Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

Ανθρωπομέτρης


Σάρκινα λουλούδια

φυτρώνουν σε μια άρρωστη γη

πάνω τους κόκκινες δροσοσταλίδες

ο χρόνος

δηλητηριάζει τα φύλλα

και τους μίσχους

ποτίζει με ιχώρ που αχνίζει

Σε είδα ξέρεις

στ’ όνειρό μου

γινόσουν χώμα

γινόσουν δέντρα

γινόσουν σύννεφα

γινόσουν αίμα…


Ο ανθρωπομέτρης

άπλωσε ένα λευκό μανδύα

πάνω στο πρόσωπό μας

το φως τρυπώνει μέσα από τη σκέψη

η αθανασία τρυπώνει από τη προσευχή

η αγάπη απόλυτη τιμή

και δεν αντέχει

ν’αργοπεθαίνει στο περίπου…

Σε είδα πάλι

ν’αγκαλιάζεις τον ήλιο

μονάχα με το χαμόγελό σου

καιγόσουν

γλώσσες φωτιάς

εξέχεαν τα σωθικά σου

και δεν ζητούσες να εξαγοράσεις

το πυρετό με τη δροσιά

αλλά το αύριο

με το τώρα

χωρίς να ξέρεις

πως ζούσες ξανά και ξανά

όλο το παρελθόν σου

σε μια εξάχνωση του απείρου

μόνο…


Ο ανθρωπομέτρης

άνοιξε ένα από τ’αναρίθμητα κελιά του

έβγαλε έναν ανήλικο ήλιο

στον λευκό σου κόρφο τον απίθωσε

άγγιξε τα πλευρά σου

τα φτερά σου άνοιξαν

σε άγγιξε στο πρόσωπο

και η λάμψη από την ομορφιά σου

απλώθηκε σε χίλια στερεώματα

άγγιξε το μυαλό σου

για να μπορέσεις να τον δεις

κι ύστερα

χαμογελώντας σαν μικρό παιδί

με μια του κίνηση

χώρισε το σώμα απ’το κεφάλι

και το ζεστό σου αίμα

που πλημμύρισε την μαύρη θάλασσα

του απείρου

έγινε γεννήσεις

έγινε θάνατοι

έγινε ρίγος

έγινε χώρος

έγινε άνθρωποι

ξανά…


Νοε 2009

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Στην άκρη του εντός …


Αναρωτιέμαι…

αν κάνω ένα βήμα ακόμη

εισέρχομαι στο άβατόν σου

κρημνίζομαι στο άπειρό σου

χάνομαι στο πέλαγός σου

απ’το απόλλυμαι

στο ακέραιο ίχνος

σέσωσμαι

και γκρεμισμένος

ανασαίνω τις καινούργιες

φτέρουγές μου…


αν κάνω πίσω

μένω στο άθλιο Γνωστό

στη ρυπαρή ασφάλεια της φυλακής μου

ελλιμενισμένος πνιγηρά

υγρά και ασθματικά

στο φροντισμένο

οκνηρό εαυτό μου


Ισορροπώ στο μεταίχμιο του Γνόφου

δολιχοδρομώντας ως τα σήμερα

συντροφιά με τις ριπαίες ενοχές μου

μετρώντας αμείλικτα

τα πιο χλιαρά βήματά μου

κέρδισα το προνόμιο να σε αντικρίσω

αλλά διστάζω

να εκταθώ

ως τον αφανισμό μου…


και αναρωτιέμαι ενεός

αν πάλι έξω από το ιερό σου

φιλοτεχνώ ο δειλός

το πρόσωπό σου

εγκάθειρκτος

και μοναχός

εκτός…

ή αν

στο πρόναο της αγάπης σου

πυρετικά

και άρρητα

στο γνόφο του μυαλού μου

αναδιφώ στο Άγνωστο

εντός…


Νοε2009

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009


Aιωνιότητα
άπλωσα το βλέμμα μου
στον άδειο ουρανό
η φωνή δεν βγήκε
ούτε ο λυγμός
νομίζω μόνο
πως κάποια στιγμή
ούρλιαξα μέσα μου
τόσο δυνατά
που το αίμα για λίγο
σταμάτησε να τρέχει στις φλέβες

που βρίσκεσαι;

τα χέρια μου αισθάνονται περίεργα που δεν σε αγγίζουν
το στόμα που δεν σε φιλάει
τα μάτια μου που πέσαν σε φτωχές εικόνες του κόσμου
κι όχι στο άγιο πρόσωπό σου
η ανάσα μου που δεν μπερδεύεται με την δική σου
το σώμα μου που δεν εφελκύει το δικό σου...

το τελευταίο μου δάκρυ θα φυλάξω
σου είχα πει
να πλύνω την ψυχή μου
όταν δεν θα αντέχω άλλο πια...

