ

με έναν τρόπο ακατανόητο

είμαι ζωσμένος με την υπόσχεση του απόλλυμαι…


και απ’το παράλογο του βίου

εφευρίσκω το λογικό του ζην

είμαι παιδί του Αναξίμανδρου

και το Άπειρο με συνέχει

δεν καταθέτω εύκολα τα όπλα

στις Θερμοπύλες έφτασα αργά

και μόνος

ο Ξέρξης έχει πια περάσει

και η μοναξιά του τοπίου

ρημάζει όλη τούτη τη δόξα…


ναι

από το αδιάστατο

Έλληνας γαρ

είμαι προικισμένος

να ευδοκιμώ στο εκτατό…


και με όλα μου τα δάχτυλα

να δείχνουν εμένα

και με όλα μου τα σώματα

να δείχνουν εσένα

άνθρωπος γαρ

παλεύω να σε περιέχω

καταδικασμένος

να παραμένω ακέραιος

αλλά όχι ΕΝΑΣ…


Σεπ 2009



Το μαύρο κορδόνι


Το μαύρο κορδόνι

Έγινε λευκό σχοινί

Με τύλιξε γύρω απ’το λαιμό

Και στον επιθανάτιο ρόγχο

Είδα τον κόσμο

Όπως αληθινά είναι

Είδα χέρια αποσαρκωμένα

Αιδοία και πέη ματωμένα

Είδα αρρώστους λερωμένους με ζωή

Και υγιείς πρησμένους

απ'το σφρίγος του θανάτου

Είδα παιδιά σκελετωμένα

Και υπέρβαρους φιλάνθρωπους

Να στάζουν λίπος και δάνειο οίκτο

Είδα ανθρώπους λουσμένους στο φως του έρωτα

Και είδα πως τούτο το φως

Ήταν γεμάτο φλύκταινες και πύο


Το μαύρο περιλαίμιο

Έγινε άσπρη λαιμαριά

Με τύλιξε ακόμη πιο σφιχτά

Καθώς ακόμη όλα δεν τα είδα

Γέροντες είδα που εκπόρνευαν τη σοφία τους

Και νέους που εκπόρνευαν το σώμα τους

Είδα χαμαιλέοντες με μορφή ανθρώπου

Και αγνούς σακάτηδες που σέρνονταν κοντά μου

Κοπέλες σαν τα κρύα τα νερά

Να ξεπουλιούνται για μια κίβδηλη ζωή

Και αγόρια που λάτρεψε ο ήλιος

Να σκάβουν το σκοτάδι

Με τα ωραία τους δάχτυλα


Μάτια βγαλμένα

είδα

Από τυφλούς

Που σιχάθηκαν να βλέπουν

Και σαν τον Ωριγένη

Ευνούχους που λάτρεψαν

Την αναπηρία τους


[Πονούσα]

Και η μαύρη ζώνη

[Σχιζόταν η καρδιά μου]

Έγινε λευκή φωτιά

Και λίγο πριν με αναλώσει ηδονικά

Είδα κι εμένα

Να περιφέρομαι

Σα να μην συμβαίνει τίποτα

Ανάμεσά τους…


Σεπ 2009

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009


Γιατί λοιπόν…


Και γιατί λοιπόν

θα πρέπει συνεχώς

να καταδιώκω τις ευαισθησίες μου

να απογυμνώνω το δωμάτιό μου

από τα σκιρτήματα της μνήμης

και να ενοχοποιείται

ως και η δροσιά από εκείνα τα χρόνια

της αναζήτησης του σκοταδιού

όχι μέσα από το φως

αλλά ανασαίνοντας φως

και να σταυρώνεται ως και η ενθύμηση

που δεν ξεψύχησε ακόμα;


Και γιατί διάολε

θα πρέπει συνεχώς να απολογούμαι

για όλα εκείνα τα απέριττα αλλά απαιτητά

που γεννήθηκαν πριν εγώ υπάρξω

και με την ευγένειά τους με επισκέφτηκαν

και με την σάρκα τους με άγγιξαν

και με τη φθορά τους με λέρωσαν

έστω κι αν αντιστάθηκα

μονάχα ώσπου να τα αποδεχθώ ως φίλους;


Και γιατί λοιπόν

να απλώσω πρόθυμα τα χέρια

για να τρυπηθούν οι καρποί

απ’τα σφυριά της ευθυγράμμισης

της προσαρμογής, της διάδρασης

με ένα παρόν που με ανέχεται

πιο δύσκολα απ’όσο το ανέχομαι εγώ

κι ένα μέλλον που με αγνοεί

περισσότερο απ’οσο το αγνοώ εγώ;


5-11-2007

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Δάσος

Έλα

σαν πρωτόγονο δάσος

να θεριέψεις πάνω μου

οι ρίζες σου να χωθούν στα σωθικά μου

τα κλαδιά σου, χέρια ερωτικά

να με τυλίξουν

τα άνθη σου να με σκεπάσουν

με τους καρπούς σου

να μην γεράσω ποτέ


έλα

σαν πυρωμένος πολεμιστής

στο άγριο σκοτάδι να λάμψεις

σαν Προμηθέας - Εωσφόρος

να με κάψεις

ούτε στάχτες, ούτε αναμνήσεις

στο μαχαίρι του χρόνου

δεν ακροβατεί κανείς


έλα

σαν έρωτας

σε όλα μου

τα φανερά και τ’απόκρυφα

να κατοικήσεις

τις αθέατες πλευρές μου

να φωτίσεις

να με ενώσεις


έλα

σαν αγάπη να με ολοκληρώσεις

σαν πύρινος άνεμος

ζωή ν’ απλώσεις

να με αλώσεις


έλα

σα θάνατος

να με φιλήσεις με τα μαβιά σου χείλη

στο δικό σου αιώνιο να με στερεώσεις

να μ’ ελευθερώσεις…


7-11-2006

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009


Μια λέξη


Πρόλαβα να γράψω μια λέξη

μια μικρή λέξη που πάλεψα,

αλήθεια,

όλα να τα περιέχει

δεν ξέρω μόνο αν ζωγράφισα σωστά

κείνο το μελί θάνατο στο βλέμμα σου

δεν ξέρω αν φυλάκισα ακέραιο

μέσα σ΄αυτή τη λέξη

το ρίγος του κορμιού

τη δροσιά του απογεύματος

το ψύχος του αποχωρισμού

κι ακόμη δεν μπορώ να πω με σιγουριά

αν αποτύπωσα σωστά

μέσα σ’αυτή τη λέξη

το πρόσωπό σου

ολόκληρο…

το φως που έσβηνε στα όμορφά σου μάτια

παλλόμενο…

το πένθος του αγγίγματός σου

υγρό…


ΑΝ…

5/12/2005