Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010




Ιερότητα…

Κοίταξέ τους!

Τι κάνουν;
αναρωτιέσαι…
χτίζουν
και γκρεμίζουν…
με τα στήθια τους
με τα μάτια τους
με τις λέξεις
και με τις σιωπές τους!

Κλέψε το ρυθμό τους
μην τον ακούς μονάχα
νιώσε τον!
πόση φροντίδα έχει τούτος ο ρυθμός!
δεν θα τον συναντήσεις
παρά μονάχα
στη μουσική των πλανητών
στο βροντερό σφυροκόπημα της ζωής
μέσα στις αρτηρίες
στην ανάσα όσων αληθινά
ερωτεύτηκαν
στην αλήτικη διάθεση του μαΐστρου
όταν σε αλλοπαίρνει στο πέλαγος…

Κοίταξέ τους!
Αιώνες τώρα
χτίζουν
και γκρεμίζουν
αιχμαλώτισε τούτο το ρυθμό
στο λέω αληθινά
πουθενά δεν θα τον ανταμώσεις…

Έχεις γευτεί την πρωινή δροσιά
ενός καινούργιου κόσμου;
έχεις γείρει το κεφάλι σου
στο στήθος της
πλήρης που αφήνεται
μετά τον έρωτά σας;
έχεις χαθεί στο βλέμμα ενός παιδιού
όταν σου εμπιστεύεται 
όλη την ύπαρξή του;

Κοίταξέ τους!
μην στέκεσαι στη κίνηση
μην δραπετεύεις απ’ τον ιδρώτα του μόχθου
την ιερότητα πλύσου!
την ιερότητα
καθώς ο θάνατος γίνεται ζωή
και άγια
πληγωμένα χέρια
της αθανασίας!

Δεκ 2009

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010



Πυρετοί κατιόντες

Οι νεκροί
ήρθαν εφιάλτες
στα χώματά μας
τους υποδέχθηκαν χορεύοντας οι Νύμφες
τους καταγέλασαν οι Άνεμοι
τους περιέπαιξαν οι Σάτυροι
το χρόνο τους πετσοκόψαμε
και τσιμπούσι στήθηκε
θριάμβου
κάτω ακριβώς
απ’τα θεόχτιστα τείχη μας
και την αποφορά τους
θα τραγουδά ο τυφλός ποιητής
εξαγοράζοντας φτηνά
μιαν υστεροφημία βέβαιη
ανάμεσα στους βροτούς

Λοιπόν, απόρθητη
είναι η πόλη μας
αιώνες τώρα…

Ύστερα είδα την Ελένη
άργησα είν’η αλήθεια
ν’ανταμωθώ
με το πέπλο της σιωπής της
ήταν χλωμή
σαν βροχερή αυγή
και νεκροφόρες αύρες
την έλουζαν
σαν πεθαμένο φως
κι όμως
χαμογελούσε
είχε στους λεπτούς της αστραγάλους
δεμένες νεκροκεφαλές
και απ΄το ποδόγυρό της
κρέμονταν
όλες οι λιακάδες μας…

Λοιπόν, ανώλεθρη
είναι η αλαζονεία μας
και περισσεύει αν χρειαστεί
για τον διωγμό μας…

Και λίγο πριν
μας φορτώσουν
στα μαύρα τους πλοία οι Έλληνες
να πουληθούμε ανδράποδα
στις εσχατιές του Αιγαίου
την είδα πάλι
ερχόταν από μακριά
φορούσε ένα διάδημα
από βότσαλα του ιερού μας ποταμού
στα δάχτυλά της
σαν παιγνίδι μικροσκοπικό
ο πρίγκιπας παραληρούσε
μισότρελος ο δυστυχής
και στα σανδάλια της
οι σκύλοι της Εκάτης
ουρούσαν και αφόδευαν
ό,τι ιερότερο αφήσαμε
αχνιστό ακόμα
ν’αναπαύεται
ιχώρ και δάκρυα
επηρμένης νιότης

Λοιπόν, ανόθευτος
θα είναι ο θάνατός μας
κόκκινος
σαν τους σπαραγμούς
των κατιόντων πυρετών μας
κι αν επιμένει ο γέρο-ποιητής
να μας θυμίζει στους αιώνες
τη ντροπή μας
χάρισμά του!
θα’ναι μια δόξα που νεκρανασταίνει πάντα
μονάχα λέξεις…

Φεβ 2010

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010



Ο ποιητής όργωνε με μανία το χωράφι του εαυτού του
Χρόνια και χρόνια δούλευε, κοπίαζε, στερήθηκε τον ύπνο, στερήθηκε τον κόσμο, στερήθηκε τη γλυκιά ανάπαυση της παραίτησης…

‘αφρόντιστο τούτο το κληροδότημα της Ειμαρμένης δεν θα αφήσω’ έλεγε και αρνιόταν την ‘πνευματικότητα’ με ένα μειδίασμα εωθινής ηδύτητας…