τα δάχτυλά μου δεν αισθάνονται πια
δεν μου μεταφέρουν ερεθίσματα ουδέτερα
τα μάτια μου αρνούνται
να παροχετεύουν την ασχήμια ολόγυρα
στο είναι μου
τα βήματά μου
έμειναν εκκρεμή
και ακρωτηριασμένα...

τα χείλη μου όμως
ακόμη
επιμένουν
να ψελλίζουν τ'όνομά σου
και η ύπαρξή μου
συνηχείται με τη δική σου
στην αιωνιότητα πια αγάπη μου
και δεν μπορεί
ούτε θέλει να κάνει αλλιώς...

Νοε 2009

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Όλα


Οι Pink Floyd στο ραδιόφωνο

"hey you

out there in the cold

can you hear me?..."


πρόσωπα μέσα σε πρόσωπα

εικόνες μέσα σε εικόνες…


ο Μπόρχες τυφλός περιδιαβαίνει ανάμεσα

σε αμέτρητους τόμους βιβλίων

που δεν μπορεί πια να διαβάσει...


Ο πατέρας με κρατά απ'το χέρι

χαμογελώντας σε κείνη τη παλιά φωτογραφία

θυμάμαι ακόμη τι μου έλεγε

κείνο το απόγευμα

[ο άνθρωπος, να ξέρεις

είναι ενδεής…]

μα κυρίως τον θυμάμαι σιωπηλό

και μόνο...


μουσικές μέσα σε μουσικές

φωνές μέσα σε φωνές


και ο Κρισναμούρτι ετοιμάζεται να φτερουγίσει

αναρωτώμενος αν μπορεί το φως

να μιλήσει για το φως

και η ενέργεια

για την ενέργεια...


Μια παρέα από ανέμελα παιδιά

συζητούν με θόρυβο

γελούν πειράζοντας ο ένας τον άλλο

καπνίζουν, τραγουδούν,

αύριο δίνουν διαγώνισμα

και αύριο είναι γέροι και λησμονημένοι

με εκατομμύρια αναμνήσεις

που έχουν μόνη συντροφιά...


στιγμές μέσα σε στιγμές

αλήθειες μέσα σε ψέματα

ψέματα μέσα σε αλήθειες


η μητέρα κλείνει στις φτερούγες της

ένα σύμπαν από δάκρυα αγάπης

έχει στα μάτια της ροδοπέταλα φωτός

έχει στο γέλιο της

φιλοτεχνήσει θνητές αθανασίες

και με περιμένει…


Οι Pink Floyd στο ραδιόφωνο

"together we stand

divided we fall…..."


όλα που υπήρξαν

για λίγο

κι ύστερα έφυγαν

για πάντα

όλα που γεννήθηκαν και ακμαία έζησαν

την ακέραιη δόξα της στιγμής

και δικαιώθηκαν σκορπίζοντας

τα απομεινάρια τους

στο τίποτα απ'όπου θα ξανάρθουν κάποτε...


2001-2009

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

20070204_coner_wallpapers_ru_gerber_1280x960_A(115184) clip_image002

clip_image002[7]

clip_image002[9]

clip_image002[11]

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009


έτσι

…θα έχει το απρόσμενο θάρρος να μου μιλήσει

κι εγώ θα Τον ακούω με μια παράξενη τρυφερότητα

όχι πως θα έχω μαγευτεί απ’την αφήγησή Του

μα θα’ναι πιο πάνω απ’τις δυνάμεις μου

να του αρνηθώ τούτη την ηδύτητα στην έκφρασή μου

και απογυμνωμένος

άοπλος

αθωράκιστος

λίγο λίγο…

θα Του παραδίνομαι


έτσι

…θα έχει το ύφος του χορτασμένου πολεμιστή

από κατακτήσεις, πολιορκήσεις, δηώσεις, βεβηλώσεις

και θα αφήνει το βλέμμα Του να ξεκουράζεται

μονάχα πάνω στην Γη

θα την αγγίζει και θα της μιλά

και θα μοιάζει σαν εραστής που απολαμβάνει

να θωπεύει την αγαπημένη του


έτσι

…και θα αποφεύγει να με βλέπει

τα μάτια Του δε θα τα ρίχνει επάνω μου

επάνω στη ντροπή

επάνω στη φτώχια μου

και θα αποφεύγει να με συναντάει στη ματιά Του…


έτσι

…νωχελικά θα με πάρει

θα με ρουφήξει

θα με πιει

χωρίς να με ρωτήσει

χωρίς να μου το πει

αναίμακτα

όπως η Μάνα του υποδέχεται το ζεστό υγρό

στα αρχαία Της σκέλια

έτσι

στα ωραία ερωτικά Του βάθη

θα με νανουρίσει…


13/12/2005

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Νημερτής


Δυναμένη

Φορεσιά απ’ το αρχαίο ύδωρ…


κλέβω απ’ το βλέμμα του Ποσειδώνα

μονάχα την ιερή οργή

ενός θεού εγκλωβισμένου

ενός ανθρώπου ξοδεμένου

ενός παιδιού αθάνατου

ενός θνητού πολεμιστή

κι εξαγοράζω δάκρυα

σταγόνες ευτυχίας

ρυτίδες από υδατώδες πυρ

πύρινα κορμιά

εωσφορικών τροχιών

στο απέραντο είναι…


(χιτώνας από νεραϊδοκλωστές

ο χρόνος πάνω μου

θωράκιο και πανοπλία μαγική

δεν ήρθα χθες

πριν από αιωνιότητες ήρθα

κι ακόμα μένω ανοιχτός

σαν πληγή απ’ την τρίαινα της Αμφιτρίτης)


