Πέμπτη, 04 Φεβρουαρίου 2010



Υετός

Ένιωσα τα χέρια σου
ζεστό ποταμό
να χύνεται στο είναι μου…

όλα όσα βρήκε
τα παρέσυρε

φύλλα ξερά
από σκέψεις
άκληρες
νεκρά λουλούδια
άγονων στοχασμών
αιώνων σκόνη
άνυδρο φως
αποκαΐδια μοναξιάς
πατημασιές θανάτου…

όλα που συνάντησε
και τράβηξε μαζί του

ένιωσα το βλέμμα σου
πύρινο υετό
ανάσα δράκου
ηφαιστείου βρυχηθμό

σου είπα
μην με λυπηθείς!
στο πέρασμά σου
να γυμνωθώ
λυτρωτικά
όλα μου τα σώματα
ανάλωσε
ώσπου σε μένα
φτάσε!

σε περιμένω!

να βιώσω το ήπαρ της ψυχής μου
ζωντανό…

ύστερα από τόσες ζωές που χάλασα
το απόλυτο τώρα
διάπυρος
στο αεί
φιλοξενώ…

[στην Ε…]

Φεβ 2010


Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010



Καταφύγιο


Πως με βρήκες;


ανάμεσα σε τόσα χέρια
κάτω από τόσα σώματα
πίσω απ’όλες αυτές
τις ασπρόμαυρες ημέρες…


κι όμως
με βρήκες…


και χωρίς να’χεις συντροφιά
ούτε τη σιωπή μου…


κι όμως
με βρήκες…




Ιανουάριος παγωμένος, Φλεβάρης προδομένος, Μάρτιος σιωπηλός…


Κατεβαίνω στο καταφύγιο των ψυχών… Ο Aγέννητος μετράει τους μήνες… τραγουδάει… δεν θυμάται πια τίποτε, τίποτε άλλο, όμως μετράει…


Μπήκα στο υπόγειο του Ανθρώπου… Ο πρώτος μου εαυτός στη γωνιά είναι και κλαίει, ο δεύτερος δίπλα στο μικρό ψυγείο και με κοιτάει, ο έσχατος κοντά στον πατέρα, αναρωτιέται πόσο ακόμη θα ψηλώσει…



…Απρίλης αστερέωτος, Μάιος γελαστός, Ιούνης καυτός…


Είμαι στο λαβύρινθο του κόσμου… ο Αχώρητος δάνεισε τα χέρια του στην Ειμαρμένη, η Ειμαρμένη έχει πια τα χέρια του… ο Αχώρητος δεν μπορεί να κρατήσει πια τα πρωινά του, δεν έχει δάχτυλα να αγγίξει τη Νύχτα, κανείς δεν είχε ένα δάκρυ για τα χαμένα χέρια του…


Είμαι στο κάτεργο του φόβου… ο πρώτος μου αριθμός είναι το μηδέν, ο δεύτερος το ένα, ο τρίτος μου αριθμός είναι το άθροισμα όλων των ηλικιών μου… και έχω όλη την υπόλοιπη στιγμή μου για να τις μετρήσω…



…Ιούλιος ερωτικός, Αύγουστος ολόφωτος, Σεπτέμβρης μαγικός…


Ο Αγέννητος μετράει… με έχει πιάσει από το χέρι και με καλεί κοντά του να μετρήσουμε μαζί… Η ανάγκη με έκανε να τον κοιτάξω ολόισια στα μάτια, η ανάγκη με έσπρωξε να διορθώσω το κόμπο στη ρυπαρή γραβάτα του… πνίγεται χωρίς φως ο Αγέννητος κι όμως, τραγουδάει πάντοτε, κι όμως μετράει…


Είμαι στο εργαστήρι του έφηβου θεού… Κίτρινες, άσπρες, μενεξεδιές κορδέλες παντού ολόγυρα, κανείς να τις κρεμάσει στα παράθυρα, παράθυρα δεν έχει αυτός ο κόσμος, έχει ανοίγματα όμως, κάτω από τα ανοίγματα υποδέχομαι έναν ρόγχο που μοιάζει με την ατμομηχανή που μου είχε δωρίσει κάποτε ο πατέρας, κάπου εδώ γύρω κι αυτή θα ανασαίνει το δικό της πένθος, κάπου εδώ γύρω…



…Οκτώβρης πρόστυχος, Νοέμβρης χολερικός, Δεκέμβρης νεκρός…


Η Εντροπία δεν μιλάει καλά τα ανθρώπινα. Έχει να πει πολλά και θέλει να μιλήσει. Αιώνες τώρα η ανάσα δεν βγαίνει από τα στήθια της και συλλαβίζει όμορφα αλλά δειλά. Το ξέρει πως θα μιλήσει όταν οι πόλεμοι τελειώσουν, όταν οι άνθρωποι φιλιώσουν, όταν γεννηθούν παιδιά χωρίς καρκίνους. Αλλά δεν ξέρει πώς να διεκδικήσει τούτη τη κληρονομιά. Η Εντροπία στέκει στον τοίχο, όρθια, ακάματη, προσεύχεται βουβά…


Είμαι στον αργαλειό του πόνου… Έχει η μητέρα ένα πρησμένο πόδι κι ένα χέρι γερασμένο αλλά χαμογελάει ακόμα. Ορφάνεψε πριν από μένα, θα πεθάνει ένα βράδυ του Οκτώβρη πιο μόνη από το βλέμμα, πιο σιωπηλή από το δάκρυ αλλά δεν θα φοβηθεί να περπατήσει ως εκεί. Εκεί είμαι, εκεί γεννήθηκα, εκεί την περιμένω… μητέρα θα έρθεις, θα σε στηρίξω, θα σου δώσω ένα μικρό μαντήλι, ένα φιλί στο κρύο σου μέτωπο, ένα μου ποίημα αλλά δεν θα σε συνοδεύσω παρακάτω… δεν είμαι άξιος να σε πέμψω εγώ… δεν έχω τα σπλάχνα της αποστολής αυτής, συγχώρεσέ με…


