Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018




Ζεύγη ομοίων
τόσο όμορφων
φυσαλίδες γαλακτόχρωμες
που ανέρχονται νωχελικά
στο αρχαιώνιο φως…

ζεύγη λυγμών
παράξενων κι ερωτικών
που έλκονται απ’το νάρκισσο φως
στην εμπνοή του κόσμου
ν’ανοίξουν μια
κι ύστατη μαζί φορά
να εκδηλωθούν
να ταξιδέψουν…

ζεύγη στιγμών
που δεν ενώθηκαν ποτέ
όμως μαζί βρήκαν το δρόμο
γλίστρησαν ανάμεσα
απ’τ’αμίλητα δέντρα
και τις κλεισώρειες του βυθού
πέρασαν απ’το σκότεινο στο ευγενές
θυσίασαν το πένθιμο
έκλεψαν τον ελιγμό του Ενός

και δραπετεύουν στο έσχατο…  

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018


Ορυχείο


Εσείς
εσείς νεκροί
μην αφεθείτε
στη λησμονιά των ζωντανών
αυτοί δεν ξέρουν
πόσο ακριβά
και πόσο σπάνια
είναι τα βήματα του ήλιου
πάνω απ’τα κεφάλια τους
αυτοί
αυτοί δεν πρόκειται να μάθουν

και μην ακούτε
τις ικεσίες των ζωντανών
ούτε και τις κραυγές τους
τις λάμψεις απ’την αύρα τους
μη βλέπετε
καθώς τον έρωτα προδίδουν κάθε αυγή
και στρέφουν την πλάτη τους στο αιώνιο
αδιάντροπα

αυτοί δεν ξέρουν
δεν έχουν γλώσσα
δεν σας μιλούν
δεν σας ξεχνούν
ούτε και σας θυμούνται…

φοβούνται όμως
τη στιγμή
που θα πάψετε εσείς
να τους θυμάστε

φοβούνται
όχι τη μοναξιά που φέρνει ο χωρισμός
τη θλίψη που γεννάει ο πόνος
ή τη στενόχωρη ματιά
που έχει η αδιαφορία
φοβούνται
πως όλα αυτά
θα γίνουν δύσκολες ανάσες
νύχτιοι πυρετοί
στο Απέραντο
λυγμοί και οιμωγές και κοπετοί
σε ένα ατελεύτητο μετά

κι εσείς
πως δεν θα τους απλώσετε το χέρι

χωρίς εσάς
να ξέρετε
κι ο πιο σπουδαίος απ’αυτούς
είναι ένα σάπιο παιχνίδι παιδικό
ένα παλιό αστείο
που δεν γελά μαζί του
πια κανείς
ένα φιλί
που κρέμεται μονάχο
κι αιωρείται
δίχως χείλη…

χωρίς εσάς
αρπάζεται ο ουρανός από τη γη
και αρνείται να την ξαναφήσει
σαν μια αγκαλιά μικρού παιδιού
στη μάνα
που κρύβει το μαχαίρι
πίσω απ’την πλάτη του
και δακρυσμένη του τραγουδάει
κάτι σαν παρηγοριά
κάτι σπασμένο
συλλαβές και φθόγγοι
που νόημα δεν έχουν
πριν το αδιανόητο πράξει
κι ανάμεσα στ’ αναφιλητά
σπαραχτικά το μακελέψει

και ύστερα τον εαυτό της

για να ημερέψει αυτό που τραγουδάει
με τόσο άπληστη μανία
αιώνες τώρα
αμέτρητους
στο πιο βαθύ ορυχείο
του είναι της…




Drift of Harrachov Mine

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018



Έγκαυμα


ήταν το βήμα σου ήσυχο
στη ράχη της γης
κανείς δεν σε άκουσε να περπατάς
να μιλάς
ή να σωπαίνεις…
μα εγώ σε θυμάμαι
τόσο έντονα
όσο το σφυροκόπημα του αίματος
στις φλέβες μου
κι ακόμα νοιάζομαι για σένα

εάν ο ήλιος έσκυβε μια μέρα
πάνω απ’τη λησμονιά του ανθρώπου
θα του έδινα το χέρι μου
θα τον κοιτούσα ολόισια στα μάτια
ώσπου να τυφλωθώ…

χωρίς αισθήσεις
παύουν και τα ερωτήματα

μέσα στο αιώνιο έγκαυμα
σε χώρεσε ο πόνος
και σκιρτάς μονάχα πια
όταν πλένω στο νερό τις νύχτες
τις καμένες ανάσες
των φιλιών σου…


