Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017




Γράμματα




Με μια εμμονή
που δεν φανταζόμουν πως θα άντεχα
παλεύω
χρόνια τώρα
να χαράξω τ’ όνομά σου ολόκληρο
πάνω στο Ξύλο

το πρώτο γράμμα
έτσι το ένιωσα
είναι γαλάζιο
το δεύτερο λευκό
το τρίτο πορφυρό σαν το αίμα
μαύρο το τέταρτο
το πέμπτο έχει το χρώμα των ματιών σου
κι αρνείται όση δύναμη κι αν θέσω
όση δεξιότητα κι αν έχω αποκτήσει
να σκαλιστεί, να μείνει
έτσι όπως φτάνω πάντοτε στο τέλος
αυτό αργοσβήνει στην αρχή
χαλάει, αλλάζει, αλλοιώνεται
με περιπαίζει

κι ύστερα
παίρνουνε σειρά ένα προς ένα
όλα τα υπόλοιπα γράμματα
μένει το Ξύλο ατόφιο
αχάρακτο, αμιγές
σα να μην το άγγιξε ποτέ κανείς

κι εγώ αποκαμωμένος πάντα
τα παρατάω όλα όπως είναι
το Ξύλο χάνεται
η μορφή σου φεύγει
τα χρώματά σου ξεθωριάζουν

μένει μονάχα εκείνο το πικρό χαμόγελο
που είχαν τα μάτια σου
τη μέρα που σ’έπνιγε ο εαυτός σου
και χανόσουν στα βάθη του …




Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017




Το απέραντο χυμούσε μέσα μου
Γινόταν ένα με τη σάρκα μου
Ένα με το αίμα μου
Το στερέωμα με τρυγούσε
Και δεν το αρνιόμουν
Δεν το φοβόμουν
ήθελα να γίνω αόρατος
και μαζί ορατός…

Το αδιανόητο με κατοικούσε
Γινόμουν ξενιστής του
Γινόμουν δέσμιος
Και φύλακάς του
Έπρεπε να μάθω
Να μάθω να ψελλίζω απ’την αρχή
Ως και τ’όνομά μου
Στη δική Του αρχαία γλώσσα
Έπρεπε να μάθω
Ν’ακούω την ύπαρξή μου
Μέσα απ’τη δική Του μουσική…

Το Υπέροχο με άλωνε
Ένα προς ένα όλα τα κύτταρά μου
Του παραδίνονταν
Γινόμουν η εταίρα του
Η πόρνη του
Με εκφύλιζε
Με εξαγόραζε
Και ήταν το μόνο που είχα τόσο πολύ ποθήσει
Από την αυγή της ζωής μου

Το Κοσμικό Διανόημα
Το Δέντρο
Ο Όφις και ο Κήπος
Η δίχως αρχή Αρχή Όλων
Με διαπερνούσε
Με έναν ασύλληπτο ρυθμό
Απλωνόταν μέσα μου
Δήωνε τις αντιστάσεις μου
Φυλάκιζε τις ενοχές μου
Με απελευθέρωνε…

Ξέρω πως πια θα είμαι σιωπηλός
Αδελφέ μου
Αρχίζει εκείνο που δεν έχει όνομα
Να με βαφτίζει στο Ιχώρ του

Ανασαίνω το πρώτο Φως
Κι έχω τη γεύση όλων των ανήλικων ωκεανών
Της Δημιουργίας
Στα χείλη μου…

Αν θελήσω να πιω θα πεθάνω
Αν θελήσω να εισπνεύσω αναλώνομαι
Αν τολμήσω να εκπνεύσω…

Θα γεννηθώ ξανά
και δεν θα σε γνωρίζω...