…Δευτέρα κόκκινη, Τρίτη χλωμή, Τετάρτη φαιά, Πέμπτη γαλάζια, Παρασκευή σταχτιά, Σάββατο μελανό, Κυριακή κατάλευκη…


Είμαι στο γνόφο του Άμορφου…
μετράω κι εγώ
μαζί με τον εαυτό μου
ανέχομαι τον οπλισμένο πόνο μου
και ψιθυρίζω ίσα να με ακούει ο χρόνος
δεν έχω άλλα μάτια
να με ξεγελάω περισσότερο
να με προσδοκώ
να με υπόσχομαι
αλλά θα είμαι γιορτινός στην έξοδό μου
ακέραιος
φωτεινός
και θα ζυγίζω το κάθε βήμα μου
μονάχα στη ζυγαριά
της βιωμένης Αλήθειας…


Κι έτσι
θα ε ί μ α ι …


…πως με βρήκες;


ανάμεσα σε τόσους εαυτούς
πίσω από όλους τους ανθρώπους
κάτω από τα σεντόνια του θανάτου…


κι όμως
με βρήκες…




Ιαν 2010

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010




Κορίτσι…

Είχε δυο μάτια
Ν’ατενίζουν πρώτα το εσωτερικό κενό
Κι ύστερα το αφιλόξενο του κόσμου
Κορίτσι
Όχι πάνω από τα εικοσιδύο
Κορμί που δεν φιλοτεχνήθηκε
Να αντέχει στο ψύχος της αδράστειας
Το ανεξήγητο
Μιας άφιλης νιότης
Που αναζωντάνευε νυχθημερόν
Στα ξυλιασμένα χέρια της…

Γερασμένη κιόλα
Από τη φορμόλη της συμπόνιας
Που αναμετριέται πάντοτε γενναία
Με το ευρώ που βγαίνει από τη τσέπη
Για μια τυρόπιτα
Για ένα καφέ
Για μια ρυτίδα μαύρου ήλιου
Στο στερέωμα…

Απόστατος και βολεμένος
Πάντα από τα σωθικά του ‘πρέπει’
Δεν πρόλαβα να την γνωρίσω
Δυο ματιές ανταλλάξαμε θολές
Δυο βήματα
Δυο λέξεις
Στο σπασμένο παγκάκι
Και δεν την ξανάδα

Κορίτσι
Όχι πάνω απ΄τα εικοσιδύο
Αιώνες έζησε
Στο απεριχώρητό μας
Στο στενόχωρο υπερ-εγώ μας
Μιλούσε
Και δεν την ακούγαμε
Μας έβλεπε
Και δεν είχαμε καλημέρα
Μας αποχαιρετούσε
Και δεν καταδεχτήκαμε
Ούτε το ξεπροβόδισμα…

Ιαν 2010

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010




Παρόντες

Είμαστε άνθρωποι
Μες στη συμπόνια μας
Στριμωγμένοι ήχοι των πόλεων
Στοιβαγμένοι μετανάστες φόβοι
Από τις μαύρες χώρες της καρδιακής ανατολής
Αλλοτριωμένοι
Ζωντανοί ωστόσο
Και άλκιμοι εισέτι
Χαμογελαστοί…

Όπως οι γαμπροί
Και οι νύφες
Λίγο πριν παραδοθούν
Ευδαίμονες
απ’τον μυητικό τεμαχισμό τους
Στα ‘έσονται εις σάρκαν μίαν’
Άηχα φιλιά τους…

Είμαστε άνθρωποι
Μες στα παλτά μας
Κουρνιασμένοι οι ερωδιοί
Και οι παραδείσιοι παπαγάλοι
Όλων των παιδικών βιβλίων μας
Όλων των εφηβικών ονείρων μας
Όλων των νεανικών σκοταδιών μας
Όλων των ενήλικων θανάτων μας…

Και πάνω από τα κλουβιά
Με τα πρησμένα οικόσιτα κουνέλια
Που θα κακοποιήσουν τα υπέρβαρα παιδιά μας
Εμείς χαράζουμε οδούς
Και ορθώνουμε οικοδομήματα
Τέλειας βιοκλιματικής απόδοσης
Ώστε το ψύχος της ζωής μας
Να ισορροπείται έντεχνα
Και υπέροχα
Από την θέρμη
Των ευφυών κατασκευών μας

Είμαστε
Ωστόσο
Άνθρωποι
Και αρνητές μελίρρυτοι
Των πιο γενναιοφρόνων
Από τις μοναχικές προκρούστιες
Ευχές μας
Οδεύουμε υπερήφανοι
Τυφλοί από πάντα
Αλλά ευθυτενείς
Στη προγραμματισμένη καύση μας
Παρόντες
Πρώτη μας φορά
Συνειδητοί…

Ιαν 2010



Πέμπτη, 07 Ιανουαρίου 2010




Άλικο σώμα

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Αρνούμαι τη διαφυγή…

Δεν μπορώ να σου μοιάσω
Αδελφέ μου άνεμε
Συμπαγής είμαι
Και πιο φθαρτός
Πιο δοκιμασμένος
Απ’όσο φαίνομαι…