‘Ποιος είναι ο πνευματικός άνθρωπος;’, ρωτούσε τον εαυτό του, ‘μονάχα εκείνος που ξέχασε πως ποίηση είναι τα χέρια, είναι το βλέμμα, είναι η απαντοχή… πνευματικός είναι κείνος που λησμόνησε τον εαυτό του σε μια πολυθρόνα και αρνείται να επιστρέψει στη σκληρή καρέκλα… πνευματικός είναι κείνος που αφέθηκε στη τρυφή του μαλακού στρώματος και παράτησε το άβολο ντιβάνι εκστρατείας…’
‘στρατευμένος γεννήθηκα… στο χαράκωμα του είναι μου θα τελευτήσω…’ μονολογούσε

Την ιερότητα δεν ήθελε να εξοστρακίσει ο ποιητής
Κείνη τη μυστική ανάσα που σχηματίζει τον Λόγο στο θολό τζάμι της μοναχικής του καλύβης
Κείνο τον ερωτικό εαυτό που αναρπάζεται από τη Νύχτα και αξιώνει μια ομορφότερη μέρα…
Κείνο το σεμνό χαμόγελο της παιδικότητας που ζωγραφίζεται στα χείλη όταν όλος ο υπόλοιπος εαυτός δεν το γνωρίζει
Όταν ο νους δεν το γνωρίζει
Όταν η ψυχή δεν το γνωρίζει
Όταν ο χρόνος δεν το γνωρίζει…

Την μυστική συνάφεια με την Αλήθεια δεν ήθελε να προδώσει ο ποιητής
Και στερήθηκε Κυριακές με ηλιόλουστα παραδείσια βουλεβάρτα γεμάτα κοπελιές χαρούμενες και παιδιά θορυβώδη
Και στερήθηκε απογεύματα δίπλα στην αιωνιότητα της σιωπηλής θάλασσας
Και στερήθηκε πρωινά ζεστά που ακουμπάς τον ήλιο στο μάγουλο και είναι σα χάδι ερωμένης
Και είναι σα φιλί μοναχοκόρης πριν φύγει για το σχολειό…

Την αδειοσύνη της επίγνωσης αναζήτησε ο ποιητής
Και εργάστηκε σκληρά
Απάνθρωπα
Φιλόπονα
Στο εργαστήρι του εαυτού
Στο λατομείο της θλίψης
Στο εργοτάξιο της φθοράς

Έμεινε ως το τέλος όρθιος
Δάκρυσε μονάχα λίγο στο στερνό του συναπάντημα με τον ήλιο
‘δεν σε γνώρισα καλά αδελφέ μου, δεν σε φίλεψα σάρκα, δεν σου χάρισα αίμα, δεν σ’έκλεισα στη χούφτα μου με μανία…’ ψιθύρισε κομπιάζοντας
‘με συγχωρείς… απλώθηκα πολύ ως το απέραντο του φόβου και δεν σε πρόλαβα… χάραξέ μου το σαρκίο πριν αποδρομήσω… δεν φεύγω ικέτης… έρχομαι θεωμένος, έρχομαι φωτεινός!’

Κοίταξε τα κουρασμένα χέρια του
Και δεν λυπήθηκε
Άγγιξε τα κουρασμένα μάτια του
Και δεν λυπήθηκε
Χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά του
Και δεν λυπήθηκε
Γύρισε, κοίταξε το φτωχικό του δώμα
Και δεν λυπήθηκε

Έγλειψε τα στερημένα χείλια του
Και αναλύθηκε σε λυγμούς…

Οκτ2010

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010





Από την ήττα
τίποτε δεν υπάρχει πιο αληθινό…

Στο ξεχέρσωμα του χθες
δεν βρίσκεις σύσκηνο τον εαυτό σου,
στρατιώτης που απέδρασε
από ένα ερειπωμένο στρατόπεδο,
αναρωτιέσαι για την δραστηριότητα
που δεν έγινε δράση,
για την επαναστατικότητα
που δεν έγινε επανάσταση,
για την ορμή
που δεν έγινε πράξη,
για τον έρωτα
που δεν έγινε αγάπη…

Στο συναπάντημα του ακέραιου ονείρου
δεν βρίσκεις συνένοχο το βλέμμα,
προδομένος εραστής που υμνεί μονάχα πια
τον ματωμένο χρόνο,
αναρωτιέσαι για την σάρκα
που δεν έγινε σώμα,
για την διαφορετικότητα
που δεν έγινε διαφορά,
για το άγγιγμα
που δεν έγινε επαφή
για την λέξη
που δεν έγινε λόγος,
για το ψέμα
που δεν έγινε αλήθεια…

Δεν βαφτίζεις το αύριο
ραντίζοντάς το με το χθες…

Απλώθηκες πολύ και χάθηκες
ανοίχτηκες πολύ και τώρα πια δεν κλείνεις
χαράχτηκες βαθιά και τώρα πια αιμορραγείς
όχι για να καταλήξεις οριστικά στο απρόσωπο
αλλά για να αντικρίζεις αδιάκοπα
εκείνο που ήταν να γίνεις
και δεν έγινες ποτέ…