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017



Νύχτες Βαλπούργιες



Το σώμα αντιδρούσε
Είναι ζωντανό…
Το βλέμμα απλωνόταν ολόγυρα

Έχεις πάντα μια λέξη προδοσίας
Να δροσίζει τα χείλη
Αλίμονο
Χωρίς αυτή
Φωνή δεν έχω…

Το κεφάλι αριστερά
Ερωτευμένο με την κλεμμένη Καρυάτιδα
Το κεφάλι δεξιά
καρφωμένο στον ποδήρη χιτώνα Του

Μια κούπα κώνειο
Τον χώριζε από την έξοδο
Την έξοδο απ’τη στιγμή
Κι εκείνος
Ήπιε μέσα στo δηλητήριο
Όλο το εγώ του…

Τα χέρια κολλημένα στο σώμα
Τα πόδια ανοιχτά
Ο άνθρωπός σου Λεονάρντο
Δεν έχει ορίζοντα
ανάπτυγμα δεν έχει ακόμα
Έχει μονάχα δέρμα
Και πληγώνεται απ’τις υλακές του χρόνου…

Το στόμα αφίλητο
Τα μάτια χώμα

Έχω πνοή
Απ’του Αχέροντα το στρώμα
Κι έχω δακρύσει τόσο
Φεύγοντας απ’την Εδέμ
Μόνος
Και κάποιες νύχτες Βαλπούργιες
Για το αγέννητο άστρο της γενιάς μου
Κλαίω ακόμα…

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017


Ανοιχτή όδευση…


Χωρίς τις «εξαρτήσεις αρχής και τέλους»...
Να κινείσαι μέσα στον ‘ερωτοχώρο’ και να μην έχεις το βλέμμα αιχμάλωτο, την καρδιά δέσμια, το νου κριτή και ανακριτή.
Να ευφραίνεσαι από την ανοιχτοσύνη της ίδιας της δράσης και να γίνεσαι άπληστος. Άπληστος για το απόλυτο που δεν θα κατακτήσεις ποτέ.
Να μην στερεώνεσαι ούτε στο βλέμμα ούτε στο πρόσωπο. Ακόμα κι εσύ ο ίδιος να είσαι ανεπαρκής, ακόμα κι εσύ ο ίδιος να είσαι απλήρωτος, ανέστιος, ενδεής.
Και μαζί, έτοιμος να πληρωθείς, να βιώσεις, να εμπειρωθείς, να εκταθείς…

Ανοιχτή όδευση…

Χωρίς τις εξαρτήσεις αρχής και τέλους…

Και ως αυτοδέσμευση δόκιμος μιας ελευθερίας που μονάχα το Αχανές μπορεί να σου προσφέρει.
Μιας ελευθερίας που μπορεί να σε αναστήσει.
Αλλά μπορεί και να σε σκοτώσει…


http://anmikon.ismyreal.name/-4.html


Freedom
Marcin Sobas 

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017



Εκτόπλασμα


φεύγοντας
ξέχασες τα χέρια σου
και νέκρωσε το άγγιγμά τους

ως και στα πράγματα
ως και στο χρόνο

αναζητώντας λίγο αίμα
απ’τ’ακροδάχτυλά σου
ένιωσα μονάχα το δικό μου
να ρέει καυτό
σαν εκτόπλασμα
στ’αποτυπώματά σου

φεύγοντας
ξέχασες το βλέμμα σου

κι ό,τι αγγίζω πια
ή με αγγίζει

είναι φωνές και ήχοι
σαν ίχνη αρνητικής εκτύπωσης
φτωχά ομοιώματα
απ’όσα είδες στη ζωή σου…


***
Olga Boris

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017


Μέσα


Είμαστε μέσα
μέσα στον κορμό του δέντρου
μέσα στο αφιλόξενο πτώμα
του έφηβου θεού
μέσα στο χωματένιο κρεβάτι
του πόνου…

μέσα θα διαβάσουμε τυφλοί
το χθες
και το αύριο
μέσα θα αναλώσουμε γενναία
τους εαυτούς μας
μέσα θα λερώσουμε με περιττώματα αλήθειας
τα όνειρά μας
μέσα θα γεννήσουμε τα παιδιά μας
και πριν ακουστεί το αλύχτισμα
της πιο αθώας απελπισίας τους
θα τα σκοτώσουμε