Σε μακέλεψε
Το ξέρω
Το χαμόγελό της
Έσπασε ο καθρέφτης σου
Και αποφεύγεις τα θραύσματα
Που σε ματώνουν…

Όπου πατάς πια
Είναι τα ίχνη της
Και αρκέσου
στην ανάμνηση ενός κόσμου
Που δεν στερεώθηκε ποτέ στο άδολο βλέμμα…

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Αρνούμαι την υπεκφυγή…
Είμαι νοητός
Κι όμως ένσαρκος
Κι επιτέλους
Με αγγίζω
Και νιώθω πως πονάω…

Σε νίκησε
Το χαίρομαι
Η ζεστασιά της
Απλωνόσουν
Σαν καταχνιά
Στη κάθε λέξη
Στη κάθε ανάσα μου
Και έχεις τώρα συρρικνωθεί
Σε ένα τόσο δα μικρό
Θαυμαστικό!

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Σε φιλοξενώ…

Αγνόησε τα σημάδια
Στο μαρμάρινο δέρμα μου
Αγνόησε τις λαιμητόμους
Στους ψιθύρους
Του αίματος
Αγνόησε τις στοιχειωμένες λίμνες
Στις σιωπές μου…

Αγκάλιασέ με μόνο
Κλείσε με στις παρενθέσεις
Της αποδοχής σου

Και νιώσε με που γεννιέμαι ξανά
στην επόμενη  
ζωντανή σου λέξη…

Ιαν2010


εικόνα: meneksedia.pblogs.gr

Παρασκευή, 01 Ιανουαρίου 2010




Το κουτί…

συνάντησα
εκείνον τον άνθρωπο
Κυριακή μεσημέρι
στον Ηλεκτρικό
καθισμένο σ’ένα παγκάκι
κάπως σκυφτό
κάπως νεκρό

πλησίασα
είδα στα άσπρα μαλλιά του
που είχε πιάσει με ένα φτηνό λάστιχο
ανταύγειες από κόσμους
ανταύγειες από ανθρώπους
που ξοδεμένοι πια
σαν αναμνήσεις πολέμων
μάτωναν μονάχα τον αιθέρα γύρω του
και εξατμίζονταν αμέσως

πλησίασα κι άλλο
είδα τα χέρια του
δεν είχε δάχτυλα
είχε μαχαίρια
είχε λάμες
είχε θυμό
και ακουμπούσαν στα πόδια του
που ήταν κομμένα από τα γόνατα
και αιμορραγούσαν
τον εαυτό του
οσμίστηκα τη φρίκη
οσμίστηκα τη φυλακή
οσμίστηκα το απόλυτο
που κιόλας είχε ξεπεράσει
αιωνιότητες πριν…

ήθελα
ή δεν ήθελα
να δω το πρόσωπό του
πλησίασα κι άλλο
ο κόσμος γύρω
βιαστικός
χωνόταν στα βαγόνια
περνούσε
έφευγε
χανόταν
κανείς δεν μας κοιτούσε
κανείς δεν είχε βλέμμα
ποτέ δεν είχε…

έπρεπε να ησυχάσω τη καρδιά μου
ήξερα ποιος ήταν
ο χρόνος μου το έλεγε
η μυρωδιά της Ανάγκης
η ηττημένη ανάσα
της σκοτωμένης νιότης
έκλεισα τα μάτια μου

έτσι είπα
θα τον δεις καλύτερα

οι άνθρωποι γύρω
φιγούρες
περνούσαν
άφηναν οσμές
άφηναν χνώτα
άφηναν θλίψη
και ρουφούσαν ματαιότητα…

τον άγγιξα
τον είδα
στο μέτωπο
η γνώριμη ρυτίδα
στα χείλη
εκείνη η παιδική αμυχή

ένιωσα να με τραντάζει
ολόκληρη η Αλήθεια
να με συντρίβει
να με κλειδώνει
σ’ένα στενόχωρο κουτί

άνοιξα τα μάτια

δεν είχε φύγει
όπως θα ευχόμουν

για να πάρω ανάσα
έφυγα εγώ

δεν βιάστηκα
δεν είχα βήμα
δεν έκλαψα
δεν είχα δάκρυα


πώς να χωρέσεις στο στενό κουτί
εσένα
και την αλήθεια
συντροφιά;


πριν απομακρυνθώ
μονάχα
γύρισα
για μια τελευταία ματιά
εκεί ήταν
ακίνητος
σαν πετρωμένος χρόνος
νικημένος
και ανίκητος


τώρα πια
ελεύθερος...

Ιαν 2010

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009






Καλημέρα!

Ήταν μια ημέρα ζωντανή
είχε έναν ήλιο σύμμαχο
σου επέτρεπε
ν’ανοίξεις τα χέρια σου
και να τον αγκαλιάσεις
μπορούσες να χαμογελάς
χωρίς να σε διορθώνει
η φλέβα της νύχτας
χωρίς να σε αποθαρρύνει
το κρύο των δρόμων

έκλεισα τα μάτια μου
και σε επικαλέστηκα!
τα κύτταρά μου υποδέχονταν
κομμάτια πρωινού
μυρωδιές κι ανάσες
από καρδιές
από στόματα
από ερωτευμένα σώματα


και ψέλλιζα
ξανά και ξανά
τ’όνομά σου…

άνοιξα τα μάτια
κι ήσουν δίπλα μου!
φορούσες τον ήλιο
στο στήθος
και το χαμόγελό σου
μου κρατούσε το χέρι
σφιχτά

συντονίσαμε το βήμα μας
στην αυγινή αθανασία
και είπαμε απλά
καλημέρα!

