Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013





Εμείς, εδώ
στη Μεγάλη Μοναξιά
συζητούμε για σένα
κατεβήκαμε απ’το όνειρο
μ’ένα κομμάτι ουρανό
και γίναμε μια δρασκελιά φωτός
στο μαύρο χώμα

Σφυροκοπάει το μάταιο
τη ζωή στις φλέβες μας
αγγίζουμε τα νιάτα στη σάρκα
και γίνεται χρόνος
και χάνεται

λαμποκοπάει το μέταλλο του πόνου
παίρνει κεφάλια κάθε μέρα
κάθε λεπτό
ο Λήσταρχος που φλέγεται από πόθο
για το χαμόγελό μας

φωτιά και ύαινες
και άρπαγες και οιμωγές
και στερεώματα οργωμένα από βλέμματα
και προσευχές ιερές
κατάρες, φονικά
και αγκαλιές σαν ξέφωτα ήλιου

πλούσιο το τραπέζι μας…

Εμείς, εδώ
στη Δριμιά Ανάγκη
κάθε πρωινό συνωμοτούμε
κι εργαζόμαστε
το θάνατό σου

και κάθε βράδυ
σε γιορτάζουμε
κάνουμε έρωτα τον Έρωτα
και απλωνόμαστε

και το Όνειρο εκείνο
όνειρο κάνουμε
και μέσα του ξεχνιόμαστε…

απρ2012


Tiermas (Spain)
Photo night.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013



Νύχτες Βαλπούργιες


Το σώμα αντιδρούσε
Είναι ζωντανό…
Το βλέμμα απλωνόταν ολόγυρα

Έχεις πάντα μια λέξη προδοσίας
Να δροσίζει τα χείλη
Αλίμονο
Χωρίς αυτή
Φωνή δεν έχω…

Το κεφάλι αριστερά
Ερωτευμένο με την κλεμμένη Καρυάτιδα
Το κεφάλι δεξιά
καρφωμένο στον ποδήρη χιτώνα Του

Μια κούπα κώνειο
Τον χώριζε από την έξοδο
Την έξοδο απ’τη στιγμή
Κι εκείνος
Ήπιε μέσα στo δηλητήριο
Όλο το εγώ του…

Τα χέρια κολλημένα στο σώμα
Τα πόδια ανοιχτά
Ο άνθρωπός σου Λεονάρντο
Δεν έχει ορίζοντα
ανάπτυγμα δεν έχει ακόμα
Έχει μονάχα δέρμα
Και πληγώνεται απ’τις υλακές του χρόνου…

Το στόμα αφίλητο
Τα μάτια χώμα

Έχω πνοή
Απ’του Αχέροντα το στρώμα
Κι έχω δακρύσει τόσο
Φεύγοντας απ’την Εδέμ
Μόνος
Και κάποιες νύχτες Βαλπούργιες
Για το αγέννητο άστρο της γενιάς μου
Κλαίω ακόμα…

Φεβ2011

Ruhollah Mahmoudi

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013



Κράκεν
(Παράξενα αρχιπελάγη)

Έρχομαι εδώ
Από μακρινές
Παράξενες θάλασσες
Είδα τόσα πολλά
Που δεν ορίζονται ακόμη
Κι από το πιο φιλόδοξο στερέωμα
Ανθρώπους ‘διαφορετικούς’
Ανθρώπους άδειους
Ανθρώπους μαγικούς
Λαούς και τόπους
Συναρπαστικούς
Αν ξεκινούσα να ιστορώ
τέλος η διήγηση δε θα’χε…

Έρχομαι ξανά
Από τις βόρειες θάλασσες
Που στα άπειρά τους βάθη
Λένε
Ζουν τα θηριώδη Κράκεν
Και στο άκουσμά τους μόνο
Τρομοκρατούνται ως και οι απόγονοι
Των Βίκινγκς
Στα φοβερά πλοκάμια τους
Τσακίστηκαν πλοία περήφανα
Στις σκοτεινές σπηλιές τους
Αναπαύονται αμέτρητοι σκελετοί
Γενναίων ναυτικών…

