Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015


Ορυχείο


Εσείς
εσείς νεκροί
μην αφεθείτε
στη λησμονιά των ζωντανών
αυτοί δεν ξέρουν
πόσο ακριβά
και πόσο σπάνια
είναι τα βήματα του ήλιου
πάνω απ’τα κεφάλια τους
αυτοί
αυτοί δεν πρόκειται να μάθουν

και μην ακούτε
τις ικεσίες των ζωντανών
ούτε και τις κραυγές τους
τις λάμψεις απ’την αύρα τους
μη βλέπετε
καθώς τον έρωτα προδίδουν κάθε αυγή
και στρέφουν την πλάτη τους στο αιώνιο
αδιάντροπα

αυτοί δεν ξέρουν
δεν έχουν γλώσσα
δεν σας μιλούν
δεν σας ξεχνούν
ούτε και σας θυμούνται…

φοβούνται όμως
τη στιγμή
που θα πάψετε εσείς
να τους θυμάστε

φοβούνται
όχι τη μοναξιά που φέρνει ο χωρισμός
τη θλίψη που γεννάει ο πόνος
ή τη στενόχωρη ματιά
που έχει η αδιαφορία
φοβούνται
πως όλα αυτά
θα γίνουν δύσκολες ανάσες
νύχτιοι πυρετοί
στο Απέραντο
λυγμοί και οιμωγές και κοπετοί
σε ένα ατελεύτητο μετά

κι εσείς
πως δεν θα τους απλώσετε το χέρι

χωρίς εσάς
να ξέρετε
κι ο πιο σπουδαίος απ’αυτούς
είναι ένα σάπιο παιχνίδι παιδικό
ένα παλιό αστείο
που δεν γελά μαζί του
πια κανείς
ένα φιλί
που κρέμεται μονάχο
κι αιωρείται
δίχως χείλη…

χωρίς εσάς
αρπάζεται ο ουρανός από τη γη
και αρνείται να την ξαναφήσει
σαν μια αγκαλιά μικρού παιδιού
στη μάνα
που κρύβει το μαχαίρι
πίσω απ’την πλάτη του
και δακρυσμένη του τραγουδάει
κάτι σαν παρηγοριά
κάτι σπασμένο
συλλαβές και φθόγγοι
που νόημα δεν έχουν
πριν το αδιανόητο πράξει
κι ανάμεσα στ’ αναφιλητά
σπαραχτικά το μακελέψει

και ύστερα τον εαυτό της

για να ημερέψει αυτό που τραγουδάει
με τόσο άπληστη μανία
αιώνες τώρα
αμέτρητους
στο πιο βαθύ ορυχείο
του είναι της…

Μαρ2015


Drift of Harrachov Mine

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015



Νημερτής


Δυναμένη

Φορεσιά απ’ το αρχαίο ύδωρ…

κλέβω απ’ το βλέμμα του Ποσειδώνα
μονάχα την ιερή οργή
ενός θεού εγκλωβισμένου
ενός ανθρώπου ξοδεμένου
ενός παιδιού αθάνατου
ενός θνητού πολεμιστή
κι εξαγοράζω δάκρυα
σταγόνες ευτυχίας
ρυτίδες από υδατώδες πυρ
πύρινα κορμιά
εωσφορικών τροχιών
στο απέραντο είναι…

(χιτώνας από νεραϊδοκλωστές
ο χρόνος πάνω μου
θωράκιο και πανοπλία μαγική
δεν ήρθα χθες
πριν από αιωνιότητες ήρθα
κι ακόμα μένω ανοιχτός
σαν πληγή απ’ την τρίαινα της Αμφιτρίτης)

Ευλιμένη
Δεν έβρισκα το δρόμο
ήμουν χαμένος
ανάμεσα σε ξάρτια κι άλμπουρα ναυαγισμένα
από μυθικές τριήρεις
των νικητών Αχαιών που ηττημένοι γύρισαν
από τη ματωμένη Τροία
πάλευα να ξεχωρίσω
ένα διάφανο ουρανό
ένα μονόκερω ολόλευκο
να με οδηγήσει
σ’ ένα λιμάνι απάνεμο
σε μια αγκαλιά ζεστή
σ’ ένα φωτισμένο αύριο
μακριά απ’ τη καταχνιά του Δία

