Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010



Καταφύγιο


Πως με βρήκες;


ανάμεσα σε τόσα χέρια
κάτω από τόσα σώματα
πίσω απ’όλες αυτές
τις ασπρόμαυρες ημέρες…


κι όμως
με βρήκες…


και χωρίς να’χεις συντροφιά
ούτε τη σιωπή μου…


κι όμως
με βρήκες…




Ιανουάριος παγωμένος, Φλεβάρης προδομένος, Μάρτιος σιωπηλός…


Κατεβαίνω στο καταφύγιο των ψυχών… Ο Aγέννητος μετράει τους μήνες… τραγουδάει… δεν θυμάται πια τίποτε, τίποτε άλλο, όμως μετράει…


Μπήκα στο υπόγειο του Ανθρώπου… Ο πρώτος μου εαυτός στη γωνιά είναι και κλαίει, ο δεύτερος δίπλα στο μικρό ψυγείο και με κοιτάει, ο έσχατος κοντά στον πατέρα, αναρωτιέται πόσο ακόμη θα ψηλώσει…



…Απρίλης αστερέωτος, Μάιος γελαστός, Ιούνης καυτός…


Είμαι στο λαβύρινθο του κόσμου… ο Αχώρητος δάνεισε τα χέρια του στην Ειμαρμένη, η Ειμαρμένη έχει πια τα χέρια του… ο Αχώρητος δεν μπορεί να κρατήσει πια τα πρωινά του, δεν έχει δάχτυλα να αγγίξει τη Νύχτα, κανείς δεν είχε ένα δάκρυ για τα χαμένα χέρια του…


Είμαι στο κάτεργο του φόβου… ο πρώτος μου αριθμός είναι το μηδέν, ο δεύτερος το ένα, ο τρίτος μου αριθμός είναι το άθροισμα όλων των ηλικιών μου… και έχω όλη την υπόλοιπη στιγμή μου για να τις μετρήσω…



…Ιούλιος ερωτικός, Αύγουστος ολόφωτος, Σεπτέμβρης μαγικός…


Ο Αγέννητος μετράει… με έχει πιάσει από το χέρι και με καλεί κοντά του να μετρήσουμε μαζί… Η ανάγκη με έκανε να τον κοιτάξω ολόισια στα μάτια, η ανάγκη με έσπρωξε να διορθώσω το κόμπο στη ρυπαρή γραβάτα του… πνίγεται χωρίς φως ο Αγέννητος κι όμως, τραγουδάει πάντοτε, κι όμως μετράει…


Είμαι στο εργαστήρι του έφηβου θεού… Κίτρινες, άσπρες, μενεξεδιές κορδέλες παντού ολόγυρα, κανείς να τις κρεμάσει στα παράθυρα, παράθυρα δεν έχει αυτός ο κόσμος, έχει ανοίγματα όμως, κάτω από τα ανοίγματα υποδέχομαι έναν ρόγχο που μοιάζει με την ατμομηχανή που μου είχε δωρίσει κάποτε ο πατέρας, κάπου εδώ γύρω κι αυτή θα ανασαίνει το δικό της πένθος, κάπου εδώ γύρω…



…Οκτώβρης πρόστυχος, Νοέμβρης χολερικός, Δεκέμβρης νεκρός…


Η Εντροπία δεν μιλάει καλά τα ανθρώπινα. Έχει να πει πολλά και θέλει να μιλήσει. Αιώνες τώρα η ανάσα δεν βγαίνει από τα στήθια της και συλλαβίζει όμορφα αλλά δειλά. Το ξέρει πως θα μιλήσει όταν οι πόλεμοι τελειώσουν, όταν οι άνθρωποι φιλιώσουν, όταν γεννηθούν παιδιά χωρίς καρκίνους. Αλλά δεν ξέρει πώς να διεκδικήσει τούτη τη κληρονομιά. Η Εντροπία στέκει στον τοίχο, όρθια, ακάματη, προσεύχεται βουβά…


Είμαι στον αργαλειό του πόνου… Έχει η μητέρα ένα πρησμένο πόδι κι ένα χέρι γερασμένο αλλά χαμογελάει ακόμα. Ορφάνεψε πριν από μένα, θα πεθάνει ένα βράδυ του Οκτώβρη πιο μόνη από το βλέμμα, πιο σιωπηλή από το δάκρυ αλλά δεν θα φοβηθεί να περπατήσει ως εκεί. Εκεί είμαι, εκεί γεννήθηκα, εκεί την περιμένω… μητέρα θα έρθεις, θα σε στηρίξω, θα σου δώσω ένα μικρό μαντήλι, ένα φιλί στο κρύο σου μέτωπο, ένα μου ποίημα αλλά δεν θα σε συνοδεύσω παρακάτω… δεν είμαι άξιος να σε πέμψω εγώ… δεν έχω τα σπλάχνα της αποστολής αυτής, συγχώρεσέ με…


