Σάββατο, 30 Απριλίου 2011




Στάση ανθρώπου

Όλοι έλεγαν
Πως ο Ν. ήταν χαζός
Τα πρωινά ξεχνιόταν
Δεν πήγαινε σχολείο
Περπατούσε δίπλα στη θάλασσα
Έπαιρνε βότσαλα στα δάχτυλά του
Τα πετούσε μακριά
Κυνηγούσε τους γλάρους
Και γελούσε
Έπεφτε στην αμμουδιά αποκαμωμένος
Και κυλιόταν ώσπου να κουραστεί για τα καλά
Και γελούσε
Ανάσαινε τη θέρμη από τη μητέρα Γη
Και γελούσε
Και όλοι έλεγαν πως ο Ν.
Ήταν ηλίθιος

Μεγάλωσε σε μια γειτονιά
Που τα παιδιά ήταν το ίδιο σκληρά
Όπως σε όλες τις γειτονιές του κόσμου
Τον έβαζαν πάντα με τους χαμένους
Ή με τα κορίτσια
Κι άλλες φορές μόνο του τον άφηναν
Και του πετούσαν τη μπάλα δυνατά
Για να πονάει
Εκείνος έπιανε τη λασπωμένη μπάλα
Και γελούσε
Χάιδευε τα όμορφα μαλλιά της Ρ.
Της πριγκίπισσάς του
Που βλέμμα δεύτερο δεν είχε για κανέναν
Και γελούσε
Έτρεχε στις κατηφόρες ως το σπίτι του
Έπεφτε στην άσφαλτο
Μάτωνε τα πόδια του
Έμπαινε ιδρωμένος στο σπίτι του
Και γελούσε
Και όλοι έλεγαν πως ο Ν.
Ήταν οπωσδήποτε χαζός.

Φίλους δεν είχε ο Ν.
Κανένας δεν τον ήθελε παρέα του
Εκτός από τα βράδια
Όταν άνοιγε το παράθυρό του
Κι άφηνε τον αγέρα να δροσίσει τα μαλλιά του
Έγινε φίλος του η νύχτα
Τα μακρινά αστέρια
Και η σελήνη
Που έκλεινε στα δάχτυλά του
Να, τόση δα γινόταν
Στη παιδική του χούφτα
Και γελούσε
Κι όταν η μητέρα του τον φιλούσε
Και του μιλούσε για μέρη μακρινά
Γελούσε
Και όταν ο πατέρας του
Του έσφιγγε το χέρι δυνατά
Για ν’αναμετρηθούνε
Γελούσε
Ναι
φίλους δεν είχε ο Ν.

Κάποτε
Η μητέρα του πέταξε μακριά
Έγινε κομμάτι τ’ουρανού
Κι εκείνος σήκωνε το βλέμμα του ψηλά
Την έβλεπε
Της κουνούσε το χέρι
Και γελούσε
Ερχόταν ο πατέρας του τα βράδια σπίτι
Σκούπιζε τα δάκρυά του
Έμπαινε στο δωμάτιο να πει μια καληνύχτα
Μύριζε η ανάσα του βαριά
Μύριζε ταβέρνα και μοναξιά και θάνατο
Έπαιρνε το γιό του αγκαλιά
Κι ο Ν. γελούσε
Κι όλοι ήταν σίγουροι πια
Πως μέσα στην ορφάνια του ο Ν.
Έγινε ακόμα πιο ηλίθιος
Απ’όσο ήταν

Κάποτε
τον διώξανε απ’το σχολείο
Έπρεπε να πάει στα ‘ειδικά’ παιδιά.
Και ο Ν. φοβήθηκε
Πως θα χάσει την μοναδική του συντροφιά
Την πριγκίπισσα του.
Εκείνη του υποσχέθηκε πως όπου κι αν τον πάνε
Θα έρχεται να τον βλέπει
Ψέματα του έλεγε
Για να τον ξεφορτωθεί
Μα ο Ν. ήταν ηλίθιος
Την πίστεψε
Και όταν τον έβαζαν στο αυτοκίνητο
Γελούσε

Μια μέρα
Ήρθε ο διευθυντής εκείνου του σχολείου
Για τα ‘ιδιαίτερα’ παιδιά
Και είχε κόκκινα τα μάτια
Και κομπιαστή φωνή
Του είπε πως ο πατέρας του
Δεν άντεξε άλλο
Έφυγε κι αυτός
Να συναντήσει την γυναίκα του
Σε κάποιο κόσμο όπου τα βλέμματα των ανθρώπων
Θα είναι καθαρά
Και τα χαμόγελά τους
Μόνο για να ζεσταίνουν τις καρδιές
Κι όχι για να πληγώνουν.
Ο Ν. δεν έκλαψε
Δεν ήξερε τι σήμαινε ‘ορφανός γονέων’
Κείνη την ώρα σκεφτόταν τη θάλασσα
Και πως μπορεί κανείς πετώντας
Να τα βλέπει όλα από ψηλά
Και να μεθάει!

