Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017


Όστρακο


Ο κόσμος
έχει ένα αλμυρό χαμόγελο
σαν όστρακο πάνω στην αρχαία πέτρα
και μια ρυτίδα από έρωτα
που κρυώνει στο χρόνο

με ρωτάει στο χθες ο άγνωστος άνθρωπος
ποιο τίμημα έχει η αναλγησία
κι εγώ δεν ξέρω να κοιτάξω το στερέωμα
παρά μονάχα να σιωπώ…

η θάλασσα
έχει το χρώμα του οινοπνεύματος
και την οσμή του πένθους

με ρωτάει στο σήμερα
ο άγνωστος θεός
ποια γεύση έχει η αθανασία
κι εγώ δεν ξέρω να διαβάσω τον πόνο
κι έτσι σιωπώ…

έχει ο ουρανός
το χρώμα της νεκρής φωτιάς
και τη στυφή ανάσα του αιώνιου

με ρωτάει στο αύριο
ο άγνωστος εγώ
ποιο είναι το αίμα της ελπίδας
κι εγώ δεν ξέρω να κρύψω
τα δάκρυα που πικραίνουν τα χείλη
κι έτσι
μαθαίνω πως είναι πάντα να σιωπώ…



Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017




Γράμματα




Με μια εμμονή
που δεν φανταζόμουν πως θα άντεχα
παλεύω
χρόνια τώρα
να χαράξω τ’ όνομά σου ολόκληρο
πάνω στο Ξύλο

το πρώτο γράμμα
έτσι το ένιωσα
είναι γαλάζιο
το δεύτερο λευκό
το τρίτο πορφυρό σαν το αίμα
μαύρο το τέταρτο
το πέμπτο έχει το χρώμα των ματιών σου
κι αρνείται όση δύναμη κι αν θέσω
όση δεξιότητα κι αν έχω αποκτήσει
να σκαλιστεί, να μείνει
έτσι όπως φτάνω πάντοτε στο τέλος
αυτό αργοσβήνει στην αρχή
χαλάει, αλλάζει, αλλοιώνεται
με περιπαίζει

κι ύστερα
παίρνουνε σειρά ένα προς ένα
όλα τα υπόλοιπα γράμματα
μένει το Ξύλο ατόφιο
αχάρακτο, αμιγές
σα να μην το άγγιξε ποτέ κανείς

κι εγώ αποκαμωμένος πάντα
τα παρατάω όλα όπως είναι
το Ξύλο χάνεται
η μορφή σου φεύγει
τα χρώματά σου ξεθωριάζουν

μένει μονάχα εκείνο το πικρό χαμόγελο
που είχαν τα μάτια σου
τη μέρα που σ’έπνιγε ο εαυτός σου
και χανόσουν στα βάθη του …




Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017




Το απέραντο χυμούσε μέσα μου
Γινόταν ένα με τη σάρκα μου
Ένα με το αίμα μου
Το στερέωμα με τρυγούσε
Και δεν το αρνιόμουν
Δεν το φοβόμουν
ήθελα να γίνω αόρατος
και μαζί ορατός…

Το αδιανόητο με κατοικούσε
Γινόμουν ξενιστής του
Γινόμουν δέσμιος
Και φύλακάς του
Έπρεπε να μάθω
Να μάθω να ψελλίζω απ’την αρχή
Ως και τ’όνομά μου
Στη δική Του αρχαία γλώσσα
Έπρεπε να μάθω
Ν’ακούω την ύπαρξή μου
Μέσα απ’τη δική Του μουσική…

Το Υπέροχο με άλωνε
Ένα προς ένα όλα τα κύτταρά μου
Του παραδίνονταν
Γινόμουν η εταίρα του
Η πόρνη του
Με εκφύλιζε
Με εξαγόραζε
Και ήταν το μόνο που είχα τόσο πολύ ποθήσει
Από την αυγή της ζωής μου

Το Κοσμικό Διανόημα
Το Δέντρο
Ο Όφις και ο Κήπος
Η δίχως αρχή Αρχή Όλων
Με διαπερνούσε
Με έναν ασύλληπτο ρυθμό
Απλωνόταν μέσα μου
Δήωνε τις αντιστάσεις μου
Φυλάκιζε τις ενοχές μου
Με απελευθέρωνε…

Ξέρω πως πια θα είμαι σιωπηλός
Αδελφέ μου
Αρχίζει εκείνο που δεν έχει όνομα
Να με βαφτίζει στο Ιχώρ του

Ανασαίνω το πρώτο Φως
Κι έχω τη γεύση όλων των ανήλικων ωκεανών
Της Δημιουργίας
Στα χείλη μου…

Αν θελήσω να πιω θα πεθάνω
Αν θελήσω να εισπνεύσω αναλώνομαι
Αν τολμήσω να εκπνεύσω…

Θα γεννηθώ ξανά
και δεν θα σε γνωρίζω...