Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015




Κορδόνι

Το μαύρο κορδόνι
Έγινε λευκό σχοινί
Τυλίχτηκε γύρω απ’το λαιμό
Και στον επιθανάτιο ρόγχο
Είδα τον κόσμο
Όπως αληθινά είναι

Είδα χέρια αποσαρκωμένα
Αιδοία και πέη ματωμένα
Είδα υγιείς λερωμένους με ζωή
Και αρρώστους πρησμένους
Απ’το σφρίγος του θανάτου
Είδα παιδιά σκελετωμένα
Και υπέρβαρους φιλάνθρωπους
Να στάζουν λίπος και δάνειο οίκτο
Είδα ανθρώπους λουσμένους στο φως του έρωτα
Και είδα πως τούτο το φως
Ήταν γεμάτο φλύκταινες και πύο

Το μαύρο περιλαίμιο
Έγινε άσπρη λαιμαριά
Με τύλιξε ακόμη πιο σφιχτά
Καθώς ακόμη όλα δεν τα είδα

Γέροντες είδα που εκπόρνευαν τη σοφία τους
Και νέους που εκπόρνευαν το σώμα τους
Είδα χαμαιλέοντες με μορφή ανθρώπου
Και αγνούς σακάτηδες που σέρνονταν κοντά μου
Κοπέλες δρόσινες
Να ξεπουλιούνται για μια κίβδηλη ζωή
Και αγόρια που λάτρεψε ο ήλιος
Να σκάβουν το σκοτάδι
Με τα ωραία τους δάχτυλα


Μάτια βγαλμένα
είδα
Από τυφλούς
Που σιχάθηκαν να βλέπουν
Και σαν τον Ωριγένη
Ευνούχους που λάτρεψαν
Την αναπηρία τους

Πονούσα
Σχιζόταν η καρδιά μου
Και η μαύρη ζώνη
Έγινε λευκή φωτιά
Και λίγο πριν με αναλώσει ηδονικά
Είδα κι εμένα
Να περιφέρομαι
Σα να μην συμβαίνει τίποτα
Ανάμεσά τους…

Σεπ 2009




Inverted World

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015




Στοιχιζόμαστε πίσω απ’το Αχανές
και στους λειμώνες μιας φθαρτής αγάπης
όμοιοι φαινόμαστε
τόσο διάφανοι
και τόσο μόνοι
κι αρπαζόμαστε απ’τα πύρινα φιλιά
που δυναμώνουν όσο τ’αποφεύγουμε
και μέσα μας απλώνουν
σαν μανδύες πλεγμένοι
από νοσταλγία και δάκρυα…

Στοιχιζόμαστε πίσω απ’το Διαρκές
ίδια στεκόμαστε
ορθωμένοι στο Χάος
λίγες ανάσες
κάποιες υποσχέσεις και χαμόγελα δειλά
αγγιγμένοι για πάντα απ’τη Νύχτα
για το προσωρινό της αιωνιότητας
τάχα νοιαζόμαστε

κι όπου ανασαίνουν
τ’ακριβά της μοναξιάς που υφαίνουμε
εκεί γεννιόμαστε

κι εκεί πεθαίνουμε…




Χίος  21.2.2001


Eternity

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015



Τετρ-ακέφαλος


θα περάσεις προφήτη τη διχασμένη θάλασσα;
θα λερώσεις τα πόδια σου στο χώμα των χρονισμένων ανθρώπων;
έχει μπροστά σου το χρυσό μοσχάρι ανατείλει
κι εσύ ακόμη ονειρεύεσαι
τη μοναδικότητά σου…

αλλά η καταγωγή
έχει το αίμα της δαμασκηνό
έχει τη φωτιά της λήθης
κι το χαμόγελο έχει
της μεθυσμένης άγνοιας

στο κάτω κάτω
μοχθηρέ προφήτη
οι άνθρωποι ζουν
γιατί εμπιστεύονται το χθες
και όχι το αύριο…

από τους λόγους που δεν σου αρμόζουν
φύλακα των Τόπων της Ματιάς
το σημείο στο κέντρο του κύκλου
οι τρεις ευθείες στο ισόπλευρο τρίγωνο
το ισοσκελές τετράπλευρο
ο κύβος που απλώνεται
για να γίνει σταυρός
η σφαίρα που θέλγει 
με την απροσδόκητη αρμονία της…

