Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011




Επικοίτιο άσμα

Προχώρησε δειλά η ψυχή μου
Στις όχθες της δικής σου
Κι έμοιαζες με λαμπερό ποτάμι
Που κατεβαίνει από΄να αρχαίο βουνό
Μυστικά και αθέατα
Δροσίζοντας
Δίνοντας ζωή
Σε κάθε τι ολόγυρα

Κι έσκυψε το είναι μου
Να πιει απ΄το δικό σου
Αθανασία να τρυγήσει
Απ’τη δική σου
Κι είχες τα χρώματα
Κι είχες τις μελωδίες
Κι είχες τις μυρωδιές
Και τις ανάσες
Της αγάπης μας…

Τόσο η ψυχή μου δονήθηκε
Τόσο το είναι μου σκίρτησε
Που το ιερότερο άσμα της Δημιουργίας
Απλώθηκε σαν μπέρτα υπέροχη
Στ’ακροδάχτυλα του Απείρου
Μας έντυσε ηδονικά

Και γίναμε ένα…

Σεπ 2009

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011





μην σταματάς να λαξεύεις το άγαλμά σου
Πλωτίνος


Εργαστήρι

Άρχισες δουλειά με το είναι σου
μικρός ακόμα
απαίδευτος
κι έπιασες να εργάζεσαι
πάνω στη πέτρα της ύπαρξης
με βλέμμα άδολο
με πνεύμα αμόλυντο
κι είχες για πρότυπό σου
μια αξόδευτη ψυχή
πώς να την προτυπώσεις
πώς να την αποδώσεις
ανάγλυφη
στερεωμένη
εύμορφη
απρόσμικτη

τις λέξεις έψαχνες
τα εργαλεία
διάβασες
μελέτησες
μόχθησες
ξενύχτησες πάνω
από ηρώων φωτιές
και ποιητών κραυγές
νύμφες χόρευαν
στο αρχαίο σου δάσος
και στάλαζαν οι ουρανοί
του κόσμου σου
οιμωγές Τιτάνων
και του Προμηθέα
το κοχλασμένο αίμα

απρόσιτος
θα πει κανείς
έγγλυφος
στο δώμα του εαυτού σου
όνειρος θεός
και δαιμόνων βλέμμα
αρπάχτηκες στου Χρόνου τις πόρπες
και αμάθητος που ήσουν
γκρεμίστηκες στα Τάρταρα
της ξιπασιάς σου
αλλά δεν έσβησες εκεί
ανάμεσα στις Άρπυιες
και στις Γραίες του Άδη
είχες στο νου σου
έν’άγαλμα
να φτιάξεις
με τα ίδια σου τα χέρια
ικέτεψες το Διόνυσο
κρασί ν’αρμέξει απ’τον παγκόσμιο πόνο
είχες μαζί σου την Εκάτη
κι αγνώριστος κυκλοφορούσες
νύχτες
στις ερημιές του νου…

σηκώθηκες
οι φλεγμονές σου
έχυναν πύο
τα μάτια σου
δάκρυζαν αίμα
κι όμως
σηκώθηκες

είχες ψυχή
ούρλιαζες
είχες μνήμη
και θυμήθηκες
είχες περπατησιά
και βάδισες
τη σκοτεινή ατραπό σου…

ορθώθηκες
έπιασες πάλι τη δουλειά
στο εργαστήρι του Ανθρώπου
ξανάρθες
αυτό το πρόπλασμα
σε περίμενε
ατελείωτο
λειψό
δεν είχες θάρρητα
να το κοιτάζεις
δεν είχες τόση ανάσα
για να το ζεστάνεις
κι όμως
σιγά σιγά
οι συλλαβές γυρίζαν
οι φθόγγοι
οι λέξεις
σχηματίζονταν ξανά
ερχόσουν πάλι
επέστρεφες

το φως που αρνήθηκες
εδώ είναι πάντα
δώσε στον κάθε χτύπο
του σφυριού
το χτύπο της καρδιάς σου
με το Αιώνιο συντονίσου
άλλο απ’αυτό δεν έχεις
αγάπησέ το!
Και το άγαλμα του είναι σου
ως το τέλος

Λάξευσέ το!