Βρεθήκαμε εξόριστοι
έξω απ’τον ήλιο
έξω απ’τον χρόνο
ανεπιθύμητοι

εδώ
στο ασφυκτικό απέραντο
εδώ στο στενόχωρο ασύνορο
εδώ θ’ακρωτηριαστούμε
και δεν θα περιμένουμε την αναξιοπρέπεια
απ’τη πρόστυχη φθορά της σάρκας
και δεν θα εκλιπαρούμε έναν βιαστή
να σπλαχνιστεί τα δύσμορφα κορμιά μας
μόνοι θα το κάνουμε
στην ακραία απόλαυση της αποκοπής
εκείνων που περιττά πια
κρέμονται απ’τις ζωές
εκεί
ηδονικά θα αφεθούμε…

είμαστε μέσα
αγάπη μου
ο ένας
στο σώμα του άλλου
ο ένας
στο σήμα του άλλου
ο ένας
στο απεριχώρητο του άλλου

μακάβρια υπέροχοι
αισθαντικοί ακόμη
τα χέρια μας δεμένα απ’τους καρπούς
στα αιώνια δεσμά μας
χαμογελώντας
ανασαίνουμε
ένα προς ένα
τα πιο όμορφα
ζωντανά φιλιά μας…




 irrigation
 Stefano Castoldi

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017



Στην κόψη του ξυραφιού…
Η φωνή μέσα μου σαν αντήχηση… σαν μυστικός ψαλμός… 

Στην κόψη του ξυραφιού… έτσι να ζεις…

Το τέλος… ποιο τέλος;
Η αρχή… ποια απ’όλες;
Φροντίδα και μέριμνες… οι εποχές… η μια μετά την άλλη…
Ένας κατεστραμμένος πίνακας κάποιου ζωγράφου που πέθανε άγνωστος…
Χειροποίητο…
Ένα μισοσβησμένο ποίημα… δεν βγάζεις νόημα… λέξεις που χύθηκαν ανάκατες πάνω στο λαδωμένο χαρτί…
Η μοναξιά… αυτή σε σβήνει… σε ακυρώνει… σε κάνει άηχο… νιώθεις, έτσι λες… πως νιώθεις… όμως για σκέψου ένα πρωινό που θα φορέσεις τα ρούχα σου και δεν θα νιώθεις… φαντάσου…

Στην κόψη του ξυραφιού…
Η φωνή επιμένει… σαν ανάσα ετοιμοθάνατου… ρόγχος… αγωνία για ύπαρξη… αγωνία για οτιδήποτε… ακόμα και για το πέταγμα ενός πουλιού… Η φωνή ανασαίνει…

Στην κόψη του ξυραφιού… έτσι να αγαπάς…

Στο κάτω κάτω δεν ήξερες… πώς μπορούσες να ξέρεις; Τι είναι τα χέρια σου; Τι θα κρατήσουν; Τι είναι τα μάτια σου; Τι θα δουν; Πώς μπορούσες να ξέρεις; Τι είναι οι φλέβες σου; Ποιο αίμα τρέχει μέσα σου; Δεν θα μπορούσες να ξέρεις…
Ξεκίνησες κάποτε τις ανακρίσεις… ρωτάς το σώμα σου και δεν πονάει… ρωτάς το φόβο σου και δεν ουρλιάζεις… ρωτάς τις νύχτες και δεν ξημερώνουν…
Κανείς δεν ξέρει…

Στην κόψη του ξυραφιού…
Κλείνω τα μάτια μου… όχι για να σε κρατήσω μέσα μου… για να μην με απειλείς άλλο πια… κουράστηκα να σε κοιτάζω όπου γυρνώ… Ναι… σε ακούω άλλα δεν αντέχω άλλο να σε βλέπω
Στην κόψη του ξυραφιού… έτσι να πεθαίνεις…

Μην αγοράζεις άλλο χρόνο… δεν χρειάζεται… δεν πρέπει…
Μην αγοράζεις άλλα ψέματα...
Ήξερες!

