Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010




Μαζί με το ρολόγι, που εδώρισε κάποτε ο Σολωμός σ’ένα βαφτιστικό
του με την ευχή να του μετράει το χρόνο ευτυχισμένο, αφού
σ’εκείνον πολύ λίγες χαρούμενες ώρες έστερξε
να μοιράσει, του χάρισε και μια λατινική επιγραφή
χαραγμένη στην όψη ενός σιγγιλίου:
vera amo, vera sequor…”

(Δημήτρης Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού)


Έτσι είναι το αν-απόφευκτο
έτσι μαθαίνεις να δρας
χωρίς να αφήνεις ίχνη
αν είναι όχι να επιβιώσεις
αλλά να ζήσεις μια ολόκληρη ζωή
να μην πεθάνεις μισός και σκωληκόβρωτος
κι αν είναι να μάχεσαι ως το τέλος
να μην έχεις διεκπεραιώσει το βίο σου
στην Καβαφική μελαγχολία του ασήκωτου φορτίου
αγαπώντας όσα αναζήτησες
και αναζητώντας όσα αγαπάς…

Καμιά φορά
εξοικονομώντας λίγη ακόμη αθανασία
δεν το κατάλαβες ότι είσαι παρών
στο ίδιο σου το μνημόσυνο…

και έχεις ένα πλατύ χαμόγελο
όπως την ημέρα που σε επισκέφτηκαν
και σου ανακοίνωσαν ότι δεν έχεις πια άλλο βλέμμα
πως όλο έχει γίνει αίμα
και κυλάει στις φλέβες σου…

αλλά ήρθε με το χαμόγελο και μια γρήγορη σκιά
σε άγγιξε σαν παγωμένη τύψη
και ξέρεις πια πολλά που χτες δεν ήξερες

και στέκεσαι αγέρωχος
κοιτάς στον καθρέφτη της ψυχής σου
ένα παιδί που αρνείται να ευτελίσει το άπειρο
ψάχνοντας για όνειρα στο πεπερασμένο…

είμαι μαζί σου
αν δεν το κατάλαβες…

σε τούτο το καθρέφτη…

Νοε 08
‘Παιδιάστικα πράγματα’
μου είπες κάποτε
τα ποιήματα
αλλά τι να κάνουμε
ματώνουμε ακόμη
στις αιχμές του αόρατου…

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010






Νυχτοβάτης


Ο Νυχτοβάτης κοιτούσε το γυμνό του είδωλο στο μεγάλο, όρθιο, οβάλ καθρέφτη.

Για πολλή ώρα έμεινε ανέκφραστος.
Για κάποιον παράξενο λόγο, ήξερε ότι ερχόταν η στιγμή που το είδωλο θα συνομιλούσε μαζί του.
Για κάποιον άλλο παράξενο λόγο, ήταν έτοιμος γι’αυτή τη συνομιλία.
Κι έτσι, δεν τον πτόησαν οι αμείλικτοι αιφνιδιασμοί.

Κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον πρώτο όταν αντίκρισε το πρόσωπό του. Δεν εμφανιζόταν ολόκληρο. Σχεδόν το μισό έλειπε. Μισό πρόσωπο δεν σημαίνει μισή ύπαρξη, σκέφτηκε, σημαίνει διπλός μόχθος για να χτίσεις την επάρκεια της ψευδαίσθησης.

Κλήθηκε να αντιμετωπίσει το δεύτερο όταν διέκρινε τα έντονα, σκούρα σημάδια στο ένα του χέρι, λίγο πάνω από τον αφαλό και στα πόδια του. Ήταν πλατιές, γκρίζες κηλίδες.
Ανασαίνουν, σκέφτηκε και τον ρίγησε η λέξη που δεν τόλμησε να γίνει ήχος.