Μονάχα να πετάει ονειρευότανε ο Ν.
Να χαίρεται μαζί με τα πουλιά
Να μην του λέει κανείς
Πόσο δυστυχισμένος είναι ένας ορφανός
Να μην γελάει κανείς
Με το δικό του γέλιο
Να μην του κλέβει τα μολύβια
Να μην του λέει ψέματα
Μπάλες στο πρόσωπο
Να μην του πετάει
Να μην τον λέει χαζό
Να τον αφήνει μόνο

Περνούσαν τα χρόνια
Για όλους τους ανθρώπους
Τα χρόνια περνούσαν
Και οι εποχές γίνονταν
Μέσα στην καρδιά του Ν.
Ένα συμπαγές
Σκοτεινό κουτί
τα χέρια του έγιναν
πιο σκληρά από τους βράχους
άκαμπτα
και τον πονούσαν
Το γέλιο χάθηκε
Απ’το πρόσωπό του
Το βλέμμα χάθηκε
Απ΄τα μάτια του
Κι ο ίδιος χάθηκε
Απ΄τον εαυτό του

Ο Ν. γερνούσε
Μέσα σε μια ψυχιατρική κλινική
Μόνος

Κι ένα απόγευμα
Ο Ν. είδε το ομορφότερο όνειρο της ζωής του

Εκεί όπως αντάμωνε ο ήλιος τον ορίζοντα
Και έκαιγε τις τελευταίες του ακτίνες
Μέσα στη θάλασσα
Είδε τους όμορφους γονείς του
Γελούσαν και φιλιόντουσαν
Δίπλα στον ήλιο
Και τον καλούσαν με νεύματα
Και του έλεγαν να μπεί μέσα στο νερό
Και να τους συναντήσει
Σάστισε ο Ν. για μια στιγμή
Κι άρχισε πάλι
Ύστερα από αιώνες
Άρχισε πάλι να γελάει!
Είδε την θάλασσα μπροστά του
Να του ανοίγει την μεγάλη αγκαλιά της
Γαλήνια, γλυκιά, φιλόξενη
Και ποιος θα μπορούσε ν’αγνοήσει αυτό το κάλεσμα;
Άρχισε να γελάει δυνατά
Και χώθηκε μέσα της
Το τελευταίο που αντίκρισε
Ήταν τον πατέρα του
Να έχει αγκαλιάσει τη μητέρα
Και να της δείχνει εκείνον
Και να καμαρώνει
Πως μπόρεσε
Εκείνος που όλοι τον κορόιδευαν
Πως ήτανε χαζός
Να κάνει τη θάλασσα
Το δρόμο που οδηγεί στ’αστέρια
Και μόνος του πια
Ο Ν. δεν θα ήτανε ποτέ!
Μόνος ποτέ!

Βρήκαν το Ν. εκείνο το πρωί
Ξαπλωμένο στο γρασίδι της αυλής
Κανείς δεν το κατάλαβε
Κανείς ποτέ δεν το εξήγησε
Ήταν βρεγμένος
Από θαλασσινό νερό!

Και το πιο… μακάβριο
Το ανεξήγητο
Ακίνητος
Σε στάση εμβρύου
Χλωμός
Σε στάση ανθρώπου

Χαμογελούσε

Χαμογελούσε!…

Απρ.2011

Φωτ: Miss The Rain 

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011



Απλοϊκά…

Μου πήρε χρόνια
Μου πήρε εαυτούς
Ντροπές μου ζήτησε
Και χαμαιλέοντες φόβους
Μα προσαρμόστηκα...