…Δευτέρα κόκκινη, Τρίτη χλωμή, Τετάρτη φαιά, Πέμπτη γαλάζια, Παρασκευή σταχτιά, Σάββατο μελανό, Κυριακή κατάλευκη…


Είμαι στο γνόφο του Άμορφου…
μετράω κι εγώ
μαζί με τον εαυτό μου
ανέχομαι τον οπλισμένο πόνο μου
και ψιθυρίζω ίσα να με ακούει ο χρόνος
δεν έχω άλλα μάτια
να με ξεγελάω περισσότερο
να με προσδοκώ
να με υπόσχομαι
αλλά θα είμαι γιορτινός στην έξοδό μου
ακέραιος
φωτεινός
και θα ζυγίζω το κάθε βήμα μου
μονάχα στη ζυγαριά
της βιωμένης Αλήθειας…


Κι έτσι
θα ε ί μ α ι …


…πως με βρήκες;


ανάμεσα σε τόσους εαυτούς
πίσω από όλους τους ανθρώπους
κάτω από τα σεντόνια του θανάτου…


κι όμως
με βρήκες…




Ιαν 2010

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010


Κορίτσι…

Είχε δυο μάτια
Ν’ατενίζουν πρώτα το εσωτερικό κενό
Κι ύστερα το αφιλόξενο του κόσμου
Κορίτσι
Όχι πάνω από τα εικοσιδύο
Κορμί που δεν φιλοτεχνήθηκε
Να αντέχει στο ψύχος της αδράστειας
Το ανεξήγητο
Μιας άφιλης νιότης
Που αναζωντάνευε νυχθημερόν
Στα ξυλιασμένα χέρια της…

Γερασμένη κιόλα
Από τη φορμόλη της συμπόνιας
Που αναμετριέται πάντοτε γενναία
Με το ευρώ που βγαίνει από τη τσέπη
Για μια τυρόπιτα
Για ένα καφέ
Για μια ρυτίδα μαύρου ήλιου
Στο στερέωμα…

Απόστατος και βολεμένος
Πάντα από τα σωθικά του ‘πρέπει’
Δεν πρόλαβα να την γνωρίσω
Δυο ματιές ανταλλάξαμε θολές
Δυο βήματα
Δυο λέξεις
Στο σπασμένο παγκάκι
Και δεν την ξανάδα

Κορίτσι
Όχι πάνω απ΄τα εικοσιδύο
Αιώνες έζησε
Στο απεριχώρητό μας
Στο στενόχωρο υπερ-εγώ μας
Μιλούσε
Και δεν την ακούγαμε
Μας έβλεπε
Και δεν είχαμε καλημέρα
Μας αποχαιρετούσε
Και δεν καταδεχτήκαμε
Ούτε το ξεπροβόδισμα…

Ιαν 2010

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010




Παρόντες

Είμαστε άνθρωποι
Μες στη συμπόνια μας
Στριμωγμένοι ήχοι των πόλεων
Στοιβαγμένοι μετανάστες φόβοι
Από τις μαύρες χώρες της καρδιακής ανατολής
Αλλοτριωμένοι
Ζωντανοί ωστόσο
Και άλκιμοι εισέτι
Χαμογελαστοί…

Όπως οι γαμπροί
Και οι νύφες
Λίγο πριν παραδοθούν
Ευδαίμονες
απ’τον μυητικό τεμαχισμό τους
Στα ‘έσονται εις σάρκαν μίαν’
Άηχα φιλιά τους…

Είμαστε άνθρωποι
Μες στα παλτά μας
Κουρνιασμένοι οι ερωδιοί
Και οι παραδείσιοι παπαγάλοι
Όλων των παιδικών βιβλίων μας
Όλων των εφηβικών ονείρων μας
Όλων των νεανικών σκοταδιών μας
Όλων των ενήλικων θανάτων μας…

Και πάνω από τα κλουβιά
Με τα πρησμένα οικόσιτα κουνέλια
Που θα κακοποιήσουν τα υπέρβαρα παιδιά μας
Εμείς χαράζουμε οδούς
Και ορθώνουμε οικοδομήματα
Τέλειας βιοκλιματικής απόδοσης
Ώστε το ψύχος της ζωής μας
Να ισορροπείται έντεχνα
Και υπέροχα
Από την θέρμη
Των ευφυών κατασκευών μας

Είμαστε
Ωστόσο
Άνθρωποι
Και αρνητές μελίρρυτοι
Των πιο γενναιοφρόνων
Από τις μοναχικές προκρούστιες
Ευχές μας
Οδεύουμε υπερήφανοι
Τυφλοί από πάντα
Αλλά ευθυτενείς
Στη προγραμματισμένη καύση μας
Παρόντες
Πρώτη μας φορά
Συνειδητοί…