Κι ύστερα αντίκρισε τον τρίτο, τον ισχυρότερο αιφνιδιασμό.
Το είδωλό του… παλλόταν… έτρεμε… σα να ήταν μια παράξενη ολογραμμική προβολή και όχι η πιστή αποτύπωσή του. Σα να επρόκειτο για μια φασματική εικόνα χαμηλής ενέργειας που πάλευε να κρατηθεί, να μην σβήσει, να παραμείνει ζωντανή…
Πεθαίνω, σκέφτηκε ξανά και τούτη η τρομερή λέξη δεν είχε κανένα βάρος, καμιά θλίψη, κανένα συναισθηματικό περιεχόμενο. Ήταν μια απλή, καθαρή, σχεδόν κλινική διάγνωση.

Σήκωσε το αριστερό του χέρι και παρακολουθούσε να επαναλαμβάνει τη κίνηση το είδωλό του. Χάιδεψε το λαιμό του και το στήθος του. Και τότε το είδε για πρώτη φορά. Το είδωλό του πονούσε. Το απαλό αυτό ταξίδι στο σώμα προκάλεσε έναν μορφασμό δυσαρέσκειας στο τεμαχισμένο πρόσωπο του ειδώλου του. Μπορούσε να το δει καθαρά. Το φάσμα του πονούσε και αυτόματα έριξε ξανά το χέρι του κάτω.
Επανέλαβε το ίδιο μετά με το άλλο του χέρι. Το έφερε πάνω από το σημείο των γεννητικών του οργάνων. Όταν τα άγγιξε ο ίδιος μορφασμός ζωγραφίστηκε στο μισό πρόσωπο.
Το είδωλό του τρεμόπαιξε έντονα. Για μια στιγμή μάλιστα, ήταν σίγουρος γι’αυτό, χάθηκε εντελώς… πέρασε μια άπειρη στιγμή ώσπου να το ξαναδεί να αχνοσχηματίζεται εκ νέου στον καθρέφτη εμπρός του.

Μικραίνω… μικραίνω όλο και πιο πολύ… μονολόγησε μελαγχολικά και για πρώτη φορά επέτρεψε τη φωνή του να ηχήσει στο δωμάτιο. Εκείνο που είναι να αυξηθεί πρέπει να ανθίσει… εκείνο που είναι να συρρικνωθεί πρέπει να εκλείψει… είπε ξανά και ύστερα σίγησε.

Ο Νυχτοβάτης αισθάνθηκε μια παρουσία δίπλα του. Ήταν ο αδελφός του, ένας λευκός θηριώδης λύκος που κάθε πανσέληνο τον επισκεπτόταν για λίγες ώρες ως το ξημέρωμα. Ο λύκος ανάσαινε αργά και τον πλησίασε με προσοχή. Μετά κούρνιασε στα πόδια του.
Μονομιάς το είδωλο του Νυχτοβάτη σταθεροποιήθηκε. Έγινε ανάγλυφο, ζωηρό ακόμα και λαμπερό.
Αδελφέ μου!, είπε τρυφερά ο Νυχτοβάτης και άγγιξε τον λύκο μονάχα με την απαλή φωνή του.

Δεν έχω συνείδηση της ύπαρξής μου… άρχισε να μονολογεί πάλι και το είδωλό του παλλόταν ανάλογα με την ένταση της φωνής του. Ποτέ δεν επέτρεψα τούτη την πολυτέλεια στον εαυτό μου. Συνείδηση της ύπαρξης σημαίνει να μπορείς να ορίσεις τα πράγματα μονάχα από το εσωτερικό τους φως… είπε ξανά και χάιδεψε απαλά για πρώτη φορά με το χέρι του το όμορφο ζώο. Ένιωσε την ζεστή του ανάσα στο χέρι του και χαμογέλασε. Ήταν ένα αλλόκοτο χαμόγελο. Και δεν είδε το μισό του πρόσωπο στον καθρέφτη. Εκείνο δεν χαμογελούσε.