Να περπατάω στον εαυτό μου
Και να μην με ανταμώνω
Φωτιές να ορθώνω στο κορμί μου
Και να τις βλέπω δροσερές πηγές
Να με αγγίζω
Και να’ναι η αίσθηση ενός άλλου…

Δύσκολο ήταν
Μονάχα στην αρχή
Μα η θυσία έγινε
Και η τελετή
Δεν είχε μεγαλείο κανένα
Το αίμα που έτρεχε
Πρόσεχα μόνο
Να μην ποτίζει τα όνειρά μου
Αλλά να πλένει από τις ενοχές
Όσες δεν καταδέχτηκαν
να γίνουν λέξεις

Το έμαθα λοιπόν
Το χάραξα
Στο μενταγιόν του πόνου
Να τρέφομαι
Μονάχα με τον ελάχιστο
Από τον ήλιο που δικαιούμαι

Να έχω δάνειες φωνές
Και να τις λέω δικές μου

Να με φονεύω ηρωικά
Και να με αθωώνω…

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Και πρόστυχα με βάφτισα ποιητή
Για να ξορκίζω το βλέμμα του οίκτου
Πάνω στην άθλια φορεσιά μου

Το σκάλισα λοιπόν κι αυτό
Στο εκκρεμές ομοίωμά μου
Να έχω πυρετούς εγωισμού
Και να τους λέω έρωτες!

Στην απέναντι όχθη να με αντικρίζω
Αλλά να μην μπορώ να φτάσω ως εκεί
Και κάποτε πια
Να μη με νοιάζει

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Δεν κάνω για ποιητής εγώ
άνθρωπος στο δρόμο του Ανθρώπου 
ίσως
Έτσι, σκανδαλωδώς απλοϊκά


Κι έχω οφειλές ακόμη…

Δεκ 2009

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011



Κάποτε ο άνθρωπος των Ημερών που Ήταν, πλησίασε το μοναχικό κορίτσι που έπαιζε στην αμμουδιά.
Σε μια αμμουδιά που δεν είχε θάλασσα.

-είσαι ο θάνατος, του είπε
-είμαι ο απρόσωπος, απάντησε εκείνος
-δεν θα σου δώσω το χέρι μου… μπορώ αν θέλεις να σου δώσω μια ανάσα μου, ένα από τα όνειρά μου, αυτό το μικρό κάστρο που φτιάχνω στην άμμο…, του είπε ξανά.
-δεν σου ζητώ τίποτα, της είπε, τίποτε από όσα έχω…
-δεν ρέεις ποτέ;, τον μάλωσε εκείνη
-δεν έχω την εποπτεία της ροής μου, της είπε…
-δεν θα σου δώσω το χέρι μου… του ξανάπε
-μπορώ να διεκδικήσω ένα από τα χαμόγελά σου;, την ρώτησε σιωπηλός
-δεν ξέρω να χαμογελώ σε έναν άνθρωπο χωρίς πρόσωπο, είπε σιωπηλά κι εκείνη
-αν μου αρνούνται συρρικνώνομαι… , είπε με παράπονο εκείνος
-να γίνεις μικρός, να χωρέσεις στο κάστρο μου, είπε εκείνη

Και τον έκλεισε μέσα στο κάστρο

Αργότερα την πλησίασε ο άνθρωπος των Ημερών που Είναι.

-είσαι ο πόνος, του είπε.
-είμαι ο πόνος αλλά και ό,τι ακυρώνει το πόνο, της απάντησε
-χορεύεις;
-μπορώ να χορεύω όσο θέλεις αρκεί να μου χαμογελάσεις, της είπε
-δεν μπορώ να χαμογελάσω σε έναν άνθρωπο που είναι ο πόνος, του είπε
-είμαι η μήτρα και ο φόβος… θέλεις να παίξουμε;, την προσκάλεσε
-μπορείς να γίνεις άμμος;
-μπορώ να γίνω ό,τι θέλεις αρκεί να μην το ψελλίσεις, της είπε
-γίνε άμμος και μεγάλωσε το κάστρο μου, σκέφτηκε εκείνη

Και το κάστρο της έγινε μεγάλο όσο κι εκείνη.

Κι ύστερα την πλησίασε ο άνθρωπος των Ημερών που Είναι Να’ρθουν

-είσαι ο έρωτας, του είπε
-και αποσπώ από το σήμερα ό,τι μου αρνείται το όνομά του, της είπε
-δεν θα σου πω ποτέ το όνομά μου, απάντησε εκείνη
-αρκεί να μου χαμογελάσεις μια στιγμή
-πώς να χαμογελάσω στον άνθρωπο που ξέρει μονάχα να κλέβει, τον μάλωσε
-είμαι κλέφτης των προσευχών, μείνε ήσυχη και στατική για μια στιγμή, την προσκάλεσε
-κάνε μου μια θάλασσα, του είπε.
-αν σου κάνω μια θάλασσα θα μου χαμογελάσεις;
-κάνε μου μια θάλασσα, του είπε ξανά.
-αν σου κάνω θάλασσα θα χαθώ.
-κάνε μου μια θάλασσα να ξεπλύνει το κάστρο μου, του ξανάπε

Και η θάλασσα απλώθηκε μπροστά τους.
Το κάστρο διαλύθηκε στους αφρούς της.
Το κορίτσι χαμογέλασε.

