Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016



Άτλαντας


Σε φθινόπωρο τόπο
θ’ αποθέσω τους νεκρούς μου
ένας προς έναν
θα φωλιάσουν στο έμψυχο χώμα
και το αίμα τους θα πιει ο πρανής
γενέθλιος ήλιος

οι ανάσες όσων κρεμάστηκαν
απ’τα σύννεφα
θα μπερδευτούν με το ιχώρ του ανέμου
οι ματιές όσων ξοδεύτηκαν στην άνιση πάλη
φυλακισμένα θα έχουν για πάντα
όσα βιώθηκαν την ύστατη ώρα
και στο στερέωμα του Άδη
τα βλέμματα του πόθου
θα μιχτούν
με τις ιαχές των προγόνων

περιμένουν
οι ώρες με δόντια που τρίζουν
περιμένουν
οι λαχτάρες των αγέννητων ανθρώπων
κι εγώ έχω το φορτίο μου ολόκληρο σύμπαν
Άτλαντας
στο σημείο που στέκομαι τώρα

Όρθιος λοιπόν
και στητός ακόμη
πασχίζω
πάνω στο κέντρο του κύκλου
τα χέρια μου
απ’το κορμί
κεραυνούς ν’απλώσω
μυαλό και σώμα ν’αρμονίσω
το μέγα Ύψιλον
αυτό να αιωνίσω… 

11/2015

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016




Γράμματα



Με μια εμμονή
που δεν φανταζόμουν πως θα άντεχα
παλεύω
χρόνια τώρα
να χαράξω τ’ όνομά σου ολόκληρο
πάνω στο Ξύλο

το πρώτο γράμμα
έτσι το ένιωσα
είναι γαλάζιο
το δεύτερο λευκό
το τρίτο πορφυρό σαν το αίμα
μαύρο το τέταρτο
το πέμπτο έχει το χρώμα των ματιών σου
κι αρνείται όση δύναμη κι αν θέσω
όση δεξιότητα κι αν έχω αποκτήσει
να σκαλιστεί, να μείνει
έτσι όπως φτάνω πάντοτε στο τέλος
αυτό αργοσβήνει στην αρχή
χαλάει, αλλάζει, αλλοιώνεται
με περιπαίζει

κι ύστερα
παίρνουνε σειρά ένα προς ένα
όλα τα υπόλοιπα γράμματα
μένει το Ξύλο ατόφιο
αχάρακτο, αμιγές
σα να μην το άγγιξε ποτέ κανείς

κι εγώ αποκαμωμένος πάντα
τα παρατάω όλα όπως είναι
το Ξύλο χάνεται
η μορφή σου φεύγει
τα χρώματά σου ξεθωριάζουν

μένει μονάχα εκείνο το πικρό χαμόγελο
που είχαν τα μάτια σου
τη μέρα που σ’έπνιγε ο εαυτός σου
και χανόσουν στα βάθη του …


αυγ2016

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016



Συλλαβές αγάπης…


Το βραδινό φιλί σου
κρέμεται απ' το πρόσωπό μου
το αγγίζω απαλά
πονάω
στάζει έναν οργισμένο έρωτα
πάθος σταλάζει
απουσία

και νιώθω τις σταγόνες να δραπετεύουν στο πάτωμα

το βραδινό φιλί σου
γραπωμένες έχει ακόμα
μερικές λέξεις
μικρές ανάσες απ’το στόμα σου
κλεμμένες
ανάπηρες
απελπισμένες
αγκιστρωμένες στα χείλη μου
οι συλλαβές τρεμοσβήνουν στο πρωινό φως
αργοπεθαίνουν

παλεύω να τις κρατήσω ζωντανές

το βραδινό φιλί σου
δρόσισε τούτο το μοναχικό δωμάτιο
με συλλαβές αγάπης
καταλήξεις έρωτα
σύμφωνα ερεθισμένα
σερνικά
κι ερωτευμένα φωνήεντα
παιγνιδιάρικα
και θηλυκά
και μ’έναν τρόπο μαγικό
αληθινά στο λέω
μεταμορφώνονται ξανά
σε σώματα ονειρικά
όχι τεμαχισμένα πια
ολόκληρα
και φωτεινά

στο ταπεινό
δωμάτιό μου
δεν είναι υπέροχο;

