Τρίτη, 31 Μαΐου 2011



γιατί επέτρεψα να γίνει;

αναρωτιέμαι
ακόμα...

όχι πια με θυμό
όχι πια με οργή

γιατί επέτρεψα
τούτη τη λατρεία του εστεμμένου εγώ;
τούτη την έκτρωση αγάπης;
τούτη την εξόρυξη του αιώνιου
από τα δάχτυλά μου;

γιατί;

όχι πια με θυμό
ούτε με οργή
καθώς το βλέμμα μου πλέον
αφαλατώνει τα όσα ζήσαμε
και ό,τι αναδύεται
γίνεται πόσιμο νερό 
και με ανασταίνει...

γιατί επέτρεψα στο τίποτε
να αισθητοποιήσει το όλο;

μάι2011

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011




Μέγιστο…

ένα κλεμμένο βλέμμα
στο νερό η φωτιά βαφτίζεται
και παίρνει τ’όνομά σου

ένα ριπαίο νεύμα
αρπάζεται η γη απ΄τον ουρανό
αλλά δεν αφανίζεται

ένα βαθύ τραύμα
διατρέχει ο ήλιος το στερέωμα
και ιχνεύει
τον ορφανισμό του

ένα άδειο στρώμα
αγγίζουν τα χέρια το κενό
αλλά δεν απελπίζονται

μια επίκληση άηχη
στον έρωτα που δεν γονάτισε
στα δάχτυλα του φόβου
στέγνωσε το αίμα

αλλά κι ο νύχτιος πυρετός
καλοδεχούμενος κι αυτός
σε τούτο τον ασύνορο κόσμο…

(της ανάσας σου
καθώς πατάς τη νότα
στο ΄ν΄του ονόματός μου…

…της μουσικής στους φθόγγους σου
καθώς αφηγείσαι το ελάχιστο
πριν το αφομοιώσει το Όλο
και ήδη μέγιστο είναι…)

Noe 2008-Sep 2009


A new breakout on the lava field of Kilauea, Hawaii.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011


13845-fullsize



Ρίγος…

Ο δρόμος αυτός
έμοιαζε με παγωμένο σώμα
πάνω του ξεκουραζόταν
ολόκληρος ο εφηβικός μου ήλιος
τα βλέφαρα είχαν στερεωθεί
σπλαχνικά
σε μια γωνία φιλόξενη
τα χείλη ζωγράφιζαν την προσδοκία
και τα δάχτυλα έδειχναν
στο μόνο που κυοφορεί το Εν
το αλλιώς...

ρίγος…

το ρίγος των χιλίων αιώνων
που ο Άχρονος εισπνέει το σκοτάδι του
μέχρι να το εκπνεύσει πάλι
σάρκινο φως…

περπατούσα μόνος
σε μια απέραντη ολάνθιστη θάλασσα
ακόμη δεν είχες φανεί
κρυβόσουν πίσω από τις αγκύλες του νου
περίμενες
το βήμα μου να γίνει δίψα για έρωτα
το βλέμμα μου
να γίνει χορός ερωτικός
το αίμα μου
να κοχλάσει από τον πυρετό
και είχες δυο μάτια λόγχες
και με κοιτούσες…

αυτός ο δρόμος
μοιάζει με το πέπλο της Ίσιδας
αργολικνίζεται στο σούρουπο της κατάβασης
υπόσχεται την αποκάλυψη
υπόσχεται την χιλιοπόθητη ένωση
με κείνο το άγγιγμα
που απελευθερώνει
που μαχαιρώνει
που λυτρώνει…

ρίγος…

το ρίγος των μυρίων αιώνων
που ο Άνθρωπος
ο γιος του Ανθρώπου
αποποιείται το απρόσιτο
και σαρκώνεται
φιλόδοξα
και λάγνα
στο δέμας του φθαρτού
στο σπέρμα του θνητού
ενηλικιώνεται…

ήρθες
μου κράτησες το χέρι σφιχτά
χαμογελούσες
δεν είπες τίποτα
δεν σπατάλησες σε λέξεις
τούτο που βιώνεται
μονάχα στη σιωπή του Ιερού

και στο αρχαίο

ρίγος…

Φεβ 2010
φωτο [kiti] http://1x.com

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011



Φυλάκιο

Στις υπώρειες του Απρόσιτου Όρους συνέβη

Εκεί όπου δεν αντέχονται όσα βλέπει κανείς
Εκεί όπου δεν αντέχονται όσα ακούει κανείς
Εκεί όπου δεν αντέχονται όσα βιώνει κανείς