Και ο άνθρωπος των Ημερών που Είναι Να’ρθουν αφανίστηκε…

Σεπ2010

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011



Πρώτη ως Εβδόμη


Πρώτη θα καταναλίσκεται
η Δύναμη
γεννημένη από αιώνων στοχασμούς
και δακρυσμένη
βουβά θα περιμένει
το Απροσδόκητο

κάπως σαν το τελευταίο σου φιλί
κείνο το βράδυ που μου είπες
"να προσέχεις"
κι ύστερα χωρίσαμε...

Δεύτερη θα εκπυρώνεται
η Αμετροέπεια
όχι πως ποτέ στάθηκε μάνα άστοργη
όλων εκείνων των πόθων που χρεώθηκε
μα από παιδί κλονίζομαι σαν έρχομαι
του χρόνου ερωμένος κι όχι εραστής
και αδικαίωτος αρνούμαι να σε εγκαταλείψω
σε μια λήθη
που θα είναι μεγαλύτερη από σένα...

Τρίτη θα αποδομείται
η Ισορροπία
και θα βουλιάζει σε μια σήψη
σχεδόν ονειρική
αφού σε μια λίμνη ασέβειας
μέσα μου απλώθηκε
τώρα με ορθώνει ανδρείο
και νεκρό συνάμα
σε βαρβάρων ιαχές...

Τέταρτη θα συντρίβεται
η Νύχτα
και όχι αδικαιολόγητα
τα αρχαία της γράμματα θα ξεθωριάζουν
εμπρός σε μια νέα Νύχτα
που θα την σκεπάσει
με λογισμούς βαλπούργειους και βάσανους
το εφιαλτικό της είδωλο
σε κάποιο Αύριο που άργησε τόσο να'ρθει...

Πέμπτος θα κομματιάζεται
ο Χρόνος
και συ μαζί του πρώτη του σύμμαχος
και στο κρεβάτι του αγοραία Αφροδίτη
μυστικά
θα εκπορνεύεις όλες σου τις υποσχέσεις
κι όλα σου τα "σ'αγαπώ"
θα επινοείς απ'την αρχή για κάποιον άλλο...

Έκτη θα διακορεύεται
ξανά και ξανά
η Μοναξιά
που ακούραστα με συντροφεύει
αιώνες τώρα...

Έβδομη θα ξοδεύεται
η Ποίηση
και θα χρειάζεται εικόνες
και λέξεις
και ανάσες φλογισμένες
και ιερά κειμήλια
ψέματα και αλήθειες
και "πάντοτε" και "τώρα"
και ήλιους ματωμένους
κι έρωτες και οσμές και δάκρυα

και το άπειρο στα υγρά σου μάτια
κείνο το βράδυ
καθώς τρεμόπαιζαν οι συλλαβές
"να προσέχεις"
κι ύστερα χωρίσαμε...



21/12/99

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011




         incarnatus

Τα πόδια μου ήταν ρίζες
τα χέρια μου ήταν πλανήτες
απλώθηκα ως το υπερεκτατό
βάθυνα ως το στόμα του χρόνου
δεν θυμάμαι αν γεννήθηκα

ο πρώτος
και ο έσχατος
δεν έχουν μνήμη

δεν ήμουν δέντρο
δεν ήμουν άνθρωπος
δεν ήμουν έναρξη
ούτε πέρας
χειρωνάκτης της ύπαρξης
δεν ήμουν
ούτε περιείχα την υπόσχεση
καμιάς αθανασίας

ο άγιος
και ο βλάσφημος
σαρκώνονται στο ίδιο σώμα

το βλέμμα μου
και τούτο το θυμάμαι
σάρωνε τα πελάγη του απείρου
και δεν στεκόταν πουθενά
παντού ανάσες νύχτιες
παντού φλεγόμενοι άγγελοι
παντού μοναχικοί
εξόριστοι θεοί…

δεν ήμουν συμπαγής
ρευστός δεν ήμουν
δεν είχα στήθος

στο μέρος της καρδιάς
μονάχα
ένα μαύρο ρόδο…
και πάνω στα δεκάξι πέταλά του

το μηδέν
και το ένα
να ερωτοτροπούν
αέναα…

ιουν2010