Έρχομαι πάλι
Από τα παράξενα, ωκεάνια αρχιπελάγη
Είδα τόσα και βίωσα
Που δεν χαρτογραφούνται από Κολόμβους εκατό
και χίλιους Μαγγελάνους
Ανθρώπους όμορφους
Ανθρώπους γελαστούς
Κι είδα ακόμη
Παιδιά με βλέμμα μελαγχολικό
Γέροντες αγριεμένους από τη μοναξιά
Γυναίκες που ρήμαξε η σιωπή
Ανθρώπους είδα ‘διαφορετικούς’
Και τόσο ίδιους…

Έρχομαι πίσω
Από τις παγωμένες θάλασσες των Κράκεν
Και έχω μαζί μου ένα πλούτος
Από χρώματα
Από γέλια
Από κλάματα
Από σπαραγμό
Από αηδία…

Έρχομαι πίσω
Από τις μυθικές ακρογιαλιές
Των Υπερβορείων
Ρούφηξε η ματιά μου
Τοπία πανέμορφα
Βουνά ομιχλώδη
Και λίμνες μαγικές
Κι ακόμα είδα
Κλειστά παράθυρα
Κλειστές ψυχές
Το φόβο για το θάνατο
Το φόβο για το Άπειρο
Την τρομερή παγκόσμια δίψα
Των ανθρώπων
Για ένα άγγιγμα
Για ένα φιλί
Την σκιά στο βλέμμα του πατέρα
Που θάβει το παιδί του
Τη σιωπή, το άχρονο
Στο πρωινό ξύπνημα του ήλιου
Πάνω από το καθημερινό άδικο…

Γύρισα πίσω
Από την Θούλη των Αποκρυφιστών
Κι έχω μαζί μου ένα θησαυρό ατίμητο
Δυο λέξεις πάνω σ’ένα κίτρινο χαρτί
Καλό ταξίδι
Ένα αγχωμένο σ’αγαπώ
Πάνω στα χείλη μου
Κληρονομιά του αρχαίου ρίγους
Στα μυθικά αρχιπελάγη των μοναχικών ψυχών
Όσων ακόμη επιμένουν
Να χαράσσουν θύελλες με το στεναγμό τους
Ανέμους να πλέκουν με τον σάρκινο αργαλειό
Της νιότης που εξαγόρασαν
Για ένα χωράφι ήλιο
Της φρίκης του μοναδιαίου ανύσματος
Που πάντα δείχνει το ίδιο τέλος
Για όσους
Έχουν το βλέμμα να αντέχει ακόμα
Και τη ψυχή
Να το στερεώνει
Με την υπέροχη ψευδαίσθηση της ζωής…



Μαιος 2009

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013



Μαυσωλείο

Ακόμα και το πιο άρρωστο
από τα ζωντανά σου μέλη
είχε την τρυφερότητα που του άξιζε
κι εσύ
άθλιε σαλτιμπάγκε
της λερωμένης καλημέρας
δεν έχεις βλέμμα για τους ανθρώπους
δεν έχεις ούτε αλήθεια
ούτε ψέμα
γιατί κι αν αγαπήθηκες
δεν αγάπησες τόσο
ώστε να προσκυνήσεις στον πόνο των άλλων
τη δική σου αθανασία

ακόμα και το πιο ευάλωτο
από τα παιδιά σου
απήλαυσε
την παραμυθία που του όφειλες
κι εσύ
μίζερο μηρυκαστικό ανόσιων επικλήσεων
στη χαρά
και στην ευδία
τόλμησες να σηκώσεις τη λέξη
υπάνθρωποι
για κάποιους που είναι σαν κι εσένα
που τους βρεφούργησε η ίδια Μάνα
που τους ευλόγησε
και τους καταράστηκε
το Άπειρο
σαν κι εσένα!

τόλμησες
να σηκώσεις την πέτρα από το χώμα
Κάιν
και δεν την έριξες στον αδελφό σου
ακόμα

ακόμα την κρατάς
και ετοιμάζεσαι μ’αυτήν
για κάτι χειρότερο ακόμα κι απ’το φόνο

ένα πελώριο μαυσωλείο να φτιάξεις
του σπέρματος που λέρωσες
του αίματος που έχυσες
του πνεύματος που έφτυσες…

του βλέμματος που έχασες…


Οκτ2013


Hegedűs, László - Kain and Abel (1899)