Ευλιμένη

Δεν έβρισκα το δρόμο

ήμουν χαμένος

ανάμεσα σε ξάρτια κι άλμπουρα ναυαγισμένα

από μυθικές τριήρεις

των νικητών Αχαιών που ηττημένοι γύρισαν

από τη ματωμένη Τροία

πάλευα να ξεχωρίσω

ένα διάφανο ουρανό

ένα μονόκερω ολόλευκο

να με οδηγήσει

σ’ ένα λιμάνι απάνεμο

σε μια αγκαλιά ζεστή

σ’ ένα φωτισμένο αύριο

μακριά απ’ τη καταχνιά του Δία


(Το δρόμο μόχθησα να βρω

κι έχασα τον Οδυσσέα

στη φυλακή της Κίρκης

να ληστεύει τους αιώνες

με μια ματιά και μια ανάσα

καθώς η Ιθάκη αφανιζόταν

και ο μύθος ιστορία γινόταν

στο κέντημα της Πηνελόπης)


Κυματολήγη

Φορεσιά εξωτική και σπάνια

κι ένα χαμόγελο της Αφροδίτης

οι αγάπες μέσα μου

ένας Γαλαξίας ολόκληρος

στη χούφτα του Ηρακλή

και στο δρασκέλισμα της Νύχτας


συναπαντιέμαι με τον Έρωτα

αλητεύω στα σοκάκια

που πρώτος περπάτησε ο Σωκράτης

μιλώντας με τον Πλάτωνα

για την Αλήθεια και τη φύση του Είναι


Ανασαιμιές θεαινών

και αγγέλων φτερουγίσματα…


ύμνησα το θάνατό μου

και την ανάστασή μου είδαν πρώτοι

κάποιοι περίεργοι Μάγοι απ’ την Ανατολή


χωριστά το σκοτάδι απ’ το φως

χωριστά απ’ την αρχή το πέρας

χωριστά το εν απ’ το ουδέν

χωριστά κι ο κύκλος απ’ το διαβήτη


ο Πυθαγόρας με νανούρισε γλυκά

με το μονόχορδο και την τετρακτύ

κι ο Ματθαίος γυροφέρνει με τον Ιωάννη

σε πυρετικά όνειρα για τον Εσταυρωμένο


Τα κύματα θα πρέπει να ησυχάσουν

ο άνεμος να φιλιώσει με το θάνατο

ο Αδάμ να επιστρέψει στον Παράδεισο

και το νερό να παραδώσει τα σκήπτρα του στην πέτρα


Ευκράντη

Ανασηκώνω τα προσωπεία του υποκριτή

και τον αλώβητο υποκρίνομαι

έχω στ’ ακροδάχτυλά μου

πρησμένες φλέβες απ’ το Ιχώρ του Απόλλωνα

και στ’ αναφιλητά μου

με προδίδει ο σπαραγμός του Ναζωραίου ασκητή


Πρόσεχε, λέω στον εαυτό μου

να μη χαθείς σα θραύσμα

από τη γη της Ατλαντίδας

και μην απαρνηθείς στη θλίψη αυτής της προσευχής

την πρωταυγή της ύπαρξής σου


(Στο τραγούδι της Θελξιόπης

εγώ θα υποκύψω

με κερί τ’ αυτιά μου

δε θα κλείσω

είναι ο προορισμός μου

στον οργασμό του Νου ν’αφανιστώ

και τα φτερά

για τη βουτιά στην Αίτνα μου θ’ ανοίξω

έναν που έρωτα δικαιούμαι

όσο η ψυχή μου γυρεύει ν’ αναλώνεται

όσο το σώμα αντέχει να εκπυρώνεται

ακέραιο και ολόφωτο θα ζήσω)


