Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012



Κύτταρα


Περπατούσα
στην ακρογιαλιά
με τα μελλοντόμορφα ρόδα
η θάλασσα πηχτή
παγωμένη
ακίνητη
αφιλόξενη σκέφτηκα…
κάτω απ’τα πέλματά μου
τα ίχνη όλων των ανθρώπων
πάνω μου
χιλιάδες ουρανοί
άλλοι νιογέννητοι
άλλοι έφηβοι και ζωηροί
να εκτείνονται με έπαρση
σε όλες τις διαστάσεις
κι άλλοι γέροντες πια
υπερήλικες
που ξεψυχούσαν εκπνέοντας
βροχές από αίμα και θειάφι…

άκουγα τους ήχους των ψυχών
μακριά
απόστατους
και τρομερούς
το Άπειρο είχε ορμήξει
και με κατανάλωνε

τα κύτταρά μου
ορφάνευαν
κι έδιωχναν από πάνω τους
περίσσεια αιωνιότητας
που έπεφτε
σα ρούχο άχρηστο
στ’αχνάρια των ανθρώπων

από τα βάθη του ορίζοντα
άκουγα ρόγχους
από θνήσκοντες θεούς
σα θύελλα ξεσπούσε στ’αυτιά μου
μια αλλόκοτη σκόνη από ηχομορφές
που έλιωνε στο σώμα μου
γινόταν σωματίδια χρόνου
κι έντυνε σεντόνι σάρκωσης
τα ίχνη των ανθρώπων…

που είσαι; είπα

κι είδα τα γράμματα
να σχηματίζονται για λίγο
στην επιφάνεια της θάλασσας
κι ύστερα ν’αφανίζονται

σφίχτηκε η καρδιά μου
πονούσα
το στερέωμα γεννιόταν και πέθαινε
κάθε στιγμή
το μόνο αμετάβλητο
το πρόσωπό μου
πεισματικά αρνιόταν
να εγκαταλείψει το ανάγλυφό του…

κι ύστερα είδα
σα νύχτιο σέλας
στους φρενιασμένους ουρανούς
εκείνο το χαμόγελο
που μου είχες δωρίσει
όταν πρωτανταμώσαμε

πέταξα στη θάλασσα
τους δυο μου πνεύμονες
και το βλέμμα της Γνώσης των Πραγμάτων
κι έκανα το επόμενό μου βήμα
στο Υπέροχό σου…

δεκ2010


hands tale

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012





Υβός

Τούτο το άθλιο τέρας
δεν μου άξιζε να είμαι
καταραμένος
ανάπηρος
κυφός
κι όμως
έχω ένα στερέωμα στη ράχη…

Οι άνθρωποι με προσπερνούν
αλλάζουν βλέμμα βιαστικά
αλλάζουν δρόμο
με αποφεύγουν

ψιθυρίζουν μεταξύ τους
λένε
είναι καμπούρης
είναι φριχτός!

κι όμως
δεν ξέρουν
πως έχω ένα γαλαξία
από νιογέννητα χαμόγελα στη ράχη

κάποιες εποχές
κείνο που γεννήθηκε μαζί μου
χιλιετηρίδες πριν
συρρικνώνεται
πεθαίνει
για να αιματώσει εμένα
κι ύστερα εγώ
έρχεται η σειρά μου να πάψω να βλέπω τον κόσμο
για να’χει εκείνο όλο το βλέμμα
κι όλο το φως που του στέρησα

το γήρας
δεν έρχεται στα κύτταρα μου
είναι η μοίρα μου
αέναα να περπατώ
ανάμεσα στους νεκροζώντανους
και ο χρόνος να με αγνοεί
λες κι είμαι ακόμη και γι’αυτόν
ανεπιθύμητος…


Τούτο το άθλιο τέρας
δεν μου έπρεπε να είμαι
καταραμένος
άσχημος
υβός
κι όμως
έχω ένα σύμπαν
από θηλυκούς χειμώνες
και καλοκαίρια αρσενικά 
αιώνια να ερωτοτροπούν
στη ζωντανή μου ράχη…


