Τρίτη, 24 Μαρτίου 2020



ήρωας


έχει απρόσεκτα απλώσει
ο ήλιος αραχνοΰφαντες αχτίδες
στη ράχη επάνω της ζωής σου
και αντί να γερνάς
νέος γίνεσαι ξανά
και αντί να συρρικνώνεσαι
σε μια ασήμαντη φλόγα
από αρνήσεις κουρασμένες 
φωτιά σηκώνεσαι
θυμωμένος
ζωντανός
κι έχεις στις φλέβες της αγάπης που σού επιστρέφεται
ανόθευτο το πρωτινό σου αίμα!

ήρωας
που αγκαλιάζει τη γη
για ν'αδράξει σπέρμα από φως
και χώμα από ελπίδα

ήρωας
που ζεσταίνεται απ’τούς ήλιους της νύχτας

ήρωας
που ξεχνιέται υμνώντας σαν Βάρδος την γενναιότητα
του να πεθαίνεις μόνος

έχει απρόσεκτα απλώσει
πάνω στόνειρο σου
η νύχτα ένα ασημένιο έρωτα
κι είσαι γι’αυτό ευλογημένος
κι είσαι γι’ αυτό
να ξέρεις
αθάνατος και χρεωμένος
με τον εαυτό σου να μάχεσαι

νικητής αιώνια

κι αιώνια ηττημένος…


Fantasies Of A 120 Years Old Man Struggling To Survive
by Darwin Leon

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2020


Πιθανώς να ξεγελάστηκα 
δεν το αποκλείω

όσο εγώ ειρωνευόμουν τους εμπειριστές
για τη λαγνεία της αφής
κάποιος δραπέτης μυστικός
βυσσοδομούσε εναντίον μου
ετοίμαζε μεθοδικά
επαφές στεγνότητας
πέμπτου τύπου!

Και να σκεφτεί κανείς
πως διαθέτω τις κατάλληλες άμυνες
απέναντι στον βιασμό του ε ί ν α ι μου
από τους λακέδες Ιουστίνους της γενιάς μου!

ανώφελος αποδείχθηκε
κάθε πραγματιστής λογισμός μου
είχε την ρυπαρή συνάφεια με το Γνωστό
που κάνει τον στοχασμό τον ίδιο
να μοιάζει με μακρόχρονη έρευνα πηγής φωτός
σε καλοκαιρινό δωμάτιο…

απροσκύνητος αν μένεις
είπα
σε κάποια διάνοια
σε κάποια Αυθεντία
σε κάποια Αρχή
έχεις παρόλα αυτά απλήρωτο ακόμη
το χρέος των ολολυγμών της ήττας
και το βλέμμα θολό
απ'το απρόσμενο θαύμα…

έχεις τα δυο σου χέρια
ξεκίνησε από κει
έχεις το όνειρο ακόμη
κάποιος φωνάζει μέσα σου
αγνόησέ τον!

Το όνειρο γεννιέται στη σιωπή

Κι εσύ φλυαρείς ακόμη!!





Cutting Corners

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2020


Ξημέρωσε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σα να με γέννησε η σιωπή
σε σαρκοφάγο άσύλητη
του Χρόνου

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα παρθένα δάκρυά μου
άκουγα μέσα στη σιγή του πρωινού
να με καλείς
κι ανασταινόμουν

Έχτισα κύτταρα
Έχτισα βλέμμα
Έγινα αίμα και κορμί
Έγινα πνεύμα

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

ολόκληρος φωτιά
νύχτιο σπέρμα

σκίρτησα...

σαν άστρο στο γλυκό σου ουρανό
πόθησα να λάμψω
να φυλακίσω τις ενέργειες
να γίνω ρόδακας φωτός
να πλύνω τα μαλλιά σου
στην πρωτανάσα μου

ρίγησα...