Παραμονή Χριστουγέννων 2009

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009





4000…

Έτρεξε αίμα αθώων
σε τούτη τη κοιλάδα
ανάμεσα στους κουρασμένους Μήδες
και στους ορεσίβιους της Βακτριανής
αφανίστηκαν πρώτιστα
όσοι κλείστηκαν
σε μια χούφτα δόξας

το βλέμμα μου φτωχό
να κλέψει αθανασία
απ΄τα βότσαλα του Ευρώτα
απ’το νερό του Γρανικού
απ’τις γαλάζιες πέτρες
της Πύλης της Ιστάρ
αλλά δεν έχω μισθοφόρους στοχασμούς
και ισορροπώ αδέξια
ανάμεσα στο εκεί
που νικήθηκε
και στο εδώ
που ακόμα ξεχρεώνει τη νίκη…

κακώς το αρνούνται
τα ορφανά της τυχαιότητας
ο Μακεδόνας στρατηλάτης
δεν πέθανε ποτέ
ρέει στα βιβλία το πύο
απ’τις πληγές της σάρισας
και ασθμαίνει το γίγνεσθαι
καθώς
ό,τι κι αν λέμε
ο Κλείτος δεν σημάδεψε το κρανίο του βασιλιά
τη καρδιά
ή τη μελαγχολία του
να σκοτώσει θέλησε τον εαυτό του
που φιλοτέχνησε αλαζονικά
ανδρείους όνειρους
στην γη της Σαμαρκάνδης
και στην αποτυχία του
η μοίρα όλων μας
γράφτηκε για πάντα…

έτρεξε αίμα αθώων
σε τούτη την πλευρά του ήλιου
στέκομαι όρθιος
αναπνέω ακόμη
βλάσφημα επικαλούμαι από τους πρωτόπλαστους ήρωες
εγκώμια για τον Πάρη και την Τροία
λες και δικαιούμαι
να πλυθώ στον Σκάμανδρο
και να απαιτώ να γυρίσω στην πατρίδα
που πρώτος εγώ έχω προδώσει
ακέραιος
και διαφανής!

Μου χάρισε η Α-λήθεια
μια αιωνιότητα σιωπής
να δω
να κατανοήσω
να κλάψω
κι εγώ
ο γελοίος βανδοφόρος
του ερωτευμένου
ηρωικού
απόντα χρόνου
ακόμη νοσταλγώ
ακόμη περιμένω
θρηνώ ακόμη
και προσδοκώ
γυρνώντας άξαφνα
να δω στη πλάτη μου να ορθώνεται
όλη μου η αθωότητα
και τέσσερις χιλιετίες
να ξεσπάσουν
σαν βροχή
καταρρακτώδης
κι επιτέλους
να με ξεδιψάσουν!!


Δεκ 2009 

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009






Πλάνες

ξεκοιλιασμένη
άλλη μια λέξη
ατενίζει την διαταραχή της συνέπειας
όπως και την αιτία
έντερα που αχνίζουν ακόμη
όλες οι συλλαβές μου
ανίκανες πια
να μου ζεσταίνουν τα χέρια…

Η ματιά μου φτάνει
ως εκεί που πεθαίνει
το χειμέριο κύμα
κι αν εκθέσω ακόμα λίγο
το υποδόριο παρελθόν μου
στον ανεμογδάρτη φθόνο
εωθινός μύθος
και αφανίζεται
μεσημβρινή φιγούρα από ομίχλη
και διαλύεται
εσπερινός πουνέντης
μεταμορφώνει τα χαλάσματα
σε ποιητική εικόνα
νυχτερινός πυρετός
και ραγδαία εξαπλώνεται…

…μέσα από τις φλέβες
που μου χάρισες…

αρνούμαι όμως
άλλο να αιμοδοτώ
φαντασιώσεις
εκχερσώσεις άνυδρων βλεμμάτων
εκβραχισμούς
απρόσιτων νευμάτων…

τι απέγιναν τα μάτια σου;
ρωγμές γέννησαν
και χάη ολόκληρα
απορρόφησες…

Τι απέγιναν τα μάτια σου;

Χυμένα σωθικά
στο εγωικό μωσαϊκό μου
οι πλάνες μου
και τούτες
έχουν μάτια πια
και ντρέπονται να με κοιτάζουν…

Δεκ 2009


Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009





Ιερότητα…

Κοίταξέ τους!

Τι κάνουν;
αναρωτιέσαι…
χτίζουν
και γκρεμίζουν…
με τα στήθια τους
με τα μάτια τους
με τις λέξεις
και με τις σιωπές τους!

Κλέψε το ρυθμό τους
μην τον ακούς μονάχα
νιώσε τον!
πόση φροντίδα έχει τούτος ο ρυθμός!
δεν θα τον συναντήσεις
παρά μονάχα
στη μουσική των πλανητών
στο βροντερό σφυροκόπημα της ζωής
μέσα στις αρτηρίες
στην ανάσα όσων αληθινά
ερωτεύτηκαν
στην αλήτικη διάθεση του μαΐστρου
όταν σε αλλοπαίρνει στο πέλαγος…

Κοίταξέ τους!
Αιώνες τώρα
χτίζουν
και γκρεμίζουν
αιχμαλώτισε τούτο το ρυθμό
στο λέω αληθινά
πουθενά δεν θα τον ανταμώσεις…

Έχεις γευτεί την πρωινή δροσιά
ενός καινούργιου κόσμου;
έχεις γείρει το κεφάλι σου
στο στήθος της
πλήρης που αφήνεται
μετά τον έρωτά σας;
έχεις χαθεί στο βλέμμα ενός παιδιού
όταν σου εμπιστεύεται
όλη την ύπαρξή του;

Κοίταξέ τους!
μην στέκεσαι στη κίνηση
μην δραπετεύεις απ’ τον ιδρώτα του μόχθου
την ιερότητα πλύσου!
την ιερότητα
καθώς ο θάνατος γίνεται ζωή
και άγια
πληγωμένα χέρια
της αθανασίας!