κι από τους όρκους που σου αρμόζουν
μύστη της χώρας με τη μαύρη άμμο
η χαίνουσα πληγή του βασιλιά
το σκοτωμένο νερό των ποταμών
οι πρωτότοκοι γιοί που τουμπάνιασαν

αλλά
στο λέω ξανά
η καταγωγή
έχει δαφοινό το αίμα της
το υδατώδες έχει
πυρ της λησμονιάς
κι έχει το βλέμμα της σελήνης που κοιμάται

στο κάτω κάτω
νοσηρέ προφήτη
οι άνθρωποι ερωτεύονται
με τα χέρια τους
κι όχι με την καρδιά τους…

Μάιος 2012

Rider of the Tempest

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015




με την περίσσεια της πρώτης νύχτας
στα φιλιά σου
και με το μαχαίρι που έκοβες τις μέρες
καρφωμένο στο στήθος σου
μου συστήθηκες

εμπρός λοιπόν
είπα
σηκώσου
και αν σε βαστάνε οι σιωπές σου
κοίταξέ την!

έτσι
να ξέρεις
δεν τόλμησε ο μαστρωπός
χρόνος
να σε χαρακώσει…



Οκτ2012

The Seaweed Man

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015


Αθέατος


Λέω καμιά φορά
τι καλύτερα που θα ήταν
να μην με αγγίζουν
των φώτων οι ανταύγειες
και κρυμμένος να είμαι
σε σκιές και αθέατος…

Σκέφτομαι καμιά φορά
πόσο καλύτερα θα ήταν
αν δεν έκλαιγα όταν σκέφτομαι
πόση θλίψη περιέχει
και ο πιο στενός δρόμος
το πιο μικρό σπίτι
η πιο μικρή καρδιά…

Λέω καμιά φορά
πόσο πιο όμορφα θα ένιωθα
αν ήσυχος κοιμόμουν
που η μέρα πέρασε
χωρίς να τραυματίσει εμένα
χωρίς εμένα να σκοτώσει
κι αύριο αν είμαι τυχερός
θα έρθω αλώβητος πάλι πίσω…

Κι ύστερα σκέφτομαι πάλι
πως κάθε τι που τραυματίζει εσένα
πονάει κι εμένα
κάθε τι που εσένα ματώνει
ανοίγει μια πληγή και σε μένα
κάθε τι που εσένα κάνει ευτυχισμένη
ομορφαίνει τον κόσμο ολόκληρο
και μαζί του κι εμένα
και πετάω το σεντόνι από πάνω μου
και βγαίνω στους δρόμους του πρωινού
και λέω
ευλογήθηκα να είμαι ένα κομμάτι από σένα
ευλογήθηκα να είμαι ένα δάκρυ δικό σου
κι ευτυχία είναι να ξέρω
πως προσεύχεσαι ακόμα για μένα…

 


16/11/98

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015


Μια λέξη


Πρόλαβα να γράψω μια λέξη
μια μεγάλη λέξη που πάλεψα,
αλήθεια,
όλα να τα περιέχει
δεν ξέρω μόνο αν ζωγράφισα σωστά
κείνο το μελί θάνατο στο βλέμμα σου
δεν ξέρω αν φυλάκισα ακέραιο
μέσα σ΄αυτή τη λέξη
το ρίγος του κορμιού
τη δροσιά του απογεύματος
το ψύχος του αποχωρισμού
κι ακόμη δεν μπορώ να πω με σιγουριά
αν αποτύπωσα σωστά
μέσα σ’αυτή τη λέξη
το πρόσωπό σου
ολόκληρο…
το φως που έσβηνε στα όμορφά σου μάτια
παλλόμενο…
το πένθος του αγγίγματός σου
υγρό…

ΑΝ…




5/12/2005

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015



Ονείρεμα
(Ο Γέροντας)

Μπήκα πάλι
στους κόσμους των εικόνων
και των ξεχασμένων τραγουδιών
κείνους τους κόσμους που επινόησα κάποτε
και που στοιχειώνουν πάντα τα όνειρά μου
κείνους τους κόσμους που πια έχω μισήσει
αλλά δεμένοι είναι αχώριστα με μένα

περπάτησα πολύ και λίγο
σημασία δεν έχει
ό,τι κοιτούσα μόνο ερημιά και ερείπια
όπου στεκόμουν άνυδρες χώρες
όπου ανάσαινα
μονάχα λίβας και σκόνη των αιώνων