δεκ 2011

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012





Η ημέρα

Ο άνθρωπος με το ανεξιχνίαστο βλέμμα ήταν υπερήφανος που είχε την ημέρα. Καμάρωνε για τούτο το έργο, το ολόδικό του. Μοιάζει με την ανάσα μου, σκεφτόταν. Η ημέρα είναι το δικό μου έργο, είναι αληθινό, είναι η δημιουργία μου. Και με το πιο πλατύ χαμόγελο που θα μπορούσε να αντέξει το πρόσωπό του, αποφάσισε να αποδράσει σ’αυτήν.
Η ημέρα του θα ξεκινούσε κάπως μελαγχολικά. Θα επισκεπτόταν ένα μνήμα.
Ήρθα να σου μιλήσω πατέρα, είπε δυνατά. Ήρθα να σου μιλήσω για τον παιδικό μου ήλιο, για την εφηβική μου άνοιξη, για το χειμώνα της ενηλικίωσής μου. Τι απόγιναν εκείνα τα βράδια που μοιραστήκαμε τα όνειρά μου; Τι απόγιναν εκείνες οι βόλτες κάτω απ’τον ήλιο της ωρίμανσής μου; Τι απόγιναν εκείνα τα πρωινά στη θάλασσα του φόβου; Δεν έχω εκείνο το βλέμμα πια πατέρα. Όμως, έχω κάτι σπουδαίο και ήρθα να στο πω. Έχω πια την ημέρα. Την πρώτη αληθινή, δική μου. Και ήρθα με ένα χαμόγελο να στο πω. Στο αφήνω τούτο το χαμόγελο εδώ και φεύγω για να τη ζήσω.
Η επόμενη στάση του ήταν ένας βράχος, δίπλα στη θάλασσα. Κάπου εδώ έχω ξεχάσει εκείνο το βλέμμα μου, είπε και άρχισε να ψηλαφεί το βράχο. Ύστερα από λίγα λεπτά, χαρούμενος για την επιτυχία της αναζήτησης, κάθισε στο μικρό βράχο και σιωπηλός μίλησε στη θάλασσα.
Δεν με ξεγελάς με το απέραντό σου αδελφή μου. Έχεις φωλιάσει στο γνόφο του Αγνώστου και μονάχα οι ποιητές μπορούν να σε διαβάσουν. Κρύβεσαι όσο μεγάλη κι αν είσαι. Είσαι άγνωστη, μυστηριώδης αλλά δεν είναι εκεί η γοητεία σου. Οι ποιητές μοιάζουν με τα μικρά παιδιά, νομίζουν πως συντονίζονται με την αναπνοή του κόσμου. Εσύ όμως ξέρεις, τίποτε απ’αυτά δεν είναι αληθινό. Μονάχα τούτη η ημέρα είναι αληθινή και δεν θα μοιραστώ το βλέμμα της μαζί σου. Γιατί εσύ ξέρεις μονάχα να κλέβεις τα βλέμματα. Όμως, εγώ βρήκα εκείνο που αναζητούσα και σε αφήνω τώρα.
Κάποια στιγμή, βρέθηκε σε μια παγωμένη περιοχή του κόσμου. Σε μια φιλόξενη, ζεστή γωνιά, επισκέφτηκε τη φωλιά δυο λύκων που προστάτευαν τα τρία μικρά τους. Ο αρσενικός αντιλήφθηκε την παρουσία του και αντέδρασε με ένα απαλό γρύλλισμα. Η θηλυκιά έδειξε προς στιγμή τα δόντια της αλλά σύντομα παραμέρισε και άφησε τον άνθρωπο με το ασύνορο βλέμμα, να πλησιάσει τα μικρά που είχαν κουρνιάσει δίπλα της.
Για σας ήρθα ως εδώ αδέλφια μου. Για σας. Είστε η υπόσχεση μιας υπέροχης ζωής και το ανυπότακτο και ανεξημέρωτο της φύσης σας μου ταιριάζει όσο τίποτε άλλο. Ήρθα να σας αφηγηθώ τη ζωή μου. Θα μείνω και θα μεγαλώσω μαζί σας. Όσο η ημέρα μου να φτάσει στο μεσουράνημά της, όσο η αναπνοή μου να γίνει αξεχώριστη με τη δική σας, όσο η καρδιά μου, θα αντέχει να στοχάζεται τη θνητότητά σας.
Κι ήρθε το μεσημέρι και αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικογένεια των λύκων. Και μετά, έφτασε σε έναν οικισμό ψαράδων, σε κάποιο άγνωστο, απόμακρο νησί της Γης. Κάθισε να γευματίσει με μια πολυμελή οικογένεια σε μια ταπεινή καλύβα, πάνω απ’τη μελαγχολική θάλασσα. Ο πατέρας μιλούσε σε μια ακατάληπτη γλώσσα και συχνά γελούσε. Η μητέρα καθόταν σιωπηλή και έτρωγε από το κοινό μεγάλο βαθύ πιάτο. Τα έξι παιδιά, καθισμένα το ένα στριμωγμένο δίπλα στο άλλο, δεν αντιδρούσαν. Μονάχα το μικρότερο, ένα όμορφο κοριτσάκι, είχε στυλώσει το βλέμμα του στον άγνωστο επισκέπτη και δεν έτρωγε.