Δεκ 2009


Δευτέρα, 07 Δεκεμβρίου 2009




Μαίανδροι

Μ’ έφερε η περπατησιά μου
στους δρόμους τούτης της πόλης
με τους ακίνητους ανθρώπους
με τον άδειο χρόνο στα πεζοδρόμια
με τις πληγές όλων όσων δεν γνώρισα ποτέ
να στάζουν αλήθεια


και μοιάζει
να είναι το σπίτι μου

περπάτησα πολύ
χαμένος σε λαβυρίνθους ήχων
σε μαιάνδρους χρόνου
πέρασα πύλες αθέατες
και διάβηκα πόρτες μυστικές
κάποτε
έξω από κείνο το γνώριμο σπίτι
διέκρινα τη φιγούρα ενός νέου
αναμαλλιασμένου
νευρικού
να περιμένει κάτι
έτσι μου φάνηκε

κάτι να περιμένει…

θέλω να δω το βλέμμα του
μου μοιάζει οικείος
θέλω να δω τα χέρια του
το πώς φυσάει ο άνεμος
στα άναρχα μαλλιά του
έχει στα μάτια του
ένα περίεργο φως
φτιαγμένο από σκοτάδι
κι ένα χαμόγελο πικρό
φτιαγμένο από ανάσες
άλλων εποχών

και ύστερα τον βλέπω πάλι
στις φαρδιές σκάλες
μαζί με φοιτητές
σκιές ονείρων
άσαρκες, θαμπές

μα τώρα θέλω
της καρδιάς του το βλέμμα να δω
το χτύπο από τις αρτηρίες του
που αιματώνουν ένα ψυχισμό
από λέξεις σκέλεθρα
και οράματα φωτιάς
τον ξέρω καλά αυτό τον νέο
φοράει τα νιάτα του
σαν πανωφόρι δανεικό
και η δροσιά του πρωινού
ίσα που φτάνει στη ψυχή του
μα έχει στα χείλη ακόμη κείνη τη γεύση
της αναμονής
έτσι θυμάμαι
περιμένει


πάντοτε
κάτι περιμένει…

τον βλέπω πάλι
έξω από κείνο το δωμάτιο νοσοκομείου
με το νεκρό βηματισμό
ενός ανθρώπου σε αγωνία
το τσιγάρο δεν φεύγει από τα δάχτυλα
ο καπνός δεν φεύγει από τα στήθια

νομίζω πως ξέρω τι θέλω να του πω
όμως δεν θα μ’ακούσει
αυτή η νύχτα
δεν θα ξημερώσει
αναίμακτα
μα είμαι αρπαγμένος
απ΄την ασφάλεια του χτες
και τον αφήνω
στη σιωπή του
να σκέφτεται πως θα κυλήσει άλλο ένα λεπτό
αιωνιότητας
να περιμένει


πάντοτε
να περιμένει…

κι είμαι ξαφνικά εδώ
τον ανταμώνω πάλι
πίσω από κείνο το γραφείο
γκριζάραν κιόλας τα μαλλιά του
σκάφτηκε το μέτωπο 
από φλύκταινες ελπίδες
ρημάχτηκε το ευγενικό του πρόσωπο
από φωνές αιώνων
από ουρλιαχτά φρενών
και κλείνει βλέπω
τ’ αυτιά του
παλεύει
προσπαθεί
να κλέψει την ελάχιστη ακεραιότητα
που δεν θα απορρίψει σαν ξένο μόσχευμα
το είναι του

μην τους ακούς!
κλείσε τ’αυτιά σου


μην τους ακούς!
αυτό που περιμένεις
σαρκώθηκε στο σήμερα
και πέθανε στο χθες!

αυτό που περιμένεις
ένα χαμόγελο ορφανό

αυτό που περιμένεις
ένας σβώλος χώμα
μια χούφτα προσευχές
και το φιλί της
όταν σ’ αποχαιρετούσε!

Μην τους ακούς!

Φυλάξου!
Πρόσεξε!
έχιδνες τύψεις
πόρνες ενοχές
σφάλισ’τα μάτια σου
τυφλώσου!

Άντεξε
ανάσανε
πάρε τις λέξεις
ήλιο αρματώσου!
κι ένα λευκό χαμόγελο

και κοίτα με ξανά…

Δεκ 2009

Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009




Απλοϊκά…


Μου πήρε χρόνια
Μου πήρε εαυτούς
Ντροπές μου ζήτησε
Και χαμαιλέοντες φόβους
Μα προσαρμόστηκα...


Να περπατάω στον εαυτό μου
Και να μην με ανταμώνω
Φωτιές να ορθώνω στο κορμί μου
Και να τις βλέπω δροσερές πηγές
Να με αγγίζω
Και να’ναι η αίσθηση ενός άλλου…


Δύσκολο ήταν
Μονάχα στην αρχή
Μα η θυσία έγινε
Και η τελετή
Δεν είχε μεγαλείο κανένα
Το αίμα που έτρεχε
Πρόσεχα μόνο
Να μην ποτίζει τα όνειρά μου
Αλλά να πλένει από τις ενοχές
Όσες δεν καταδέχτηκαν
να γίνουν λέξεις


Το έμαθα λοιπόν
Το χάραξα
Στο μενταγιόν του πόνου
Να τρέφομαι
Μονάχα με τον ελάχιστο
Από τον ήλιο που δικαιούμαι


Να έχω δάνειες φωνές
Και να τις λέω δικές μου


Να με φονεύω ηρωικά
Και να με αθωώνω…


Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Και πρόστυχα με βάφτισα ποιητή
Για να ξορκίζω το βλέμμα του οίκτου
Πάνω στην άθλια φορεσιά μου


Το σκάλισα λοιπόν κι αυτό
Στο εκκρεμές ομοίωμά μου
Να έχω πυρετούς εγωισμού
Και να τους λέω έρωτες!