Νημερτής

Στον πρόναο του Υδροχόου

κρύβομαι κι είμαι φανερός

είμαι ακόμη διάφανος και αναιμικός

σα πεθαμένος Σάτυρος

σαν κουρασμένος Σειληνός


στ’ αριστερά μου ξεψυχάει ο Προμηθέας

κι ανασταίνεται ο Κερασφόρος

στα δεξιά μου φάτνη ετοιμάζεται

να γίνει Αλήθεια και Οδός

στο τρίστρατο του αείποτε ξαπλώνω

να υποδεχθώ φωτιά και λάμψεις κι αίματα ηρώων

οι χρυσοφόροι Μήδες του Μεγάλου Βασιλιά

του Αλέξανδρου οι αήττητοι σαρισοφόροι

οι λεγεώνες του Ιούλιου Καίσαρα

κι οι Σταυροφόροι Ιππότες του Ναού

επάνω μου να περπατήσουν

να με μπολιάσουν με χλομά αδιέξοδα

να με σκοτώσουν άπειρες φορές

να με πουλήσουν

να με ξεγελάσουν

να’ ρθω ξανά και πάλι απ’ την αρχή

από το χθες γεμάτος

απ’ το αύριο άδειος

απ’ το κενό αιώνιος

χωρίς λαλιά ανώνυμος

χωρίς ματιά αστερέωτος

ζευγαρωμένος μόνο με τον τυφλό ποιητή

σαν ραψωδία ιερός

κι απρόσιτος…


- 2004-

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009



Συλλαβές αγάπης…


Το βραδυνό φιλί σου

κρέμεται από το πρόσωπό μου

το αγγίζω απαλά

πονάω

στάζει έναν οργισμένο έρωτα

πάθος σταλάζει

απουσία


και νιώθω τις σταγόνες να δραπετεύουν στο πάτωμα


το βραδυνό φιλί σου

γραπωμένες έχει ακόμα

μερικές λέξεις

μικρές ανάσες απ’το στόμα σου

κλεμμένες

ανάπηρες

απελπισμένες

αγκιστρωμένες στα χείλη μου

οι συλλαβές τρεμοσβήνουν στο πρωινό φως

αργοπεθαίνουν


παλεύω να τις κρατήσω ζωντανές


το βραδυνό φιλί σου

δρόσισε τούτο το μοναχικό δωμάτιο

με συλλαβές αγάπης

καταλήξεις έρωτα

σύμφωνα ερεθισμένα

σερνικά

κι ερωτευμένα φωνήεντα

παιγνιδιάρικα

και θηλυκά

και μ’έναν τρόπο μαγικό

αληθινά στο λέω

μεταμορφώνονται ξανά

σε σώματα ονειρικά

όχι τεμαχισμένα πια

ολόκληρα

και φωτεινά


στο ταπεινό

δωμάτιό μου

δεν είναι υπέροχο;


εσύ κι εγώ ξανά…


Οκτ 2009

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Falling-Spirit-1

Ίχνη Αιματογράφου…


Έτσι στεκόμουν

βουβός

τίποτα δεν σκεπτόμουν

μονάχα βίωνα

τον αρυτίδωτο πόνο

να χτίζει φράχτες

από παγωμένο χρόνο

ολόγυρά μου



Ο δολιοφθορέας

[Φεβ 2003]


Ο δολιοφθορέας

ήξερε το δρόμο

φοβόταν τις σκιές

την αίσθηση κέρδιζε

βήμα το βήμα

καθώς κρατούσε το χθες

στ’ απλωμένα του χέρια

[ανασαίνει βαριά

λαβωμένος

από ματωμένα σ’ αγαπώ]


Ο δολιοφθορέας

έκαψε τις απαιτήσεις του

ζωντάνεψε ένα μύθο ξεχασμένο

ζητιάνος έγινε

στο κόσμο των λεπρών

και αγνόησε από τα περιττά

ως και τη δύναμή του

[στην αλλαγή

θα υπάρχει ακεραιότητα

σαν κρύσταλλος αρχαίος καθαρή

σαν ελιξίριο δαιμόνων ισχυρή

αλλά καταραμένη]


Ο δολιοφθορέας

περπάτησε στο μνήμα του πατέρα του

χωρίς αιδώ

ζωγράφισε στο μάρμαρο

έναν γύπα που αιμορραγεί

από το βέλος ενός πολεμιστή φωτός

και οσμές θανάτου γεύτηκε

σαν μυρωδιά ζωής

[πεσμένος καταγής θρηνεί

ένα είδωλο που έγινε θεός θυσιασμένος]


Ο δολιοφθορέας

αρνήθηκε την ύπαρξή του

αναζητούσε τον εαυτό του

στις αναμνήσεις

στα όνειρα

στη θάλασσα των προσευχών του

σε όσα ματαιώθηκαν

και όσα ματαίωσε

[στέκεται μπρος στον εαυτό του

δεν του είναι γνωστό το είδωλό του

στο πρόσωπο που βλέπει

αναγνωρίζει

ένα φοβισμένο θάνατο

του απλώνει το χέρι στοργικά

και στου καθρέφτη το χαμόγελο

ευτυχισμένος εγκαταλείπεται]