Ήρθα επισκέπτης στο φυλάκιο αυτό…
Προνομιούχος να γευτώ όσο αντέξω
Εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί από χείλη ανθρώπων…

Είχα στα χέρια μου ομίχλη
Και δάνειο αίμα της αυγής
Και τάισα το σκοτάδι που άπληστα ρουφούσε από το ιχώρ του Απείρου
Όσο άντεχε να καταναλώσει
Το σκοτάδι με οδήγησε πέρα από το Αρχαίο Δάσος
Στο αφιλόξενο μονοπάτι των εφτά αρτηριών
Που αιμοδοτούν εδώ και αιώνες τον Φύλακα…
Δεν μου επετράπη να τον κοιτάξω ολόισια στα μάτια
Μετά βίας μπορούσα να ανεχτώ τον ήχο της φωνής του…

Και ο Φύλακας του Ρόδου μονολογούσε… όπως πάντα…

Δεν αγαπήσατε ποτέ…
…υποφέρετε απλώς, κάποιες στιγμές υποφέρετε από επικοινωνιακή πείνα…
…τα επίπεδα διάδρασης πέφτουν τόσο πολύ στο αίμα σας που έχετε την άπληστη, άμεση ανάγκη για δημιουργία ‘σχέσης’…
…δεν έχετε πλαστεί για να σχετίζεστε…
… δειλά και ασήμαντα τα βήματα του είναι σας… έχουν την μελαγχολική πάχνη ενός φθινοπωρινού αιώνιου πρωινού…
…είστε ανίκανοι να μεταλλαχθείτε σε χειμωνιάτικη καταιγίδα…
…είστε αναιμικοί για να μεταστοιχειωθείτε σε ανοιξιάτικη γέννηση…
…είστε ποτισμένοι τόσο πολύ με θάνατο που τα καλοκαίρια δεν μπορούν να φωτοδοτήσουν το είναι σας…
…μόνοι σας επινοείτε την μοναξιά σας…
…μόνοι σας εμπειρώνεστε την νόθα συντροφικότητα…
…μόνοι σας κατασκευάζετε το θόρυβο στο μυαλό σας…
… δεν αγαπήσατε ποτέ…
… πεινάτε… διψάτε για Ύπαρξη…
… αλλά δεν είστε άξιοι να μεταλάβετε ούτε μια δροσοσταλίδα από την δεξαμενή που σας προσφέρεται…
…ακοινώνητοι…
…αποσυνάγωγοι…
…συμπαγείς και απρόσβλητοι από τα πάντα…
…τι μπορώ να προσφέρω στις ψυχές σας; Μονάχα το άρωμα του Ρόδου…
…δεν το θέλετε, δεν το έχετε ανάγκη…
…τις ανάγκες σας τις αγοράζετε…
…τις επιθυμίες σας τις εξαγοράζετε…
…τις ηδονές σας τις νοικιάζετε…
…και το χαμόγελό σας δεν αρκεί για να ζεστάνει κανένα από τα πρωινά σας…
…και τούτο το Ρόδο θα παραμένει πάντα ένα όνειρο για τους Μύστες που δαπάνησαν διακόσιες ζωές για να το αντικρίσουν…
…βδελυροί…
…το δέντρο της ζωής σας δεν έχει ρίζες…
…πεθαίνετε…
... μακριά από μένα το άγγιγμα της νόησης…
… μακριά από μένα ο ρυπαρός στοχασμός σας…
… μακριά από μένα η δαιδαλώδης φρίκη σας…
… μακριά από μένα η τέχνη σας, ο πολιτισμός σας, η πρόοδός σας…
… μακριά από μένα τα λιπαρά περιττώματα της σκέψης σας…
… μακριά!!!

Άλλο δεν έπρεπε να μείνω
Επισκέπτης ήρθα στο προκεχωρημένο αυτό φυλάκιο της Αιωνιότητας
Αλαφροπάτης πλησίασα το πανάρχαιο Ον
Στα τέσσερα αποχώρησα να μην ενοχλήσω την εύθραυστη μοναχικότητά του…

Κι ένα πέταλο από κάποιο σπάνιο Ρόδο είχα στην κλειστή μου παλάμη
Φτιαγμένο από δάκρυα και αίμα
Δεν ήξερα τότε που χαμογελούσα καθώς αντίκριζα το ακριβό μου δώρο
Πως αιμορραγούσα
Κι έκλαιγα…