Στην απέναντι όχθη να με αντικρίζω
Αλλά να μην μπορώ να φτάσω ως εκεί
Και κάποτε πια
Να μη με νοιάζει


Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Δεν κάνω για ποιητής εγώ
άνθρωπος στο δρόμο του Ανθρώπου
ίσως
Έτσι, σκανδαλωδώς απλοϊκά
Κι έχω οφειλές ακόμη…

Δεκ 2009

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009





αίσθηση…

σου είπα
μην αλλοιώνεις τη σιωπή
απόλαυσέ την
όσο διαρκεί
μην την λερώνεις
με σταυροφόρες σκέψεις
μη την διασπάς…


μου είπες
η σιωπή μοιάζει
με σεντόνι
φτιαγμένο από αγκάθια
έξω
στο ψύχος του κόσμου
εσύ γυμνός
πρέπει να την φορέσεις
πληγώνεσαι
ματώνεις
αλλά δεν έχεις άλλον εαυτό
κι αν το’θελες
να ακυρώσεις…


σου είπα
έχεις το χέρι
έχεις την αφή
ένα ρίγος αρκεί
να σε μεταμορφώσει
αν είναι παιδί του Απείρου
έτσι δεν είναι;


μου είπες
άσε τις λέξεις
να ανδρώνονται ακέραιες
στη κάθε αυγή
θα έχεις εμένα
θα έχεις το χρόνο
θα έχεις τη στιγμή
άσε τις μέρες
ηλιόλουστες
μεθυστικές
άσε τις φλόγες
από τα δάνεια βράδια
να σε τυλίγουν
άσε τα σώματα
να μας γνωρίσουν τη νύχτα
την αίσθηση άσε
αυτή
την τελευταία
πριν αποχωριστούμε
να μιλά για μας…

Νοε 2009


Φωτο από: http://dinosma.wordpress.com/2008/07

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

αφηγείται...

το λεπτό σου σώμα
μου αφηγείται
έχεις φιλοξενήσει ήλιο και χώμα
από τα καλοκαίρια σου
στο στήθος
και αρμόζει καλύτερα στη νύχτα
να μου τα προσφέρει

μια στιγμή από Κυριακή
ένα πρόσφορο Σαββάτου

χαμογελώ λοιπόν
όπως μου ζήτησες...

ανεκτικός που στάθηκε ο πόνος
και μου επέτρεψε να σε αγκαλιάσω
πάνω που ξημέρωνε
η πιο μεγάλη Δευτέρα
της ζωής μου...

Νοε 2009

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Μαθαίνω…


Ο κόσμος

έχει ένα αλμυρό χαμόγελο

σαν όστρακο πάνω στην αρχαία πέτρα

και μια ρυτίδα από έρωτα

που κρυώνει στο χρόνο

με ρωτάει στο χθες ο άγνωστος άνθρωπος

ποιο τίμημα έχει η αναλγησία

και’γω δεν ξέρω να κοιτάξω το στερέωμα

παρά μονάχα να σιωπώ…


η θάλασσα

έχει το χρώμα του οινοπνεύματος

και την οσμή του πένθους

με ρωτάει στο σήμερα

ο άγνωστος θεός

ποια γεύση έχει η αθανασία

και’γω δεν ξέρω να διαβάσω τον πόνο

κι έτσι σιωπώ…


έχει ο ουρανός

το χρώμα της νεκρής φωτιάς

και τη στυφή ανάσα του αιώνιου

με ρωτάει στο αύριο

ο άγνωστος εγώ

ποιο είναι το αίμα της ελπίδας

και’γω δεν ξέρω να κρύψω

τα δάκρυα που πικραίνουν τα χείλη

κι έτσι

μαθαίνω πως είναι πάντα να σιωπώ…


Νοε 2009

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009


Advocatus Sancti Sepulchri



Γιατί ήρθες ως εδώ
ταπεινέ ιππότη της Λωραίννης
χωρικέ της Προβηγκίας
ανώνυμε άνθρωπε της Εσπερίας;
συντρίμμια είναι τα ιδανικά σου
πριν καν ξεκινήσεις από τη μακρινή σου εστία
στα σάπια δόντια σου
κρατούσες έναν εφιάλτη
απ'τα οράματά σου
δεν ερμήνευσες σωστά κανένα
η καρδιά σου είχε ένα παλμό αλλόκοτο
η ματιά σου έχει ερωτευτεί την αρπαγή
την απληστία


στο δρόμο προς την Αγία Πόλη
δήωσες
βίασες
έκλεψες
σταύρωσες το Χριστό ξανά
άπειρες φορές
κάρφωσες το σώμα Του
έφτυσες στο τάφο Του
και ήρθες απόψε να τον λευτερώσεις…



ιερέ πολεμιστή
με το κόκκινο σταυρό στο στήθος
είσαι ακόμη ρυπαρός
χαμερπής και ανόητος
χάραξες το σύμβολο της ζωής
και έγινες κιόλας ο ίδιος
θάνατος και καταστροφή