Για σένα ήρθα μικρή μου αδελφή. Για σένα. Ήρθα λοιπόν, να ξέρεις, ως εδώ, γιατί ήθελα να συνομιλήσω με το απροσδόκητο, με το νημερτές, το αείρροο… κάποτε θα αναζητήσεις κι εσύ το δικό σου βλέμμα αδελφή μου, θα το αναζητήσεις με πάθος… σου εύχομαι να έχεις τη φωτιά από τα ηφαίστεια της Μάνας και την ευρύτητα του Ωκεανού που θρέφει την οικογένειά σου. Εσύ είσαι όλοι οι άνθρωποι, αυτό να ξέρεις κι όταν στρέψει κάποιος το σκληρό του βλέμμα πάνω στο δικό σου Αχανές, να ξέρεις, κι αυτός εσύ είσαι … και δεν θα σκληρύνει η καρδούλα σου…
Ήταν κιόλας απόγευμα. Ο άνθρωπος με το Αχανές στο βλέμμα του, βιαζόταν. Έφτασε στα πέρατα του κόσμου, σε μια απόκρημνη κατάξερη βραχοσειρά που την είχε ψήσει ο ήλιος και κάθισε έξω από τη φωλιά ενός αετού. Υπήρχε ένας νεοσσός εκεί που τον υποδέχτηκε κουνώντας τα αδύναμα φτερά του και άνοιξε το στοματάκι του. Ελάχιστα μετά, ακούστηκε το φτερούγισμα του πατέρα του που ερχόταν να το ταΐσει. Η μάνα το είχε αφήσει μόνο του για λίγο, θα το τάιζαν εναλλάξ για καιρό ακόμα. Ο πελώριος, πανέμορφος αετός κάλυψε με τις φτερούγες του τη θέα του μικρού και από το ράμφος του κρεμόταν ένα διαμελισμένο ζωάκι. Άρχισε να το κόβει σε κομματάκια και να το χώνει στο ορθάνοιχτο στόμα του μικρού που έκρωζε τρισευτυχισμένο. Ο άγνωστος με το βλέμμα του Απείρου χαμογέλασε.
Ήρθα για σένα μικρέ μου αδελφέ. Κάποτε θα ορίζεις με το πέταγμά σου όλο το στερέωμα. Μα τώρα, δεν το ξέρεις, τώρα είσαι αναπαυμένος στις φροντίδες του βασιλιά πατέρα σου. Κι όμως, μπορείς να μ’ακούσεις. Θέλω να σου αφηγηθώ τη ζωή μου και δεν έχω πια άλλο χρόνο. Όταν θα μεγαλώσεις και το ανάπτυγμα των φτερών σου καλύψει τις φαντασιώσεις των βάρδων της νύχτας, τότε θα ακούσεις τη φωνή μου… θα με καταλάβεις, θα το αφηγηθείς κι εσύ στο στερέωμα που θα δονείται από τις ιαχές σου…
Η ημέρα τελείωνε και θλίψη γέμισε την καρδιά του ανθρώπου. Πριν επιστρέψει, έπρεπε να πάει κάπου ακόμα.
Ήταν ένα συνηθισμένο, μικρό διαμέρισμα κι ένα συνηθισμένο υπνοδωμάτιο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ήταν ξαπλωμένη. Κάτωχρη, σιωπηλή, έτοιμη για το ταξίδι της. Στο προσκεφάλι της ένας άντρας καθόταν και της κρατούσε το χέρι. Είχε την ηλικία της ίσως λίγο μεγαλύτερος και τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και πρησμένα. Είχε έναν απαλό, εσωτερικό λυγμό που του έφερνε μια μικρή δύσπνοια. Το οστεώδες, μικρό χέρι της γυναίκας ήταν χωμένο στο μεγαλύτερο δικό του και εκείνος το έτριβε με άπειρη τρυφερότητα ενώ που και που το έπλενε με τα δάκρυά του.
Για σένα ήρθα αδελφή μου, είπε ο άνθρωπος με το Πρώτο Βλέμμα στα μάτια του και είχε ένα παράξενο φως στο πρόσωπό του. Για σένα και τη μοναξιά που κληροδοτείς. Τη μοναξιά που κληρονόμησες κι εσύ κάποτε. Κι όμως, δεν ήρθα να σου πάρω τον πόνο γιατί δεν το έχεις ανάγκη. Ήρθα για να σου αφηγηθώ τις τελευταίες μου ενοράσεις για το Απόλυτο και να ζεστάνω την καρδιά εκείνου που σε λατρεύει και υιοθέτησε το λυγμό σου και τον ανασαίνει τώρα. Οι νύχτες του πια θα είναι απέραντες σαν τις ερήμους της Γης και ο ήλιος δεν θα ανατείλει ποτέ πια. Όμως, έχεις φροντίσει να μην αδικήσει το χρόνο που του απομένει με τον αιώνιο θρήνο για το μάταιο του βίου. Ετοίμασες ένα υπέροχο δείπνο αναμνήσεων για κείνον και να το ξέρεις, από τούτο το φαγητό, δεν θα χορτάσει ποτέ του.
Ήταν ώρα να επιστρέψει.
Αρπάχτηκε από το φεγγάρι που συνόδευε τα βήματά του, έκλεισε κάτω απ’τη μασχάλη του το μικρό σακίδιο με τα άχρονα όνειρά του, πήγε στο μικρό παρκάκι που είχε την πρώτη ανάμνηση της σάρκινης πορείας του στον κόσμο, ξάπλωσε σε ένα μοναχικό παγκάκι, έβαλε το σακίδιο κάτω απ΄το κεφάλι του και με το ομορφότερο χαμόγελο που θα μπορούσε να αντέξει το πρόσωπό του, αποκοιμήθηκε.