Ο δολιοφθορέας

ένα μικρό παιδί

αγαπημένο

όμορφο

στεφανωμένο

από ήλιους άλικους

γυρνά αέναα

στον ίδιο πάντα κύκλο

είναι ο χρόνος που εκπυρώθηκε

κι έγινε περιδέραιο της Νύχτας

[ένας Ορφέας θλιμμένος

μια Ευρυδίκη αστόλιστη

ένας Χριστός ορφανεμένος

κι ένδοξος

και μια μοναξιά

σαν αιώνας

και σαν δάκρυ

στο πρόσωπο του κόσμου…]

Πρωτόγονη ορμή


Σου γράφω σ’ αγαπώ

κι αισθάνομαι

κείνη τη πρωτόγονη ορμή

όπως το αίμα χτυπάει στην αρτηρία

το ανελέητο της ζωής

και το υπέροχό της

το κραυγάζω

το δονούν όλα μου τα εσώψυχα

όπως στα μάτια

στους πόρους του είναι μου

σπαρταράει όλη η αθανασία

από τ’ αγγίγματά σου..

κι έρχεται στα δάχτυλα μεγάλο

πλατύ

ολόκληρο

και απορώ

που έχω το θράσος

την αποκοτιά

να εγγράψω

το άπειρο

σ’ ένα χαρτί…


Κι όμως

ερωτευμένος είμαι

και το κάνω…


(στην Ε...)

Παρασκευή, 09 Οκτωβρίου 2009

Μέγιστο…


ένα κλεμμένο βλέμμα

στο νερό η φωτιά βαφτίζεται

και παίρνει τ’όνομά σου


ένα ριπαίο νεύμα

αρπάζεται η γη απ΄τον ουρανό

αλλά δεν αφανίζεται


ένα βαθύ τραύμα

διατρέχει ο ήλιος το στερέωμα

και ιχνεύει

τον αφανισμό του


ένα άδειο στρώμα

αγγίζουν τα χέρια το κενό

αλλά δεν απελπίζονται


μια επίκληση άηχη

στον έρωτα που δεν γονάτισε

στα δάχτυλα του φόβου

στέγνωσε το αίμα


αλλά κι ο νύχτιος πυρετός

καλοδεχούμενος κι αυτός

σε τούτο τον ασύνορο κόσμο…


(της ανάσας σου

καθώς πατάς τη νότα

στο ΄ν΄του ονόματός μου…


…της μουσικής στους φθόγγους σου

καθώς αφηγείσαι το ελάχιστο

πριν το αφομοιώσει το Όλο

και ήδη μέγιστο είναι…)


Noe 2008-Sep 2009

Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2009




ΜΕΤΑΤΡΟΝ


«Όποιος στοχάζεται πάνω στα τέσσερα πράγματα,

καλύτερα γι αυτόν να μην είχε έρθει καθόλου

πάνω στον κόσμο. Τα πράγματα αυτά είναι:

ό,τι βρίσκεται επάνω, ό,τι βρίσκεται κάτω,

ό,τι υπήρχε πριν και ό,τι θα υπάρξει μετά»

Μισνά


Πυρακτωμένο πνεύμα

διατρέχει το νυχτερινό στερέωμα

και οι καρδιές των Αγίων Οντων

πάλλονται σε συνήχηση

Μουσικές υπερ-ουράνιες

ντύνουν το μαύρο θόλο

καθώς ο Άρχοντας των Προσώπων

εργάστηκε για να εφελκύσει γύρω του

όλη τη θέρμη του Ισχυρού

όλη την δροσιά του Τέλειου

και τέσσερις εσθήτες έπλεξε

για να εισέλθουν ασφαλείς οι μύστες

στα Μυστήρια του Θρόνου

και την απρόσιτη Άμαξα

να αξιωθούν ν’αντικρίσουν…


καρδιές εκστατικές

που γλείφουν πύρινες ανάσες

χρειάζονται

και βλέμμα αγνό, καθάριο

και άγρυπνο

και νου

απ΄της επίκλησης το σφρίγος

ακονισμένο

για να Δουν

ν’αντέξουν…


μα ο πρώτος που εισήλθε

«είδε και πέθανε»

εκατομμύρια κύματα φωτός

τον σάρωσαν

και τον αγνόησε

ως και ο Χρόνος...


και ο δεύτερος

«είδε και χτυπήθηκε»

τα λογικά του σάλεψαν

καθώς στα Δώματα της Αγιοσύνης

ο αδύναμος δεν έχει θέση...