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα ζεστά μου δάκρυα

Χωρίς φωνή εγώ
Ολόκληρος εσύ

Και αγγίγματα παράξενα

Και λαιμητόμες σκέψεις

Και σπαράγματα ιαχών

Και προδομένες πόλεις

Και υετοί ονείρων

Και λιακάδες...

Χωρίς στερέωμα εγώ
Μα ολόκληρος εσύ

Ξημέρωνε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σαρκωνόμουν...

και ήταν άγριος άνεμος
αυτός που μού'φερε στο πρόσωπο
το κάλεσμά σου
τον καλοδέχτηκα...

Χωρίς εμένα εγώ
Όλος εσύ

Χωρίς το άλγος του αύριο
αψηλάφητος

Χωρίς της ειμαρμένης το λυγμό
αξόδευτος

Χωρίς το πένθος της φθοράς

Αιώνιος


Ακέραιος εσύ...


[ … illuminated ]

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2020



Απλοϊκά…


Μου πήρε χρόνια
Μου πήρε εαυτούς
Ντροπές μου ζήτησε
Και χαμαιλέοντες φόβους
Μα προσαρμόστηκα...

Να περπατάω στον εαυτό μου
Και να μην με ανταμώνω
Φωτιές να ορθώνω στο κορμί μου
Και να τις βλέπω δροσερές πηγές
Να με αγγίζω
Και να’ναι η αίσθηση ενός άλλου…

Δύσκολο ήταν
Μονάχα στην αρχή
Μα η θυσία έγινε
Και η τελετή
Δεν είχε μεγαλείο κανένα
Το αίμα που έτρεχε
Πρόσεχα μόνο
Να μην ποτίζει τα όνειρά μου
Αλλά να πλένει από τις ενοχές
Όσες δεν καταδέχτηκαν
να γίνουν λέξεις

Το έμαθα λοιπόν
Το χάραξα
Στο μενταγιόν του πόνου
Να τρέφομαι
Μονάχα με τον ελάχιστο
Από τον ήλιο που δικαιούμαι

Να έχω δάνειες φωνές
Και να τις λέω δικές μου

Να με φονεύω ηρωικά
Και να με αθωώνω…

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Και πρόστυχα με βάφτισα ποιητή
Για να ξορκίζω το βλέμμα του οίκτου
Πάνω στην άθλια φορεσιά μου

Το σκάλισα λοιπόν κι αυτό
Στο εκκρεμές ομοίωμά μου
Να έχω πυρετούς εγωισμού
Και να τους λέω έρωτες!

Στην απέναντι όχθη να με αντικρίζω
Αλλά να μην μπορώ να φτάσω ως εκεί
Και κάποτε πια
Να μη με νοιάζει

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Δεν κάνω για ποιητής εγώ
άνθρωπος στο δρόμο του Ανθρώπου 
ίσως
Έτσι, σκανδαλωδώς απλοϊκά

Κι έχω οφειλές ακόμη…

Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2020


Το Άλλο Εκείνο


Αν τα γυμνά ανθρώπινα κορμιά
υψώθηκαν και κρέμονται
στο σκοτεινό όργιο του σύμπαντος
κι αν φλέγονται
και ψύχονται μαζί

απ'το "ενεργεία" στο "δυνάμει"

κάτω απ'τα βλέμματα ανήλικων θεών
είναι που ακόμη ο αιώνιος οδοιπόρος
πραγματώνει αέναα
την Οδύσσειά του
και απ'την αγκαλιά της Κίρκης
κι απ'τους μηρούς της Καλυψούς
ορμάει στο φως
του έσχατου θανάτου
κι απλώνει στην επιστροφή
που τόσο πόθησε
μια επίκληση
στο μαύρο δίχτυ της Ανάγκης
για ν'αφανιστεί
όχι ως βασιλιάς
αλλά ως ζητιάνος

Κι η επίκλησή του
θα έχει λέξεις από αίμα
σύμφωνα από πέτρα
φωνήεντα από φως
και στο ουράνιο βλέμμα του
το Άλλο Εκείνο
που τον στερέωσε στο Είναι...