γύρισε πίσω!
άδραξε την ευκαιρία που σου δίνω
γύρισε στη πατρίδα σου
εκεί να ανακαλύψεις το βασίλειο
της καρδιάς σου
γίνε της ζωής σου σταυροφόρος
γίνε των παιδιών σου ήρωας
με την απαντοχή σου
με το άδολο χαμόγελό σου
με το ζεστό σου χάδι
και μέρεψε επιτέλους
για μια αιωνιότητα
τη καταιγίδα της ψυχής σου…



θωρακοφόρε μαχητή του Χριστού
σε απεχθάνομαι!
ήρθες να ιδρύσεις ένα μυθικό Βασίλειο
ήρθες να στοιχειώσεις τα βήματα Εκείνου
στο βρώμικό σου χνώτο
το αίμα όσων έσφαξες
στη Νίκαια
στο Δορύλαιο
στην Αντιόχεια
πηχτό το άλικο ιερό ποτάμι
ακόμα ζέχνει
πίσω από τούτη τη γυαλισμένη πανοπλία
χτυπάει του σταυρωτή η καρδιά
κι όμως
ακόμη δεν τελειώσαν όλα
γίνε ξανά παιδί!
και τότε έλα πάλι
να σε υποδεχθώ όπως σου πρέπει
γίνε ξανά παιδί
πέτα τις πανοπλίες
χαμογέλασε στον άνεμο
στη θάλασσα
στο χώμα
κι έλα ξανά
να σου ανοίξω την Πύλη για το μοναδικό Βασίλειο
του αληθινού εαυτού σου!



τολμητία πολεμιστή
με το μικρό σου ανάστημα
και τα μεγάλα όνειρα
τους κόκκινους μανδύες
τους πορφυρούς χιτώνες
σε αποδιώχνω!
τα χέρια σου στάζουν θάνατο
τα μάτια σου στάζουν λάγνα φρίκη
και σηώδεις σκέψεις
κλωθογυρίζουν στο κεφάλι σου
γύρισε πίσω!
ψάξε ξανά
βαθιά
αν θέλεις τείχη να γκρεμίσεις
γκρέμισε τα δικά σου
κι αν δεν σου κάνει ο ουρανός που άφησες
στη Νορμανδία
στη Βουλώνη
στις ακτές της Ιταλίας
φτιάξε λοιπόν ένα καινούργιο
κι αν δεν ξεδίψασες
απ’το νερό που έπινες
άντλησε απ’τα φρέατα της ψυχής σου
όση αθανασία σου απέμεινε
που να μην σε σκοτώνει!



ξανθομάλλη πορθητή του Ωραίου
φυλακισμένε ελεύθερε
γοργά βαδίζει η νύχτα σε τούτη τη γη
πρέπει να φύγω
πάνω απ΄τα θεόκτιστα τείχη
που ονειρεύεσαι να πάρεις
ξημερώνει ένας ήλιος άρρωστος
ξημερώνουν ατσάλινες ώρες
και μέρες οργής
οιμωγές αθώων
νεκρών αποφορές
ράκη ιδεών
αποστάγματα φωτιάς
του Εσταυρωμένου ο βηματισμός
του Ανθρώπου ο ρόγχος


κι έχω για αιώνες
τόσα βλέμματα να ορθώσω
κι έχω για νύχτες αναρίθμητες
τόση ελπίδα να στερεώσω…