αλλά και ο τρίτος

«είδε και στράφηκε αλλού»

το βηματισμό του έχασε

το θάρρος του άδειασε γρήγορα

και βρέθηκε

στην άλλη όχθη της ματιάς του

να ξημερώνεται αιώνια

στα σωθικά του Φόβου…


μονάχα ο τέταρτος

«ανέβηκε ειρηνικά

και ειρηνικά κατήλθε»

το σκεύος του εαυτού του

χώρεσε, άντεξε,

δεν έσπασε

και ευλογημένος δεξιώθηκε

τη θέα της Αμαξας…


κι όμως

δεν του ήταν αρκετό…


φωτιά από σπέρματα

αγνώστων Ήλιων

και σαρκοφάγο Φως

το Αρχαίο Ρίγος των Δυνάμεων

το Αίμα των Τροχών…

δηλητήριο για τον επηρμένο…


στα Παλάτια της Σιωπής

πως τόλμησες να εισέλθεις

μιαρός

και ανέτοιμος;


ως το Εβδομο Ανάκτορο

τον ουρανό των Αβαρώτ

τόλμησε ο ευσεβής

να σύρει τη θνητή σκιά του

κι ύστερα θέλησε

να διαβεί

το Απαγορευμένο Κατώφλι

μα εκεί ο χολωμένος Χρόνος

τον έφερε γονηπετή

στη Θεϊκή Σοφία!