Και βέβαια ήξερες…



Hornbeam avenue

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017





Σπηλαιώτης…




Κρεμασμένος

ανάποδα

γεννήθηκες

τυφλός

κι ανδρόγυνος



απ’ τα μαστάρια της Κίρκης

βρεφουργήθηκες

και μέσα

στο εντάφιο ήπαρ

ονειρεύεσαι άγρυπνος

και ταξιδεύεις υπνωμένος



το βλέμμα σου διατρέχει

όσα ο νους αρνείται ν' απογράψει

στερεώματα φωτιάς

και σύμπαντα λεπρά

σταυρωμένων ανάπηρων θεών



κάθε αυγή

απ’των θεών το σπέρμα

οξείδωση

και κάθε βράδυ

απ’το ανθρώπινο αίμα

αποτοξίνωση



ο λαιμός σου

όλος μια φλέβα από γρανίτη

μέσα της ρέει ο ουράνιος αρχαίος πόνος

και αλυχτώντας χύνεται απ’το στόμα σου

ο Αδάμ

κάθε που ανασαίνεις



σπηλαιώτης

ραντισμένος

απ’την κλινική αθανασία

της Νύχτας



ο λυγμός σου

αρμέγει όλο το αμνιακό υγρό

της μέδουσας εταίρας αρπάγης

και σε λερώνει αμαρτία και φθόνο



άπληστος

ηδονισμένος

ρουφάς ως την τελευταία σταγόνα

την προστυχιά  της Ειμαρμένης



κάθε αυγή

απ’των αγέννητων άστρων το τραγούδι

μεθυσμένος

και κάθε νύχτα

η μοναξιά σου

σπηλαιώδης σπαραγμός

κι ο εαυτός σου ξένος…






Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017



χειμωνιάτικες ημέρες


στις γιορτές ήταν πιο δύσκολο

και στις λιακάδες του Γενάρη
τις μέρες που ο ήλιος είναι έφηβος
θρασύς
και σου γελάει κατάμουτρα

τίποτα δεν μπορούσε
να σε κρύψει
από τίποτα

όπου κι αν γυρνούσα
ανάμεσα στους περαστικούς
πίσω απ'τα βιαστικά αυτοκίνητα
σε απόμερες γωνιές της πόλης
στις καφετέριες
εκεί που οι άνθρωποι
κάθονται σε συντροφιές
και αρνούνται
έστω για λίγο
και χλευάζουν
το αμετάκλητο του τέλους...

όπου κι αν έστρεφα το βλέμμα
στα χαμόγελα των φοιτητών
που θορυβούσαν κατεβαίνοντας το δρόμο
στα δέντρα που είχαν σκιές μεγάλες
και είχαν δροσιά
και είχαν ζωή και ομορφιά
ανυπόφορη...

όπου κι αν πήγαινα
όπου κι αν καθόμουν να ξεκουραστώ

μου μιλούσες

μου γελούσες

τις χειμωνιάτικες ημέρες

ήταν πιο εύκολο

μπορούσα να προσποιηθώ πως έχεις μείνει πια
ολότελα κρυμμένη
στα καλοκαίρια

κι ευχόμουν ξέρεις
να μην έρθουν πάλι
όχι οι μεγάλες και ανελέητες νύχτες

μα οι φωτεινές εκείνες μέρες
που είναι σαν αγκαλιές
με τους λαμπρούς ορίζοντες
με τις ραντισμένες όλο ελπίδα καλημέρες

και τους έρωτες σαν δρόσινα στεφάνια
να προστατεύουν

όλες τις ευλογημένες ψευδαισθήσεις...


Humans