κάποτε
βρήκα ένα γέροντα θλιμμένο
να κάθεται κάτω από ένα δέντρο χάρτινο
και τον πλησίασα δειλά
γύρισε και με κοίταξε
και είχε στο βλέμμα του
κουρνιάσει ένας λευκός θάνατος
κι είχε στο πρόσωπό του
ξεκουραστεί η αφθονία του τίποτα
"ήρθες ξανά" μου είπε
και με καλωσόρισε
"κάθισε δίπλα μου λοιπόν
γιατί είμαι μόνος αιώνες τώρα
και διψάω να μιλήσω σ'ένα επισκέπτη..."
και κάθισα κοντά του
κάτω απ'το χάρτινο κείνο δέντρο
κι ένιωσα πως ο γέροντας αυτός
ήταν εκεί για μένα από πάντα
κι ένιωσα τόσο περίεργα όταν τον αισθάνθηκα
τόσο αλλόκοτα νεκρό
τόσο γεμάτο από Τίποτα...

"μη με κοιτάζεις όσο θα σου λέω
μη με αγγίξεις
τίποτε είμαι γεμάτος
και δε θα νιώσεις παρά τίποτα
μη με ρωτήσεις πόσο έζησα
γιατί το έχω ξεχάσει
μη με φοβάσαι
η μοναξιά και η έπαρση
προξενούν μονάχα θλίψη"
άρχισε να λέει
και η φωνή του χάιδευε τ'αυτιά μου
και σκιά δεν έριχνε το ψεύτικο αυτό δέντρο...

"χρειάζεσαι ένα κόσμο αλλιώτικο
αυτός που ζεις είναι αυταπάτη
χρειάζεσαι πολέμους με άλλες μάχες
τούτες που δίνεις κιόλας σε κουράσανε
χρειάζεσαι ανθρώπους με καρδιά
αυτούς που αγάπησες
όλοι πεθάνανε..."
είπε ο γέροντας και είχα κλειστά τα μάτια
και το κεφάλι μου σκυφτό
να μην με αρπάζει η τρέλα του τοπίου

"χρειάζεσαι άλλες μουσικές
τούτες που ακούς σε ανισορροπούν
είναι κραυγές αρρώστων, είναι νυχτωδίες
άλλες χρειάζεσαι αυγές
οι ήλιοι που ανατέλλουν στη ζωή σου
κι αυτοί ψεύτικοι είναι
όπως αυτό το δέντρο..."
είπε ξανά ο γέροντας και στο μυαλό μου
σφυροκοπούσε μια φρενήρης άρνηση
να μην αλλοιώνομαι άλλο στο πουθενά
να φύγω
να επιστρέψω
να ξυπνήσω!

"εμένα σύντομα θα με ξεχάσεις
τίποτε είμαι
και δεν γεμίζω πια ούτε τον εαυτό μου
εμένα γρήγορα θα με περάσεις
αλλά, πόσο σε συμπονώ,
μ'εσένα θα εξακολουθείς να συνυπάρχεις!"
είπε ξανά και άκουσα το γέλιο του
κραυγή κι αυτό
παράφωνη οιμωγή απ'το τίποτα
και προσευχήθηκα να αδειάσω ξαφνικά
να τρέξω πίσω, να χαθώ,
να νιώσω εμένα ακέραιο,
να ξυπνήσω!

"κράτησε τούτο που σου λέω
πριν να ξυπνήσεις κει απ'όπου ήρθες
όλα είναι όπως εγώ
τίποτε
αν δεν γεμίσουν από σένα
όλα είναι όπως το δέντρο αυτό
ψεύτικα
αν δεν δονούνται από σένα
όλα είναι χαμένα
όπως ο χρόνος σου μαζί μου
αν δεν ντυθούν αγάπη
από σένα!"

τούτα είπε ο γέροντας
πριν με αφήσει
και τον αφήσω κι εγώ
και έχω μια εικόνα τελευταία
πριν πάλι ευλογηθώ
στον κόσμο των ανθρώπων να ξυπνήσω
ο γέροντας να εξαφανίζεται
το δέντρο να αφανίζεται
κι εμένα να στέκω ολομόναχος
σ'ένα απέραντο τοπίο
από περίεργο φως

και να μιλάω σε μένα...

2001



Old man sitting under the tree
by Katherine-Black