(Το δρόμο μόχθησα να βρω
κι έχασα τον Οδυσσέα
στη φυλακή της Κίρκης
να ληστεύει τους αιώνες
με μια ματιά και μια ανάσα
καθώς η Ιθάκη αφανιζόταν
και ο μύθος ιστορία γινόταν
στο κέντημα της Πηνελόπης)

Κυματολήγη
Φορεσιά εξωτική και σπάνια
κι ένα χαμόγελο της Αφροδίτης
οι αγάπες μέσα μου
ένας Γαλαξίας ολόκληρος
στη χούφτα του Ηρακλή
και στο δρασκέλισμα της Νύχτας

συναπαντιέμαι με τον Έρωτα
αλητεύω στα σοκάκια
που πρώτος περπάτησε ο Σωκράτης
μιλώντας με τον Πλάτωνα
για την Αλήθεια και τη φύση του Είναι

Ανασαιμιές θεαινών
και αγγέλων φτερουγίσματα…

ύμνησα το θάνατό μου
και την ανάστασή μου είδαν πρώτοι
κάποιοι περίεργοι Μάγοι απ’ την Ανατολή

χωριστά το σκοτάδι απ’ το φως
χωριστά απ’ την αρχή το πέρας
χωριστά το εν απ’ το ουδέν
χωριστά κι ο κύκλος απ’ το διαβήτη

ο Πυθαγόρας με νανούρισε γλυκά
με το μονόχορδο και την τετρακτύ
κι ο Ματθαίος γυροφέρνει με τον Ιωάννη
σε πυρετικά όνειρα για τον Εσταυρωμένο

Τα κύματα θα πρέπει να ησυχάσουν
ο άνεμος να φιλιώσει με το θάνατο
ο Αδάμ να επιστρέψει στον Παράδεισο
και το νερό να παραδώσει τα σκήπτρα του στην πέτρα

Ευκράντη
Ανασηκώνω τα προσωπεία του υποκριτή
και τον αλώβητο υποκρίνομαι
έχω στ’ ακροδάχτυλά μου
πρησμένες φλέβες απ’ το Ιχώρ του Απόλλωνα
και στ’ αναφιλητά μου
με προδίδει ο σπαραγμός του Ναζωραίου ασκητή

Πρόσεχε, λέω στον εαυτό μου
να μη χαθείς σα θραύσμα
από τη γη της Ατλαντίδας
και μην απαρνηθείς στη θλίψη αυτής της προσευχής
την πρωταυγή της ύπαρξής σου

(Στο τραγούδι της Θελξιόπης
εγώ θα υποκύψω
με κερί τ’ αυτιά μου
δε θα κλείσω
είναι ο προορισμός μου
στον οργασμό του Νου ν’αφανιστώ
και τα φτερά
για τη βουτιά στην Αίτνα μου θ’ ανοίξω
έναν που έρωτα δικαιούμαι
όσο η ψυχή μου γυρεύει ν’ αναλώνεται
όσο το σώμα αντέχει να εκπυρώνεται
ακέραιο και ολόφωτο θα ζήσω)

Νημερτής
Στον πρόναο του Υδροχόου
κρύβομαι κι είμαι φανερός
είμαι ακόμη διάφανος και αναιμικός
σα πεθαμένος Σάτυρος
σαν κουρασμένος Σειληνός

στ’ αριστερά μου ξεψυχάει ο Προμηθέας
κι ανασταίνεται ο Κερασφόρος
στα δεξιά μου φάτνη ετοιμάζεται
να γίνει Αλήθεια και Οδός
στο τρίστρατο του αείποτε ξαπλώνω
να υποδεχθώ φωτιά και λάμψεις κι αίματα ηρώων
οι χρυσοφόροι Μήδες του Μεγάλου Βασιλιά
του Αλέξανδρου οι αήττητοι σαρισοφόροι
οι λεγεώνες του Ιούλιου Καίσαρα
κι οι Σταυροφόροι Ιππότες του Ναού
επάνω μου να περπατήσουν
να με μπολιάσουν με χλομά αδιέξοδα
να με σκοτώσουν άπειρες φορές
να με πουλήσουν
να με ξεγελάσουν
να’ ρθω ξανά και πάλι απ’ την αρχή
από το χθες γεμάτος
απ’ το αύριο άδειος
απ’ το κενό αιώνιος
χωρίς λαλιά ανώνυμος
χωρίς ματιά αστερέωτος
ζευγαρωμένος μόνο με τον τυφλό ποιητή
σαν ραψωδία ιερός
κι απρόσιτος…