Δεν μας αγάπησε ο ήλιος αδελφέ μου… εμείς ήπιαμε γάλα απ’τα μαστάρια της Νύχτας, είχαμε μάνα την ασημένια Πανσέληνο και ορφανοί από πατέρα πορευτήκαμε ως τα τώρα… δεν μας αγκάλιασε κανένα φως εμάς, δεν μας έθρεψε η ζέση του καλοκαιριού, δεν μας νανούρισε η ραθυμία του μεσημεριού… κι όμως… φιλοξενούμε ένα ολόκληρο κόσμο… και δεν νιώσαμε ποτέ την ορφάνια… συνέχισε να μονολογεί ο Νυχτοβάτης και τα σημάδια στο είδωλό του μεγάλωναν… γίνονταν μελανές νησίδες στο ευαίσθητο, χλωμό του σώμα.

Ο μεγάλος λύκος όρθωσε το σώμα του και γρύλλισε.

Το ξέρω, ξημερώνει. Θα πρέπει να φύγεις… πήγαινε στην απλωσιά Της αδελφέ μου, ξεκουράσου στην αρχαία αγκαλιά Της… για μένα στερεώνεται η μόνη αλήθεια λεπτό το λεπτό… σ’ευχαριστώ… είπε και αισθάνθηκε έναν λυγμό να αναδύεται απ’τα σωθικά του και να του κλείνει το λαιμό.
Το πανέμορφο ζώο χαϊδεύτηκε για μια στιγμή στο σώμα του Νυχτοβάτη, σήκωσε το βλέμμα του αιχμαλωτίζοντας την αιωνιότητα της στιγμής στα μάτια του και μετά, ήρεμα και θλιμμένα αποχώρησε.

Τα σημάδια ολοένα και μεγάλωναν. Τώρα πια είχαν απλωθεί παντού. Το είδωλο άρχισε να τρεμοπαίζει πιο έντονα. Ο καθρέφτης έμοιαζε με την επιφάνεια μιας ρυτιδιασμένης λίμνης. Ο Νυχτοβάτης δεν μπορούσε να διακρίνει το είδωλό του.

Πονούσε.
Φοβόταν.
Έκλεισε τα μάτια του και ονειρεύτηκε την γέννησή του. Ονειρεύτηκε τη Νύχτα, τους αστερισμούς, τις τροχιές των κομητών, τα αλυχτίσματα των αδελφών του στα μεγάλα δάση, τις ξάστερες βραδιές κάτω απ’το στερέωμα, τη γεύση των ποταμιών και το τραγούδισμα του νερού όπως κυλούσε.

Δάκρυσε.
Τα μέλη του μούδιαζαν.
Ο χρόνος κάλπαζε ξέφρενα.
Οι ανάσες του, ακριβότερες από ποτέ, χύνονταν μια μια στο κατώφλι της αυγής…

Έρχομαι Μάνα… μπόρεσε να ψελλίσει και όλο του το κορμί αντιλάλησε βουβά το σπαραγμό του.

Το τελευταίο που αντίκρισε στον καθρέφτη όταν άνοιξε για ύστατη φορά τα μάτια του, ήταν μια λευκή, μικρή κουκουβάγια που άνοιγε τα φτερά της κι ετοιμαζόταν να πετάξει στην ελευθερία…


νοε2010

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010




Δαφοινό

Εγώ
με τα χέρια μου
θα σκάψω το χώμα που πάτησες
βαθιά
ώσπου να βρω το αίμα μου
να το αντλήσω με τα δάχτυλά μου
να μεταγγίσω στο κορμί μου
το δαφοινό του πνεύμα
να αγριέψει ο μερωμένος του αφρός
ν’αρχίσει ν’ανασαίνει πάλι…

έπεσαν όλοι οι βράχοι
απ’τον ουρανό
η Γη ανάποδα γύρισε
κάτω απ’τα πόδια μου είναι τα σύννεφα
κάτω απ’το βλέμμα μου
είναι πια το άπειρο
κρατιέται ο αιώνας
από μια κλωστή
δεν έχει αρθρώσει ο Προφήτης
τη φοβερή απειλή
που θα μαυρίσει το στερέωμα
αιχμάλωτος σύρθηκε
ως τα έγκατα της συγνώμης
δεν ήξερε
δεν μέτρησε τις ιαχές
δεν συρρικνώθηκε σε μια πρανή κηλίδα
και ποιος θυμάται
όσους αμέλησαν το Απόλυτο;