Μαιος2010

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011





Προκυμαία

Προχωρούσα
στη προκυμαία της νύχτας
τα κύματα
ήταν άνθρωποι
στόματα ορθάνοιχτα
μάτια βγαλμένα
άδειες κόγχες
που αιμορραγούσαν

σφιχταγκαλιασμένοι
οι ζωντανοί
με τους νεκρούς
σε μια μολυσμένη ερωτική επαφή
του αιώνιου
με το φθαρτό
αντάλλαζαν ηδονικά
σπέρματα φρίκης
οράματα ριπαίου χρόνου
και ακαθαρσίες φωτός
   
φωνή δεν άκουγα
μονάχα γέμιζα
τον αρχαίο πόνο
που με πλημμύριζε σαν λάσπη
και δυσφορούσα

στη παλάμη μου ένιωσα
ένα χέρι παιδικό
γύρισα και είδα
ένα αγόρι
με στήθη γυναικεία
με ουρά ψαριού
να με κοιτάζει λαίμαργα
να με απορροφά
σ’ ένα φωτοστέφανο που ανάπνεε
είμαι ένας ανήλικος ήλιος
μου είπε
και ήταν η φωνή του συριγμός
σαν δελφινιών φωνή
που μου τρυπούσε το κεφάλι…

κάποια μέρα θ’ ανατείλω
όμως ο κόσμος θα είναι πια νεκρός
κι έτσι μονάχος θα λουστώ όλο το ακριβό μου αίμα
δεν είναι ένας αφόρητος λυγμός;

τα λόγια του ακολούθησε
ένα γέλιο που σάρκαζε το χρόνο
ένας παραφρονικός ρυθμός
που άλλο δεν άντεχα

ξύπνησα έντρομος

το στόμα μου ήταν ανοιχτό
σ’ένα μορφασμό παράξενο
μάτια δεν είχα
αιμορραγούσα από τις μαύρες κόγχες μου
γύρω μου
παλλόταν
το ένιωθα
ένας ανθρωποκεανός
κάποιος νεκρός
το ήξερα
άγνωστο πως
σερνόταν ήδη
πάνω σε κάτι που έμοιαζε
με προκυμαία

ερχόταν
για να δεθεί αιώνια μαζί μου

ούρλιαξα
άηχος τρόμος
κλινικά νεκρός

μια μέρα
θα με περιμένεις;
θ’ ανατείλω
όμως θα είσαι πια νεκρός
κι έτσι μονάχος θα απλωθώ
ως τ’ακροδάχτυλα του εαυτού σου
θα το αντέξεις;

δεν είναι όλο τούτο
πες μου
ένας αφόρητος λυγμός;

Απρ2010



Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011





4000

Έτρεξε αίμα αθώων
σε τούτη τη κοιλάδα
ανάμεσα στους κουρασμένους Μήδες
και στους ορεσίβιους της Βακτριανής
αφανίστηκαν πρώτιστα
όσοι κλείστηκαν
σε μια χούφτα δόξας

το βλέμμα μου φτωχό
να κλέψει αθανασία
απ΄τα βότσαλα του Ευρώτα
απ’το νερό του Γρανικού
απ’τις γαλάζιες πέτρες
της Πύλης της Ιστάρ
αλλά δεν έχω μισθοφόρους στοχασμούς
και ισορροπώ αδέξια
ανάμεσα στο εκεί
που νικήθηκε
και στο εδώ
που ακόμα ξεχρεώνει τη νίκη…

...έτρεξε αίμα αθώων
σε τούτη την πλευρά του ήλιου
στέκομαι όρθιος
αναπνέω ακόμη
βλάσφημα επικαλούμαι από τους πρωτόπλαστους ήρωες
εγκώμια για τον Πάρη και την Τροία
λες και δικαιούμαι
να πλυθώ στον Σκάμανδρο
και να απαιτώ να γυρίσω στην πατρίδα
που πρώτος εγώ έχω προδώσει
ακέραιος
και διαφανής!

Μου χάρισε η Α-λήθεια
μια αιωνιότητα σιωπής
να δω
να κατανοήσω
να κλάψω
κι εγώ
ο γελοίος βανδοφόρος
του ερωτευμένου 
ηρωικού
απόντα χρόνου
ακόμη νοσταλγώ
ακόμη περιμένω
θρηνώ ακόμη
και προσδοκώ
γυρνώντας άξαφνα
να δω στη πλάτη μου να ορθώνεται
όλη μου η αθωότητα
και τέσσερις χιλιετίες
να ξεσπάσουν
σαν βροχή 
καταρρακτώδης
κι επιτέλους
να με ξεδιψάσουν!!

Δεκ 2009