- 2004-

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015


incarnatus


Τα πόδια μου ήταν ρίζες
τα χέρια μου ήταν πλανήτες
απλώθηκα ως το υπερεκτατό
βάθυνα ως το στόμα του χρόνου
δεν θυμάμαι αν γεννήθηκα

ο πρώτος
και ο έσχατος
δεν έχουν μνήμη

δεν ήμουν δέντρο
δεν ήμουν άνθρωπος
δεν ήμουν έναρξη
ούτε πέρας
χειρωνάκτης της ύπαρξης
δεν ήμουν
ούτε περιείχα την υπόσχεση
καμιάς αθανασίας

ο άγιος
και ο βλάσφημος
σαρκώνονται στο ίδιο σώμα

το βλέμμα μου
και τούτο το θυμάμαι
σάρωνε τα πελάγη του απείρου
και δεν στεκόταν πουθενά
παντού ανάσες νύχτιες
παντού φλεγόμενοι άγγελοι
παντού μοναχικοί
εξόριστοι θεοί…

δεν ήμουν συμπαγής
ρευστός δεν ήμουν
δεν είχα στήθος

στο μέρος της καρδιάς
μονάχα
ένα μαύρο ρόδο…
και πάνω στα δεκάξι πέταλά του

το μηδέν
και το ένα
να ερωτοτροπούν
αέναα…

ιουν2010

Tree man by svetanima

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015



Κορδέλες


Τα λουλούδια έβγαιναν απτις κόγχες
στους σπασμένους τοίχους
απτις ρωγμές των τσιμεντένιων δρόμων
στις άδειες αυλές
στα βρόμικα πεζοδρόμια

είδα τη σκιά σου
νωχελικά να σέρνει το βήμα της
στο ανήλικο φως του πρωινού
και ρίγησα
καθώς συμβαίνει με τους αδαείς
που σπάνια συναντιούνται με τέτοια καθαρότητα
με τόση πυκνότητα ύλης
με τους φύλακες της άλλης όχθης

και σάρωνες
σιγά σιγά
όλες τις επιφάνειες
τους όγκους των σπιτιών
τους ελεύθερους χώρους
τα γυμνά κατώφλια

βήμα με βήμα

ερχόσουν

Κάποιες κορδέλες ροζ και άσπρες
έπαιζαν ακόμη στη δροσιά της νέας μέρας
έτρεχανέφευγανχάνονταν
μικρά παιχνίδιαστιγματισμένα πια
απτο φορτίο της μνήμης
και τη λαχτάρα των παιδιών
και το βρυαρό τους γέλιο

άλλος κανείς
δεν σε υποδέχτηκε
άλλος
ψυχή
δεν βρέθηκε κοντά σου
και δεν υπήρχε

και η σκιά σου
αντάμωνε πια εκείνη του μεγάλου λόφου
στακροσύνορα της πόλης
τοχες πει
πως κάποια μέρα θα ενωθείς με τον αρχαίο βράχο
και όλα θαλλάξουν
κάτω απτην απέραντη αγκαλιά σου

κι όλα θανθίσουν πάλι

κι εγώ με όσες ανάσες πια
μου είχαν απομείνει
σεκλιπαρούσα
να βιαστείς
για να λυγίσει ο ήλιος
το αμείλικτο φως του
που έψηνε τις ενοχές
πάνω στο σώμα

και αφυδάτωνε από ομορφιά
και ποίηση
ό,τι είχε αφήσει ανέγγιχτο ακόμα
ο χρόνος

κάποιο όνειρο ίσως
σαν τις χρωματιστές κορδέλες

ρετάλι
να παίζει ελεύθερο
εδώ κι εκεί

ένιωσα να με αγγίζει
και χαμογέλασα


Ιουλ2014