Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014



αίσθηση…


σου είπα
μην αλλοιώνεις τη σιωπή
απόλαυσέ την 
όσο διαρκεί
μην τη λερώνεις
με σταυροφόρες σκέψεις
μη τη διασπάς…

μου είπες
η σιωπή μοιάζει
με σεντόνι 
φτιαγμένο από αγκάθια
έξω
στο ψύχος του κόσμου
εσύ γυμνός
πρέπει να τη φορέσεις
πληγώνεσαι
ματώνεις
αλλά δεν έχεις άλλον εαυτό
κι αν το’θελες
να ακυρώσεις…

σου είπα
έχεις το χέρι
έχεις την αφή
ένα ρίγος αρκεί
να σε μεταμορφώσει
αν είναι παιδί του Απείρου
έτσι δεν είναι;

μου είπες
άσε τις λέξεις
να ανδρώνονται ακέραιες
στη κάθε αυγή
θα έχεις εμένα
θα έχεις το χρόνο
θα έχεις τη στιγμή
άσε τις μέρες
ηλιόλουστες
μεθυστικές
άσε τις φλόγες
από τα δάνεια βράδια
να σε τυλίγουν
άσε τα σώματα
να μας γνωρίσουν τη νύχτα
την αίσθηση άσε
αυτή
την τελευταία
πριν αποχωριστούμε
να μιλά για μας…

Νοε 2009

 Marius Olsen
 Silence

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014





Πέρα και μακριά


Το ν’αφήνεις τους ωκεανούς του Απέραντου
να σε πλημμυρίζουν
μέσα απ’όλες τις σπηλιές της ύπαρξης

το ν’αφήνεις να σε διασχίζουν
οι ποταμοί της Δημιουργίας
ανεμπόδιστα
ως τον αφανισμό σου

το να κρατάς απ’το χέρι την κάθε νύχτα
για να την παραδίδεις με χαμόγελο
στη μέρα που έρχεται

να το αντέχεις
και να έχεις ακέραιο
το πρόσωπό σου

να το αντέχεις
και να θεραπεύεις τις πληγές του χτες
μονάχα με το βλέμμα

να το αντέχεις
χωρίς καμιά διαφυγή
στην παραίσθηση του κόσμου

και να κυοφορείς το παράλογο
με υπομονή χτισμένη
απ’τα υλικά του Έρωτα
ώσπου να γεννηθείς ξανά

κάποτε

πέρα και μακριά

απ’τη φθορά…


νοε2014 


 In Utero
 vidi

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014



Όνειρα


Τα καλοκαίρια
σφάζαμε τη θάλασσα
πίναμε το άσπρο αίμα της
και κάναμε έρωτα
ώσπου να γίνει άηχη η απληστία μας

Από το μολυσμένο σώμα της
έρεε ανεμπόδιστο το ποτάμι του χρόνου
Ο πρώτος που την είδε νεκρή
ήταν Αυτός που φέρνει την Αυγή
την ήπιε με μια αβυσσαλέα δίψα
κι ύστερα σπάταλα τη ράντισε
στα πρωινά του ανθρώπου

Το φθινόπωρο
κάναμε ανίερες επικλήσεις
στους αρχαίους θεούς
τσακίζαμε το Ζαγρέα
πάνω στα βράχια
και η Κόρη
μας έδειχνε με προστυχιά
τους λευκούς μηρούς της
Οίκτο δεν είχαμε
και δεν ξέραμε καμιά αμυχή της ύπαρξης
με το πραγματικό της όνομα…

Εκείνος την αγάπησε
πιο πολύ απ’όλους μας
της έδωσε στα στήθια το αιώνιο γάλα
να μεγαλώσει τα βλάσφημα παιδιά του
της έδωσε το λίκνισμα της φθοράς
κι ύστερα την κλείδωσε για πάντα
στην ανάσα των βροτών…

Το χειμώνα
ικετεύαμε για λίγη αιωνιότητα
διψασμένα παιδιά
γυρνούσαμε στις αλάνες του απείρου
κανείς δεν είχε βλέμμα για μας
κι όταν απελπισμένοι πια
χτυπούσαμε τη πόρτα
στο Γέροντα – Δέντρο
εκείνος είχε πάντοτε για μας
μονάχα αλήθεια…

Η Άγνοια και η Πενία
ήταν οι τροφοί της
τη βύζαιναν κι οι δυο μαζί
από το στήθος της πρώτης
ρουφούσε όξινο αίμα
ενώ η δεύτερη
της έπλενε αργά το στόμα
με δάκρυα πικρής επίγνωσης
που ποτέ δεν έφτασαν
ως τα μύχια της ψυχής της…

Την Άνοιξη
κλαίγαμε για τις νοσηρές ιαχές μας
στη θεά με τα επτά πέπλα που ερχόταν
κλείναμε την πόρτα
κι ετοιμαζόμασταν
να συμφιλιώσουμε
ξανά
το αχώρητο με το ενσαρκωμένο

Ο ερμαφρόδιτος
ήταν ο πατέρας
που λιμοκτονούσε από την πρώτη Αρχή
για λίγη αγάπη
κι όταν την γέννησε
την έσφιξε τόσο δυνατά στα χέρια του
που το βλέμμα της χύθηκε απ’τις κόρες
κι έλουσε βροχή από όνειρα
τον ύπνο των ανθρώπων…

Φεβ2010



Lines world
Late spring. The first lily rise to the surface.

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014



η γλώσσα του ήλιου


τελικά 
νιώθω τυχερός

στάθηκα κοντά σου
πολύ κοντά σου
τόσο
που η ανάσα σου με περιέγραψε
τόσο
που η ματιά σου με εξερεύνησε
τόσο
που το άγγιγμά σου με άλωσε

έχω ακόμη τη γεύση σου
θα την έχω για πάντα
το ξέρω

έχω ακόμα το σχήμα σου
τούτο θα χάνεται αργά αργά
κάθε πρωινό

θα χάνεται

θα έχω το βλέμμα σου
τούτο
θα περάσει αργότερα μέσα στο καρδιακό μου σύμπαν
θα κουρνιάσει δίπλα στο μεγάλο μυ
και θα κοινωνεί
στο φλεβικό αιώνα
το ρυθμό που ξοδεύει το αίμα μου ο χρόνος
μέσα στο σώμα μου

τελικά
τυχερός είμαι αγάπη μου
έχω στα χέρια μου
όλο το πρόσωπό σου
κι όχι πως έμεινα ορφανός από νύχτες
και δεν το σπαταλάω 
αλλά, να...
είναι που το'χω ατίμητο
και ακριβό
όσο δεν φαντάζεσαι
μέσα στο πένθος μου
και το ανασαίνω

δίχως αυτό
όλα περνούν σε μια νεκρική μαρμαρυγή
και αφομοιώνονται πια
από το Γνωστό...

δίχως αυτό
όλα εκλιπαρούν να ξεδιψάσουν
από μια σταγόνα
από μια λέξη
από ένα νεύμα
από μια συλλαβή φωτός

και δεν έχω ακόμη
ανακαλύψει
τη γλώσσα του ήλιου...

δεκ10