Και με ορθάνοιχτα τα μάτια
δικαιούσαι να ονειρεύεσαι

Και με κλεισμένους πνεύμονες
δικαιούσαι ν'ανασαίνεις

Ένα χωρίς Αυτό

χωρίς το Κάτοπτρο
χωρίς το Χάσμα



Εν εσαεί...

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2020



Σηκώθηκε όλη η γη
Τα χώματα, οι ρίζες, τα κόκαλα…
Σηκώθηκε και όρθωσε το ανάστημά της…

Να είσαι θυμωμένος, να είσαι απροσπέλαστος

Έχεις ακόμη εκείνο το αρχαίο βλέμμα;
Δεν το έχασες κλέβοντας μέρες απ’τη Νύχτα;
Δεν το λησμόνησες μέσα στα μαστάρια της Κίρκης;
Έχεις ακόμα βλέμμα;

Να είσαι η πλημμύρα που έρχεται
Όχι το ρημαγμένο κοιμητήριο που απέμεινε…

Και  αν επιστρέψει ο αδελφός σου κάποτε
Από εκείνη τη νέκυια που τον στοίχειωνε από παιδί
Μην πάρεις στα χέρια σου όσα θα φέρει μαζί του
Μην τον αλλοιώσεις με τη λιπαρή σου ευωχία

Να είσαι η τρικυμία που καταστρέφει
Να είσαι υετός φωτιάς
Όχι το πρόθυμο καταφύγιο της υγρής ραστώνης…

Δες
Απ’το παράθυρό σου ο κόσμος
Άλλαξε…





The Bunker

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2020


Α ν θ ρ ω π ο μ έ τ ρ η ς


Σάρκινα λουλούδια
φυτρώνουν σε μια άρρωστη γη
πάνω τους κόκκινες δροσοσταλίδες
ο χρόνος
δηλητηριάζει τα φύλλα
και τους μίσχους
ποτίζει με ιχώρ που αχνίζει

Σε είδα ξέρεις
στ’ όνειρό μου
γινόσουν χώμα
γινόσουν δέντρα
γινόσουν σύννεφα
γινόσουν αίμα…

Ο ανθρωπομέτρης
άπλωσε ένα λευκό μανδύα
πάνω στο πρόσωπό μας
το φως τρυπώνει μέσα από τη σκέψη
η αθανασία τρυπώνει από τη προσευχή
η αγάπη απόλυτη τιμή
και δεν αντέχει
ν’αργοπεθαίνει στο περίπου…

Σε είδα πάλι
ν’αγκαλιάζεις τον ήλιο
μονάχα με το χαμόγελό σου
καιγόσουν
γλώσσες φωτιάς
εξέχεαν τα σωθικά σου
και δεν ζητούσες να εξαγοράσεις
το πυρετό με τη δροσιά
αλλά το αύριο
με το τώρα
χωρίς να ξέρεις
πως ζούσες ξανά και ξανά
όλο το παρελθόν σου
σε μια εξάχνωση του απείρου
μόνο…

Ο ανθρωπομέτρης
άνοιξε ένα από τ’αναρίθμητα κελιά του
έβγαλε έναν ανήλικο ήλιο
στον λευκό σου κόρφο τον απίθωσε
άγγιξε τα πλευρά σου
τα φτερά σου άνοιξαν
σε άγγιξε στο πρόσωπο
και η λάμψη από την ομορφιά σου
απλώθηκε σε χίλια στερεώματα
άγγιξε το μυαλό σου
για να μπορέσεις να τον δεις

κι ύστερα

χαμογελώντας σαν μικρό παιδί
με μια του κίνηση
χώρισε το σώμα απ’το κεφάλι
και το ζεστό σου αίμα
που πλημμύρισε την μαύρη θάλασσα
του απείρου

έγινε γεννήσεις
έγινε θάνατοι
έγινε ρίγος
έγινε χώρος
έγινε άνθρωποι


ξανά…