Λοιπόν
εγώ
με τα χέρια μου
με όσα δάχτυλα μάτια
μου απέμειναν
με τις φλέβες σχισμένες
και το ιχώρ της Εκάτης
να ραντίζει το χώμα
εγώ θα σκάψω
όσο βαθιά μπορώ
όσο βαθιά τολμώ
θα σε ξεθάψω
απ΄το γεωργό σου μνήμα
στη βρυαρή σου νιότη
θα σ’αναστήσω
θα σου φυσήξω ζωή
στα πνευμόνια
και θα σε περιμένω
να ψελλίσεις
το ακατανόητο
για μια στιγμή
προτού χυθείς ξανά
στο αδαμικό σου στρώμα…

ένας Απόλλωνας μικρός
μια δέσμη άκτιστου πρωινού φωτός
το πρώτο μου ποίημα
τα παιδικά μου δάκρυα

ό,τι κι αν έχω
ό,τι απέμεινε

κείνο το άγγιγμα του πρώτου ήλιου
η δαμασκηνιά αυγή του φεγγαριού
οι αδέξιες ζωγραφιές μου
το μυστικό χάδι της μητέρας μου
και οι στερνές κουβέντες του πατέρα μου

εγώ
με τα ίδια μου τα χέρια
αλήθεια στο λέω

στα φέρνω εδώ
στο αρχαίο σου δώμα
τα καταθέτω
αν είναι κάτι να’χεις δίπλα σου
η πιο ακριβή μου αλήθεια να είναι

μαζί σου
στο αιώνιο που θάλλει
και δεν υπόσχεται τίποτε…

νοε2010 


Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

13845-fullsize




Πέπλο…

Ο δρόμος αυτός
έμοιαζε με παγωμένο σώμα
πάνω του ξεκουραζόταν
ολόκληρος ο εφηβικός μου ήλιος
τα βλέφαρα είχαν στερεωθεί
σπλαχνικά
σε μια γωνία φιλόξενη
τα χείλη ζωγράφιζαν την προσδοκία
και τα δάχτυλα έδειχναν
στο μόνο που κυοφορεί το Εν
το αλλιώς...

ρίγος…

το ρίγος των χιλίων αιώνων
που ο Άχρονος εισπνέει το σκοτάδι του
μέχρι να το εκπνεύσει πάλι
σάρκινο φως…

περπατούσα μόνος
σε μια απέραντη ολάνθιστη θάλασσα
ακόμη δεν είχες φανεί
κρυβόσουν πίσω από τις αγκύλες του νου
περίμενες
το βήμα μου να γίνει δίψα για έρωτα
το βλέμμα μου
να γίνει χορός ερωτικός
το αίμα μου
να κοχλάσει από τον πυρετό
και είχες δυο μάτια λόγχες
και με κοιτούσες…

αυτός ο δρόμος
μοιάζει με το πέπλο της Ίσιδας
αργολικνίζεται στο σούρουπο της κατάβασης
υπόσχεται την αποκάλυψη
υπόσχεται την χιλιοπόθητη ένωση
με κείνο το άγγιγμα
που απελευθερώνει
που μαχαιρώνει
που λυτρώνει…

ρίγος…

το ρίγος των μυρίων αιώνων
που ο Άνθρωπος
ο γιος του Ανθρώπου
αποποιείται το απρόσιτο
και σαρκώνεται
φιλόδοξα
και λάγνα
στο δέμας του φθαρτού
στο σπέρμα του θνητού
ενηλικιώνεται…

ήρθες
μου κράτησες το χέρι σφιχτά
χαμογελούσες
δεν είπες τίποτα
δεν σπατάλησες σε λέξεις
τούτο που βιώνεται
μονάχα στη σιωπή του Ιερού

και στο αρχαίο

ρίγος…

Φεβ 2010
φωτο [kiti] http://1x.com