Φεβρ. 2012



05.05 PM

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012




Τετρ  ακέφαλος


θα περάσεις προφήτη τη διχασμένη θάλασσα;
θα λερώσεις τα πόδια σου στο χώμα των χρονισμένων ανθρώπων;
έχει μπροστά σου το χρυσό μοσχάρι ανατείλει
κι εσύ ακόμη ονειρεύεσαι
την μοναδικότητά σου…

αλλά η καταγωγή
έχει το αίμα της δαμασκηνό
έχει τη φωτιά της λήθης
κι το χαμόγελο έχει
της μεθυσμένης άγνοιας

στο κάτω κάτω
μοχθηρέ προφήτη
οι άνθρωποι ζουν
γιατί εμπιστεύονται το χθες
και όχι το αύριο…

από τους λόγους που δεν σου αρμόζουν
φύλακα των Τόπων της Ματιάς
το σημείο στο κέντρο του κύκλου
οι τρεις ευθείες στο ισόπλευρο τρίγωνο
το ισοσκελές τετράπλευρο
ο κύβος που απλώνεται
για να γίνει σταυρός
η σφαίρα που θέλγει 
με την απροσδόκητη αρμονία της…

κι από τους όρκους που σου αρμόζουν
μύστη της χώρας με τη μαύρη άμμο
η χαίνουσα πληγή του βασιλιά
το σκοτωμένο νερό των ποταμών
οι πρωτότοκοι γιοί που τουμπάνιασαν

αλλά
στο λέω ξανά
η καταγωγή
έχει δαφοινό το αίμα της
το υδατώδες έχει
πυρ της λησμονιάς
κι έχει το βλέμμα της σελήνης που κοιμάται

στο κάτω κάτω
νοσηρέ προφήτη
οι άνθρωποι ερωτεύονται
με τα χέρια τους
κι όχι με την καρδιά τους…

Μάιος 2012

Rider of the Tempest

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012




Είπε
μπορώ ακόμα με τα δάχτυλα του νου
να σε ψηλαφήσω
είχες πάντα
μια γεωγραφία μυστική

όχι πια…

και δεν χρειάζομαι τώρα
τις προσδοκίες
τις φαντασιακές αναστατώσεις
για να επαίρομαι πως σε πυρπολώ
ή πως σε αγνοώ
στα όνειρά μου

σ’αγαπώ σαν μια απέραντη έρημο
από κόκκους μίσους

σε αφομοιώνω…

Είπε
τις νιώθω
να σκαρφαλώνουν στο σώμα μου
σαν αναρριχώμενο φυτό
τις ώρες
τις νύχτες
τις ματαιώσεις…

ακινητοποιούμαι
έχοντας το βλέμμα

στο γενέθλιο φως…


Σεπ2012