και τούτη η Δόξα

δεν ήταν για το αλαζονικό του αγγείο

τα χέρια γύρισαν

τα πόδια λύγισαν

τα μάτια βγήκαν απ΄τις κόγχες

η φτωχή καρδιά του έσπασε

και η φωνή του χάθηκε

ρυτίδες στα σεντόνια της Υπαρξης

ο Αρχοντας της Παρουσίας

θέρισε το πνεύμα του

το φτηνό σαρκίο του

έριξε μακριά

στο χώμα των πρωτόπλαστων

και το αίμα του σοφού

πότισε τα διάφανα νερά

των γήινων αιώνων…


και οι αναρίθμητες νύχτες

που κληροδότησε ο Άνθρωπος

στον άνθρωπο

διαδέχονται η μια την άλλη

ποτισμένες απ΄το αίμα της φθοράς

και του θανάτου…


Οκτ 2009

Πέμπτη, 01 Οκτωβρίου 2009

Αρνούμαι…


Είπες ότι μπορείς

ν’ ακινητοποιήσεις το χρόνο

μέσα στη χούφτα σου

να κλείσεις όλους τους ιλίγγους

να περπατήσεις το άπειρο

μέσα σε μια νύχτα

να σιωπήσεις δυνατά

και η σιγή σου να είναι αθανασία

δεν έμαθα ποτέ

αν είχες δίκιο

αλλά τούτα τα ασημόγκριζα πρωινά

δεν μπορώ να ψηλαφίσω άλλο τίποτε

από τον κενό μου αντίλαλο…


και αν εκκρεμώ ως προς τον εαυτό μου

αρνούμαι να σε εκμισθώσω

ούτε καν ως ανάμνηση

για ενός απογεύματος

φτηνή απόλαυση

κομμάτι κομμάτι

τη Νύχτα

στο είπα

δεν μπορώ να στην προσφέρω…


κι αν κράτησες το τελευταίο φιλί

για να εκβιάζεις την ευαισθησία μου

νομίζω σου οφείλω ακόμη ένα

κομμάτι κομμάτι

τον εαυτό μου

αρνούμαι να σου τον προσφέρω…


Sep2009

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Όραμα


Είχα

Ένα περίεργο όραμα

Ο Ιησούς

Αιμόφυρτος

Κατέρχεται απ΄το Σταυρό

Βαδίζει ανάμεσα στους έκπληκτους στρατιώτες

Πλησιάζει τη μητέρα του

Της χαρίζει ένα βλέμμα απορίας

Πλησιάζει τον Ιωάννη

Του χαρίζει ένα χαμόγελο στοργής

Πλησιάζει έναν άγνωστο

Του χαρίζει σταγόνες απ’το αίμα Του

Συνεχίζει τον αργό βηματισμό Του


Κι ενώ σχίζεται ο ουρανός

Και σείεται η Γη

Εκείνος φτάνει αγέρωχος

Και σιωπηλός

Στο δέντρο που φιλοξενεί

Τον κρεμασμένο Ιούδα

Του αγκαλιάζει τα πόδια

Τον φιλά

Κάτι του ψιθυρίζει

Χαιδεύει τρυφερά

Το άψυχο κορμί

Τον λύνει

Τον παίρνει στ’Αγια χέρια Του

Και τον πηγαίνει ως τον Τάφο

Που ήταν προορισμένος για Κείνον…


Το στερέωμα πλένεται

Από βροχή και αίμα

Από οργή και ανάσες

Τα χώματα της σκέψης

Καθάρονται σε μια στιγμή

Απ’τη σιωπή όσων

Ευλογήθηκαν

Να Δουν…

Να καταλάβουν…


Κι ο Κύριος τον φίλο Του

αποθέτει στη πέτρα

τον σκεπάζει με καθαρό σεντόνι

τον σκεπάζει με στοργή

Του χαρίζει μια αιωνιότητα αγάπης

Δακρύζει ο Διδάσκαλος

Και η σπηλιά ανασαίνει

Σαν ζωντανός οργανισμός


Κι ύστερα βγαίνει

Επιστρέφει

Βαδίζει πάλι ανάμεσα στο κόσμο

Οι ποταμοί βροχής

Πλένουν το άχραντο κορμί

Οι αιώνες πάνω Του

Ρυτιδώνουν τον αέρα που αναπνέει

Και τα ρυάκια από νερό

Και αίμα

Γίνονται ύστερα από λίγο

Ιαχές

Ρομφαίες Πυρός

Και δέσμες άκτιστου Φωτός


Κι Εκείνος

Πλησιάζει το φοβισμένο Εκατόνταρχο

Και του ζητά

Απλά

Πολύ απλά

Να Τον καρφώσει πάλι

Στο Σταυρό Του…


Σεπ 2009

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

septemberrose

Τετρακτύες


Δεν θέλουμε το αχανές

αλλά το ευρύχωρο

σε μια ρυτίδα του Αιώνιου άραγε

δε χωράμε κι εμείς;


[πρώτα το Εν

έπειτα το είδωλό του

οι αλυσιδωτές αντιδράσεις στο είναι

οδήγησαν την Ατη

στο θέατρο του κόσμου]


κι αν ολόγυρα

η προσαρμογή στο μηδέν

ανασαίνει δηλητήριο

το αντίδοτο δεν είναι λοιπόν

εκείνο το άγγιγμα

που φοβήθηκες τόσο πολύ

κείνο το γέλιο

που σου στοίχισε μονάχα

ένα άδολο βλέμμα;


Δεν είμαστε οχήματα του Απόλυτου

αλλά αρνούμαστε τη συστολή του εφικτού

σε μια κουκίδα

κβαντικής ανυπαρξίας


[οι 32 Δρόμοι, οι ιερές Τριάδες

οι Τετρακτύες, τα πεντάκτινα

τα στέμματα φωτιάς…

αν δραπετεύσεις ρίψασπις

από το σκήνωμα του Νου

το φρόνημα της σάρκας

θα σ’ εκδικείται αιώνια]


κι αν σε ό,τι μας περιβάλλει

σαν άδειο κέλυφος

έρπει και απλώνεται

βδελυρή η χυδαιότητα

δεν φέρουμε εμείς τις εσθήτες του Ακέραιου

δεν εφελκύσαμε πνοές Φωτός

στα δώματα της Περσεφόνης;


Δεν είμαστε μηχανές

που θα πάψουν να οργώνουν το χρόνο

προσδοκώντας το αεικίνητο

αλλά πύρινες ψυχές

μοναχικών πολεμιστών

μοιάζουμε λες

με αφίλητα χείλη

που διψάνε τη δροσιά της Μελανής Μητέρας

κείνη την ιερή Νύχτα

που το φθαρτό στα στήθια της

θα βυζάξει αθανασία

και την επόμενη αυγή

ο σκεδαστής της Φλόγας

ο Χρόνος

ο εμπύρετος πόρνος

θα μας ξεδιψάσει

με το αίμα του Τίποτα…


Νοε 2008-Σεπ 2009

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Rose_04_20070625

Γιατί είχα…


πέθανα

γιατί’ χα σώμα

είδα το αίμα μου

πρώτη φορά

όταν κυλούσε ανασαίνοντας

ελεύθερο…


έζησα

πρώτη φορά

στο μηρό της Κίρκης

μονάχα που ήμουν ξενιστής

της Πηνελόπης

κρυφά

και δεν το’ξερα


πέθανα

γιατί’ χα βλέμμα

είδα τον κόσμο

πρώτη μου φορά

όταν με σπλαχνίστηκες

σκοτώνοντάς με…


έζησα ελεύθερος

στην αίγα που θυσίασα

στην είσοδο του Άδη

μοσχοβόλησαν τα σκοτεινά παλάτια

και η μητέρα του Οδυσσέα

μου ψέλλισε την μόνη Αλήθεια


πέθανα

γιατί’ χα τόσους αιώνες

όλες τις πληγές μου ανοιχτές

και σε καμιά

εσένα…


Ιούνιος 2009

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009


Εκτατό...