Φεβ 2010

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011



Βλέπεις;
Αυτό το μικρό παιδί
Το απισχνασμένο
Το λερό
Το μόνο;

Μην του γυρνάς την πλάτη
Όχι άλλο
Όχι πια…
Μην στρέφεις το βλέμμα
Και μην δειλιάζεις
Μπροστά στο σφίξιμο που νιώθεις στο στομάχι
Και στη μέγγενη που σου συνθλίβει το ρωμαλέο
Και πρησμένο καρδιακό σου μυ…

Βλέπεις λοιπόν;
Πως εκδικείται το Όλο
Την ηδονή του μερισμού;

Πως γιορτάζει το Αχώρητο
Όταν εσύ κλεισμένος ασφυκτιάς
Ανάμεσα
σε αναρίθμητα μικρά εγώ
Που φωνασκούν αδιάκοπα;

Σε κάθε βήμα
Η μεγαλειώδης μπέρτα του Ανεκδήλωτου
Γίνεται και μια ριπή ανέμου
Στα κόκκινα μάγουλά σου
Και αναπαριστά το μοναδικό της κάθε ακριβής στιγμής

Αρπάξου απ΄τον ποδόγυρο του απείρου!
Και όρμηξε στο φως!

Έρχεται ο τρισάθλιος μετανάστης
Να σου ζητήσει μια τυρόπιτα
Του ενός ευρώ
Έρχεται η πρόωρα γερασμένη
Κοπέλα
Με τα φωτεινά ακόμη μάτια
Να σου ζητήσει ένα τσιγάρο
Έρχεται ο αδελφός σου
Με την παλάμη ανοιχτή
Να διεκδικήσει απ’το πρωινό σου
Μια ακόμη μέρα
Στον εφιάλτη της ύπαρξης…

Σιώπησε τον εσωτερικό διάλογο
‘παρατάτε με όλοι σας’
Σήκωσε το βλέμμα απ΄το πεζοδρόμιο

Όσοι ακόμη ζουν
Και ανασαίνουν με θράσος
Δεν έγιναν ένα με το έδαφος…

Εκτός
Αν κάπου εκεί
Κρυμμένο ανάμεσα στις ρωγμές του δρόμου
Ψάχνεις να βρεις
Τον εαυτό σου…

Αυτόν που σου απλώνει το χέρι
Αυτόν να σηκώσεις…

Νοε2011



end of time

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011



ήταν καιρός τώρα
που άκουγε τα χτυπήματα
συνεχόμενα
δυνατά
και σταθερά
στον ύπνο του
στον ξύπνιο του
χτυπήματα
χτυπήματα
λες κι ένα θεόρατο σφυρί
έχωνε καρφιά σε κάποιο πελώριο στέρνο

κάθε μέρα
ολοένα και πιο δυνατά
ολοένα και πιο επίμονα

κάποτε
ξύπνησε με αίματα
λίμνες με αίματα
γύρω απ’το κεφάλι του
το βλέμμα του δεν είχε τόπο
τα χέρια του δεν τολμούσαν να γραπώσουν
το σώμα του μια προέκταση του αίματος

κάποια μέρα
ξύπνησε
και οι παλάμες
είχαν καρφωθεί στα πλευρά του
τα σφυρά του
είχαν καρφωθεί στο κενό

κάποια μέρα ξύπνησε η ψυχή του
μές στο κρανίο του
είχε καρφωθεί στο έδαφος
σ’ένα έδαφος σκληρό
και μαύρο

όταν τον έπιασε εκείνο το γέλιο του τρελού
και η ανάσα του μπερδεύτηκε
με το ουρλιαχτό του πανικού
ήταν πολύ αργά

το τελευταίο καρφί
ορμούσε ολόισια στο μέτωπο
θα άκουγε πάλι το γνώριμο ήχο απ’το σφυρί
που θα έδινε το ύστατο χαίρε
στον ολοζώντανο
αφρώδη εφιάλτη του

μέσα στο μυαλό του
γεννιόταν ένας παιδικός ήλιος
που χαμογελούσε!
και μια παράξενα όμορφη θάλασσα που χόρευε
δρόσιζε τα χείλη του με όνειρο…

στο κάτω κάτω
δεν χρειαζόταν πια τα βήματά του
δεν χρειαζόταν το βλέμμα του
δεν χρειαζόταν τον έρωτα

εκείνο το χτύπημα καθυστερούσε…
και την πληρότητά του
είχε μοχθήσει τόσο
να την προσδοκά…

νοε2011



The Deceiver

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011



Σκήτη

Είσαι τόσο όμορφη!
Πήρες απ'τα μάτια μου
μια χούφτα σκοτάδι
κι έγινε μες τις παλάμες σου
ένας μικρός, ολόλευκος κρίνος
Πως το'κανες αυτό;
Δεν ξέρω

Σ'άκουσα μόνο που ψιθύριζες
"εσύ δεν είσαι αυτό"
κι ύστερα δε θυμάμαι...

Είσαι τόσο όμορφη!
Ξύπνησα απόψε ξαφνικά
κι ένιωσα να με χαϊδεύει τρυφερά
ένα σου βλέμμα
κι είχε ντυθεί
ένα πόθο από άλικο μετάξι
κι ύστερα χάθηκες
κι έγινε το δωμάτιο
μι'άγια σκήτη
και γέμισε Θεό...

3/11/98