Νοε 2009

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

χειρόγραφα


κοίταξα κάτι παλιά χειρόγραφά μου…


η ψυχή σκαρφαλωμένη στις προτάσεις

πάνω στις λέξεις

ήλιοι αρματοδρόμοι

φεγγάρια αλήτικα

τα ο

τα α

τα ω

ακόμη ζωντανά

σύμπαντα που γεννήθηκαν ένα μελαγχολικό πρωινό

να υμνήσουν την απουσία σου

κι έσβησαν ρουφηγμένα από μαύρες τρύπες

πεθαμένων άστρων

που έζησαν μια ολόφωτη δόξα

κι άφησαν γενναιόδωρη πίσω τους

μια διάπυρη τροχιά

στην Λευκή Νύχτα του σπαραγμού τους…


αίμα στάζουν τούτα τα χειρόγραφα

και αλήθεια όμως

η καρδιά αγωνιούσε να κερδίσει ανάσες

το μυαλό αγωνιζόταν

να κερδίσει διαστάσεις

τα δάχτυλα πάλευαν

να προλάβουν να χύσουν στο ταπεινό χαρτί

τη λάβα του ε ί ν α ι

τα δάκρυα πάσχιζαν

να περιγράψουν όλο το πρόσωπο…


περπατούσες κι εσύ ανάμεσά τους

είχες εκείνο το πλούσιο χαμόγελο

που έπαιρνε από τα μάτια σου

όση αθανασία του έπρεπε

κι αρμονική και ισόρροπη

πάντα

λικνιζόσουν ανάμεσα στις ώρες…

υπέροχη!…


έκλεισα κείνα τα χειρόγραφα

δεν άντεχα άλλο

να είσαι ηνίοχος του ποταμού φωτιάς

που σε διατρέχει

είναι από τη λήθη πιο δύσκολο

από τη μέθη πιο οδυνηρό

πιο σπλαχνική η φυλακή του απείρου

από όλη τούτη τη πυρετική κατάβαση


μονάχα αισθάνθηκα

καθώς κρατούσα τις σελίδες

ξανά

ακόμα μια φορά

τη πυρωμένη ανάσα σου

το δροσερό σου πυρετό

καθώς κυλούσε σαν αγέρι που δραπέτευσε

από την αιωνιότητα

πάνω στον ώμο μου

ρίγησα

γύρισα να δω…

κανείς

και έκρυψα τα φθαρμένα φύλλα

βαθιά

στον εαυτό μου…


Νοε 2009

Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

Ανθρωπομέτρης


Σάρκινα λουλούδια

φυτρώνουν σε μια άρρωστη γη

πάνω τους κόκκινες δροσοσταλίδες

ο χρόνος

δηλητηριάζει τα φύλλα

και τους μίσχους

ποτίζει με ιχώρ που αχνίζει

Σε είδα ξέρεις

στ’ όνειρό μου

γινόσουν χώμα

γινόσουν δέντρα

γινόσουν σύννεφα

γινόσουν αίμα…


Ο ανθρωπομέτρης

άπλωσε ένα λευκό μανδύα

πάνω στο πρόσωπό μας

το φως τρυπώνει μέσα από τη σκέψη

η αθανασία τρυπώνει από τη προσευχή

η αγάπη απόλυτη τιμή

και δεν αντέχει

ν’αργοπεθαίνει στο περίπου…

Σε είδα πάλι

ν’αγκαλιάζεις τον ήλιο

μονάχα με το χαμόγελό σου

καιγόσουν

γλώσσες φωτιάς

εξέχεαν τα σωθικά σου

και δεν ζητούσες να εξαγοράσεις

το πυρετό με τη δροσιά

αλλά το αύριο

με το τώρα

χωρίς να ξέρεις

πως ζούσες ξανά και ξανά

όλο το παρελθόν σου

σε μια εξάχνωση του απείρου

μόνο…


Ο ανθρωπομέτρης

άνοιξε ένα από τ’αναρίθμητα κελιά του

έβγαλε έναν ανήλικο ήλιο

στον λευκό σου κόρφο τον απίθωσε

άγγιξε τα πλευρά σου

τα φτερά σου άνοιξαν

σε άγγιξε στο πρόσωπο

και η λάμψη από την ομορφιά σου

απλώθηκε σε χίλια στερεώματα

άγγιξε το μυαλό σου

για να μπορέσεις να τον δεις

κι ύστερα

χαμογελώντας σαν μικρό παιδί

με μια του κίνηση

χώρισε το σώμα απ’το κεφάλι

και το ζεστό σου αίμα

που πλημμύρισε την μαύρη θάλασσα

του απείρου

έγινε γεννήσεις

έγινε θάνατοι

έγινε ρίγος

έγινε χώρος

έγινε άνθρωποι

ξανά…


Νοε 2009

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Στην άκρη του εντός …


Αναρωτιέμαι…

αν κάνω ένα βήμα ακόμη

εισέρχομαι στο άβατόν σου

κρημνίζομαι στο άπειρό σου

χάνομαι στο πέλαγός σου

απ’το απόλλυμαι

στο ακέραιο ίχνος

σέσωσμαι

και γκρεμισμένος

ανασαίνω τις καινούργιες

φτέρουγές μου…


αν κάνω πίσω

μένω στο άθλιο Γνωστό

στη ρυπαρή ασφάλεια της φυλακής μου

ελλιμενισμένος πνιγηρά

υγρά και ασθματικά

στο φροντισμένο

οκνηρό εαυτό μου


Ισορροπώ στο μεταίχμιο του Γνόφου

δολιχοδρομώντας ως τα σήμερα

συντροφιά με τις ριπαίες ενοχές μου

μετρώντας αμείλικτα

τα πιο χλιαρά βήματά μου

κέρδισα το προνόμιο να σε αντικρίσω

αλλά διστάζω

να εκταθώ

ως τον αφανισμό μου…


και αναρωτιέμαι ενεός

αν πάλι έξω από το ιερό σου

φιλοτεχνώ ο δειλός

το πρόσωπό σου

εγκάθειρκτος

και μοναχός

εκτός…

ή αν

στο πρόναο της αγάπης σου

πυρετικά

και άρρητα

στο γνόφο του μυαλού μου

αναδιφώ στο Άγνωστο

εντός…


Νοε2009

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009


Aιωνιότητα
άπλωσα το βλέμμα μου
στον άδειο ουρανό
η φωνή δεν βγήκε
ούτε ο λυγμός
νομίζω μόνο
πως κάποια στιγμή
ούρλιαξα μέσα μου
τόσο δυνατά
που το αίμα για λίγο
σταμάτησε να τρέχει στις φλέβες

που βρίσκεσαι;

τα χέρια μου αισθάνονται περίεργα που δεν σε αγγίζουν
το στόμα που δεν σε φιλάει
τα μάτια μου που πέσαν σε φτωχές εικόνες του κόσμου
κι όχι στο άγιο πρόσωπό σου
η ανάσα μου που δεν μπερδεύεται με την δική σου
το σώμα μου που δεν εφελκύει το δικό σου...

το τελευταίο μου δάκρυ θα φυλάξω
σου είχα πει
να πλύνω την ψυχή μου
όταν δεν θα αντέχω άλλο πια...

τα δάχτυλά μου δεν αισθάνονται πια
δεν μου μεταφέρουν ερεθίσματα ουδέτερα
τα μάτια μου αρνούνται
να παροχετεύουν την ασχήμια ολόγυρα
στο είναι μου
τα βήματά μου
έμειναν εκκρεμή
και ακρωτηριασμένα...

τα χείλη μου όμως
ακόμη
επιμένουν
να ψελλίζουν τ'όνομά σου
και η ύπαρξή μου
συνηχείται με τη δική σου
στην αιωνιότητα πια αγάπη μου
και δεν μπορεί
ούτε θέλει να κάνει αλλιώς...

Νοε 2009