Από το σήμερα

εφευρίσκω το χτες

δεν έχω το φορτίο του πόνου

έχει καταναλωθεί μιας Ημέρας το φως

και ταξιδεύω στη Νύχτα…


από το νυν

εφευρίσκω το αεί

όχι πια τεμαχισμένο

από λατρείες

και ψέματα

όχι πια βουτηγμένο

στο αίμα των πρώτων μαρτύρων

αλλά χαριτωμένο

ολόφωτο

τρισδιάστατο και ζωντανό…


από το ένθα ίσταμαι

ναι

βροτός γαρ

με έναν τρόπο ακατανόητο

είμαι ζωσμένος με την υπόσχεση του απόλλυμαι…


και απ’το παράλογο του βίου

εφευρίσκω το λογικό του ζην

είμαι παιδί του Αναξίμανδρου

και το Άπειρο με συνέχει

δεν καταθέτω εύκολα τα όπλα

στις Θερμοπύλες έφτασα αργά

και μόνος

ο Ξέρξης έχει πια περάσει

και η μοναξιά του τοπίου

ρημάζει όλη τούτη τη δόξα…


ναι

από το αδιάστατο

Έλληνας γαρ

είμαι προικισμένος

να ευδοκιμώ στο εκτατό…


και με όλα μου τα δάχτυλα

να δείχνουν εμένα

και με όλα μου τα σώματα

να δείχνουν εσένα

άνθρωπος γαρ

παλεύω να σε περιέχω

καταδικασμένος

να παραμένω ακέραιος

αλλά όχι ΕΝΑΣ…


Σεπ 2009



Το μαύρο κορδόνι


Το μαύρο κορδόνι

Έγινε λευκό σχοινί

Με τύλιξε γύρω απ’το λαιμό

Και στον επιθανάτιο ρόγχο

Είδα τον κόσμο

Όπως αληθινά είναι

Είδα χέρια αποσαρκωμένα

Αιδοία και πέη ματωμένα

Είδα αρρώστους λερωμένους με ζωή

Και υγιείς πρησμένους

απ'το σφρίγος του θανάτου

Είδα παιδιά σκελετωμένα

Και υπέρβαρους φιλάνθρωπους

Να στάζουν λίπος και δάνειο οίκτο

Είδα ανθρώπους λουσμένους στο φως του έρωτα

Και είδα πως τούτο το φως

Ήταν γεμάτο φλύκταινες και πύο


Το μαύρο περιλαίμιο

Έγινε άσπρη λαιμαριά

Με τύλιξε ακόμη πιο σφιχτά

Καθώς ακόμη όλα δεν τα είδα

Γέροντες είδα που εκπόρνευαν τη σοφία τους

Και νέους που εκπόρνευαν το σώμα τους

Είδα χαμαιλέοντες με μορφή ανθρώπου

Και αγνούς σακάτηδες που σέρνονταν κοντά μου

Κοπέλες σαν τα κρύα τα νερά

Να ξεπουλιούνται για μια κίβδηλη ζωή

Και αγόρια που λάτρεψε ο ήλιος

Να σκάβουν το σκοτάδι

Με τα ωραία τους δάχτυλα


Μάτια βγαλμένα

είδα

Από τυφλούς

Που σιχάθηκαν να βλέπουν

Και σαν τον Ωριγένη

Ευνούχους που λάτρεψαν

Την αναπηρία τους


[Πονούσα]

Και η μαύρη ζώνη

[Σχιζόταν η καρδιά μου]

Έγινε λευκή φωτιά

Και λίγο πριν με αναλώσει ηδονικά

Είδα κι εμένα

Να περιφέρομαι

Σα να μην συμβαίνει τίποτα

Ανάμεσά τους…


Σεπ 2009

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009


Γιατί λοιπόν…


Και γιατί λοιπόν

θα πρέπει συνεχώς

να καταδιώκω τις ευαισθησίες μου

να απογυμνώνω το δωμάτιό μου

από τα σκιρτήματα της μνήμης

και να ενοχοποιείται

ως και η δροσιά από εκείνα τα χρόνια

της αναζήτησης του σκοταδιού

όχι μέσα από το φως

αλλά ανασαίνοντας φως

και να σταυρώνεται ως και η ενθύμηση

που δεν ξεψύχησε ακόμα;


Και γιατί διάολε

θα πρέπει συνεχώς να απολογούμαι

για όλα εκείνα τα απέριττα αλλά απαιτητά

που γεννήθηκαν πριν εγώ υπάρξω

και με την ευγένειά τους με επισκέφτηκαν

και με την σάρκα τους με άγγιξαν

και με τη φθορά τους με λέρωσαν

έστω κι αν αντιστάθηκα

μονάχα ώσπου να τα αποδεχθώ ως φίλους;


Και γιατί λοιπόν

να απλώσω πρόθυμα τα χέρια

για να τρυπηθούν οι καρποί

απ’τα σφυριά της ευθυγράμμισης

της προσαρμογής, της διάδρασης

με ένα παρόν που με ανέχεται

πιο δύσκολα απ’όσο το ανέχομαι εγώ

κι ένα μέλλον που με αγνοεί

περισσότερο απ’οσο το αγνοώ εγώ;


5-11-2007

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Δάσος

Έλα

σαν πρωτόγονο δάσος

να θεριέψεις πάνω μου

οι ρίζες σου να χωθούν στα σωθικά μου

τα κλαδιά σου, χέρια ερωτικά

να με τυλίξουν

τα άνθη σου να με σκεπάσουν

με τους καρπούς σου

να μην γεράσω ποτέ


έλα

σαν πυρωμένος πολεμιστής

στο άγριο σκοτάδι να λάμψεις

σαν Προμηθέας - Εωσφόρος

να με κάψεις

ούτε στάχτες, ούτε αναμνήσεις

στο μαχαίρι του χρόνου

δεν ακροβατεί κανείς