Από την ήττα
τίποτε δεν υπάρχει πιο αληθινό…

-2004-

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

orange (22)

Στο πέρασμα της σιωπής…

Στον Κήπο των Ευχών…
Θα ξεκινήσω με κάτι απλό
είπε ο Ανάντα
θα ξεκινήσω με κάτι που έχω
που, έστω, νομίζω ότι έχω
θα ξεκινήσω με κάτι που μου δόθηκε
με το χέρι μου
με το πόδι μου
με τη μύτη μου
με τα στήθη μου
με το σώμα μου
με αυτό που αγγίζω
με αυτό που βλέπω
τον πρώτο καιρό θα ασχοληθώ με αυτό που βλέπω
τον υπόλοιπο, εκείνο που με βλέπει θα ασχοληθεί με μένα
αν είμαι τυχερός
και ευλογημένος…

Στο Δωμάτιο των Αναμνήσεων…
Θα ασχοληθώ με τις διαστάσεις μου
είπε ο Ανάντα
είμαι άραγε πολύ μικρός;
για κείνο το μυρμήγκι
είμαι τεράστιος
αλλά για τον ελέφαντα
είμαι μικρός και ασήμαντος
για τις ρυτίδες του χρόνου
είμαι πολύ συμπαγής
αλλά ενώπιον των χιλιάδων ενσαρκώσεων της θλίψης
είμαι ένα μικρό υποσύνολο του τίποτα
τον πρώτο καιρό θα ασχοληθώ με τις διαστάσεις μου
και μετά
εκείνο που δεν έχει διαστάσεις
θα ασχοληθεί με μένα
αν είμαι τυχερός
αν είμαι ευλογημένος…

Στην Αίθουσα των Παρορμήσεων…
Θα ασχοληθώ με το λόγο
είπε ο Ανάντα
είναι άραγε σημαντικό να μιλάμε
τόσο πολύ;
είναι αναγκαίο να αναλύουμε, να τεμαχίζουμε, να διασπάμε…
συνεχώς, όλο και περισσότερο
όλο και βαθύτερα
όλο και τελειότερα…
όλες αυτές οι λέξεις
όλα αυτά τα βιβλία
όλη αυτή η φλυαρία…
κι αν ο λόγος μου είναι ένα τεμαχισμένος
μήπως είναι επειδή είμαι έτσι κι εγώ;
τον πρώτο καιρό θα ασχοληθώ με το λόγο
και μετά εκείνο που δεν τεμαχίζεται
που δεν διαλύεται
που δεν αναλύεται
θα ασχοληθεί με μένα
αν, φυσικά, είμαι τυχερός
αν είμαι ευλογημένος…

Στο Δωμάτιο του Κενού…
Θα ασχοληθώ με τη σκέψη μου
είπε ο Ανάντα
είναι απαραίτητο να σκέπτομαι
τόσο πολύ;
είναι προνόμιο ή κατάρα
να είμαι γεμάτος από τα νέφη
εκατομμύριων στοχασμών
και χιλιάδων σκέψεων;
και αν μπορώ να σταματήσω τη σκέψη
και αποφασίσω να δράσω
τι με σταματάει;
μήπως μια άλλη σειρά σκέψεων;
τον πρώτο καιρό
θα ασχοληθώ με τη σκέψη
και μετά εκείνο που είναι έξω από τη σκέψη
και πέρα από τη σκέψη
θα ασχοληθεί με μένα
αν είμαι βέβαια τυχερός
και ευλογημένος…

Στο Πέρασμα της Σιωπής…
Θα μελετήσω τη σιωπή
ανάσανε ο Ανάντα
η σιωπή είναι ο κύκλος
και χάραξε στην άμμο το σχήμα
στη μέση ο άνθρωπος
και έφτιαξε μια κουκίδα
γύρω από τον άνθρωπο
όλα ετούτα που βλέπουμε
όλα ετούτα που αισθανόμαστε
αναστέναξε ο Ανάντα
έξω από τον κύκλο
όλα εκείνα που φοβόμαστε
όλα εκείνα που αρνιόμαστε
και έσφιξε τη γροθιά του
λέω απόψε
να μελετήσω μονάχα τη σιωπή
δάκρυσε ο Ανάντα
και χαμογέλασε στον κάθε μαθητή ξεχωριστά
και ύστερα εκείνο
που είναι και σιωπή
και ανάσα
και φόβος
και άρνηση
και θέση
και αγάπη
ίσως να θελήσει να με αγγίξει
αν είμαι τυχερός
αν είμαι ευλογημένος
και φίλησε τους μαθητές του
τους αγαπημένους του
έναν προς έναν
και τους αποχαιρέτησε…

Σεπ 2009