εσύ κι εγώ ξανά…

Οκτ 2009


Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016





Το Νέρωνα είδα
ναι, τον Κλαύδιο Αύγουστο τον ίδιο
να κατεβαίνει στην αρένα
για να μου σφίξει το χέρι
‘μπράβο σου, τα κατάφερες’
μου είπε και δεν τον κοίταζα στα μάτια
μα ερχόταν στ’αυτιά μου η θεϊκή
μελωδική φωνή του
και έτσι γεμάτος αίματα, λερός και άθλιος
καθώς ήμουν
από τη σφαγή που επί ώρες
είχε προηγηθεί
ένιωσα ντροπή
που λέρωσα το απαλό του χέρι
με το δικό μου που έσταζε ακόμα
μα δεν τον ένοιαξε στιγμή
και άρχισε σε λίγο να γελάει
κάπως παράξενα
σαν να’βλεπε μπροστά του
το πιο αστείο απ’όλα ένας θεός μπορεί
να αντικρίσει
‘μα ήσουν καταπληκτικός!
δυο, τρεις φορές την ώρα που ρευόμουν
αλήθεια στο λέω
διέκοψα το φαγοπότι μου
και στύλωσα το βλέμμα μου σε σένα
καθώς έκοβες τους λαιμούς
και άνοιγες στομάχια
με πόση δεξιότητα
με πόση χάρη!
Ποιητής εγώ, το ξέρεις
μπορώ να εκτιμήσω τη λεπτότητα,
την ομορφιά, την αρμονία,
σε κάθε τι…’

Είχε το κέφι του ανέβει και φλυαρούσε
Αυτός, ο άρχοντας του κόσμου
μ’έναν απλό πολεμιστή της άμμου
που διεκδικούσε μια ώρα ακόμα
κάτω απ’το θεό Ήλιο.
Κι ύστερα είδα
τον άνθρωπο με τη μαύρη μάσκα
και το ξιφίδιο στο χέρι
να έρχεται κοντά μας
‘…κι άλλο, πιστεύω, σαν εσένα
αδύνατο τώρα κοντά να βρούμε
το πιστεύω
όλοι το έλεγαν
από τους καλεσμένους μου στο θεωρείο
άλλος καθώς έφτυνε τα κουκούτσια
απ’τα σταφύλια
κι άλλος καθώς ξέσκιζε σάρκες ψημένες
ρόδινες στο πλούσιο γεύμα
βλέπεις
η ώρα πέρασε
και πείνασαν οι αυλικοί μου
λοιπόν να ξέρεις…’
άκουγα τον αυτοκράτορα
να εκστομίζει τη μια λέξη πίσω απ’την άλλη
ενώ η ανάσα του μύριζε κόκκινο κρασί
από την όμορφη Ετρουρία πιστεύω
που στις πλαγιές της ξαπλωμένα είναι μαγικό να βλέπεις
τα μυθικά αμπέλια της
και ο μασκοφόρος με τη μπέρτα που ανέμιζε
ερχόταν πιο γοργά τώρα κοντά μας
και το ξιφίδιο σήκωσε και η λάμα γυάλισε
στον ήλιο
ενώ από τις κερκίδες μια ιαχή ακούστηκε
και ο αυτοκράτορας
ίσα που πρόλαβε να κάνει ένα μορφασμό
πολύ χαριτωμένο
και ώσπου να στρίψει το σώμα του να δει
τι ερχόταν στην καρδιά του
ήταν αργά
και ο άγνωστος δολοφόνος
εν μέσω ιαχών και αλαλαγμών του όχλου
βύθιζε το ξιφίδιο στην ευγενική καρδιά του
θόλωσε από έκπληξη και αγωνία το βλέμμα του άρχοντά μου
και από τα χείλη του έβγαιναν μαύροι αφροί
θέαμα φρικώδες κι ελεεινό
για ένα θεό!

Το τελευταίο που θυμάμαι
είναι να βγάζω μια κραυγή ουρανομήκη
για το χαμό του αγαπημένου Αυγούστου
και δίπλα του να γονατίζω
όταν η σκιά εμφανίστηκε
ενός χεριού που ανέβαινε ξανά
για να κατέβει πάλι
κι έπεσα ευθύς
χωρίς να το σκεφτώ
το σώμα του αθανάτου που έθνησκε
ν’αγκαλιάσω…

με σκέψη τελευταία
τα αμπέλια της Ετρουρίας
κατάφορτα από τις πρησμένες ρώγες
να με μεθούν με το άρωμά τους
και να χαμογελώ
νεκρός και ζωντανός μαζί

πάνω απ’το άψυχο κιόλας
μαύρο βλέμμα
του ποιητή – αυτοκράτορα…


Οκτ2014

Colosseum