Ιαν 2010


Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010



Άλικο σώμα

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Αρνούμαι τη διαφυγή…

Δεν μπορώ να σου μοιάσω
Αδελφέ μου άνεμε
Συμπαγής είμαι
Και πιο φθαρτός
Πιο δοκιμασμένος
Απ’όσο φαίνομαι…

Σε μακέλεψε
Το ξέρω
Το χαμόγελό της
Έσπασε ο καθρέφτης σου
Και αποφεύγεις τα θραύσματα
Που σε ματώνουν…

Όπου πατάς πια
Είναι τα ίχνη της
Και αρκέσου
στην ανάμνηση ενός κόσμου
Που δεν στερεώθηκε ποτέ στο άδολο βλέμμα…

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Αρνούμαι την υπεκφυγή…
Είμαι νοητός
Κι όμως ένσαρκος
Κι επιτέλους
Με αγγίζω
Και νιώθω πως πονάω…

Σε νίκησε
Το χαίρομαι
Η ζεστασιά της
Απλωνόσουν
Σαν καταχνιά
Στη κάθε λέξη
Στη κάθε ανάσα μου
Και έχεις τώρα συρρικνωθεί
Σε ένα τόσο δα μικρό
Θαυμαστικό!

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Σε φιλοξενώ…

Αγνόησε τα σημάδια
Στο μαρμάρινο δέρμα μου
Αγνόησε τις λαιμητόμους
Στους ψιθύρους
Του αίματος
Αγνόησε τις στοιχειωμένες λίμνες
Στις σιωπές μου…

Αγκάλιασέ με μόνο
Κλείσε με στις παρενθέσεις
Της αποδοχής σου

Και νιώσε με που γεννιέμαι ξανά
στην επόμενη  
ζωντανή σου λέξη…

Ιαν2010

εικόνα: meneksedia.pblogs.gr

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010




Το κουτί…

συνάντησα
εκείνον τον άνθρωπο
Κυριακή μεσημέρι
στον Ηλεκτρικό
καθισμένο σ’ένα παγκάκι
κάπως σκυφτό
κάπως νεκρό

πλησίασα
είδα στα άσπρα μαλλιά του
που είχε πιάσει με ένα φτηνό λάστιχο
ανταύγειες από κόσμους
ανταύγειες από ανθρώπους
που ξοδεμένοι πια
σαν αναμνήσεις πολέμων
μάτωναν μονάχα τον αιθέρα γύρω του
και εξατμίζονταν αμέσως

πλησίασα κι άλλο
είδα τα χέρια του
δεν είχε δάχτυλα
είχε μαχαίρια
είχε λάμες
είχε θυμό
και ακουμπούσαν στα πόδια του
που ήταν κομμένα από τα γόνατα
και αιμορραγούσαν
τον εαυτό του
οσμίστηκα τη φρίκη
οσμίστηκα τη φυλακή
οσμίστηκα το απόλυτο
που κιόλας είχε ξεπεράσει
αιωνιότητες πριν…

ήθελα
ή δεν ήθελα
να δω το πρόσωπό του
πλησίασα κι άλλο
ο κόσμος γύρω
βιαστικός
χωνόταν στα βαγόνια
περνούσε
έφευγε
χανόταν
κανείς δεν μας κοιτούσε
κανείς δεν είχε βλέμμα
ποτέ δεν είχε…

έπρεπε να ησυχάσω τη καρδιά μου
ήξερα ποιος ήταν
ο χρόνος μου το έλεγε
η μυρωδιά της Ανάγκης
η ηττημένη ανάσα
της σκοτωμένης νιότης
έκλεισα τα μάτια μου

έτσι είπα
θα τον δεις καλύτερα

οι άνθρωποι γύρω
φιγούρες
περνούσαν
άφηναν οσμές
άφηναν χνώτα
άφηναν θλίψη
και ρουφούσαν ματαιότητα…

τον άγγιξα
τον είδα
στο μέτωπο
η γνώριμη ρυτίδα
στα χείλη
εκείνη η παιδική αμυχή

ένιωσα να με τραντάζει
ολόκληρη η Αλήθεια
να με συντρίβει
να με κλειδώνει
σ’ένα στενόχωρο κουτί

άνοιξα τα μάτια

δεν είχε φύγει
όπως θα ευχόμουν

για να πάρω ανάσα
έφυγα εγώ

δεν βιάστηκα
δεν είχα βήμα
δεν έκλαψα
δεν είχα δάκρυα

πώς να χωρέσεις στο στενό κουτί
εσένα
και την αλήθεια
συντροφιά;

πριν απομακρυνθώ
μονάχα
γύρισα
για μια τελευταία ματιά
εκεί ήταν
ακίνητος
σαν πετρωμένος χρόνος
νικημένος
και ανίκητος

τώρα πια
ελεύθερος...

Ιαν 2010