Φεβ2015


Burnt memories

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018



Τι ένιωσες για μένα;
Τι ένιωσα για σένα;
Τι προλάβαμε;

Να ψηλαφίσεις το φως…
Να συλλαβίσεις το σύμπαν…
Να μετρήσεις τη θάλασσα…

Τι προλάβαμε;

Τι ένιωσες για μένα;
Περπάτησες μέσα μου
Αλλά δεν έφτασες κάπου
Χάθηκε το βήμα σου
Σε λαβυρίνθους…

Ίχνη φωτιάς
Πυρογραφήματα ψυχής
Πονάνε ακόμα…

Τι ένιωσα για σένα;

Θυμάμαι την έκπληξη στα μάτια σου
Όταν στο πρωτόπα
Συγκίνηση…

Μια λέξη στερέωμα
Ένας εγκατιαίος λυγμός
Που τα περιέχει όλα…


Δεκ2017




Smoke & fire.

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018



Επίκληση


Μετράω τις μέρες μου
αναρίθμητες
λίμνη έγιναν μέσα μου
καύσωνας υγρός
μετράω τις ώρες
σαν κόκκοι σκόνης μέσα στο δωμάτιο
με δυσκολία που ανασαίνω
την κάθε μια
που αντιστοιχεί σ’ένα χαμόγελο
σε μια φωνή
σε μια ματαίωση
σε μια ηλικίωση νύχτια
άγρια
θυελλική
μια καλοκαιρινή φρενίτιδα
που την αρνήθηκαν οι πόροι μου
ένας προς έναν…

η αλήθεια μού επιτίθεται
όλος αμύνομαι
όλος που τρέμω
έχω το ρίγος απ’την πρώτη μέρα
και το δεξί μου χέρι που παρέλυσε
έχω το βήχα που μου καίει το στήθος
και δεν το νιώθω πια
πάνω στο δέρμα μου
πέτρα έγινε κι αυτό…

μετράω τις ώρες
επαναστάτησα
σηκώνομαι
λέω να κάνω μια μαύρη τελετή απόψε
μια σκοτεινή
βλάσφημη επίκληση
λέω να γδάρω τη ψυχή μου απόψε

σκέφτομαι πάλι
θα ξυπνήσεις το πρωί
δεν θα με δεις
και θα σου λείψω…


Οκτ 2018

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018



πως γίνεται;
αφού το ξέρεις...
δεν μπορείς να επενδύεις σ'αυτό που λες
'ο μεγάλος λυγμός του ανθρώπου'

το ξέρεις...

μονάχα ο αιφνιδιασμός σε πηγαίνει κάπου

οι άνθρωποι φοβούνται το απρόβλεπτο
όταν έρχεται το καινούργιο
ο άνθρωπος λείπει
αν τύχει όμως να είναι παρών
υπάρχουν δυο λύσεις
-να το συκοφαντήσει
-να το αγνοήσει

ίσως να υπάρχει και μια τρίτη
αν οι δυο πρώτες αποτύχουν

-να παρουσιάσει το καινούργιο ως μεταλλαγμένο παλιό...

κι έτσι ξεμπερδεύει...

ο μηχανισμός είναι απλός
αλλά όταν νιώθεις
τίποτε δεν είναι απλό
όταν νιώθεις ό,τι γίνεται
όταν έχεις το φορτίο της κάθε πράξης σου

τίποτε δεν είναι ασήμαντο...

πως γίνεται;
γιατί εμπιστεύεσαι αυτό που έχει για ενδιαίτημα
τα λιμνάζοντα νερά του γνωστού;

μονάχα το καινούργιο σε εξελίσσει
μονάχα το μεγάλο σοκ σε διδάσκει

και το να μαθαίνεις
είναι κάτι που ίσως τελικά

δεν μαθαίνεται...


Beyond Reality

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018



Δαφοινό


Εγώ
με τα χέρια μου
θα σκάψω το χώμα που πάτησες
βαθιά
ώσπου να βρω το αίμα μου
να το αντλήσω με τα δάχτυλά μου
να μεταγγίσω στο κορμί μου
το δαφοινό του πνεύμα
να αγριέψει ο μερωμένος του αφρός
ν’αρχίσει ν’ανασαίνει πάλι…

έπεσαν όλοι οι βράχοι
απ’τον ουρανό
η Γη ανάποδα γύρισε
κάτω απ’τα πόδια μου είναι τα σύννεφα
κάτω απ’το βλέμμα μου
είναι πια το άπειρο
κρατιέται ο αιώνας
από μια κλωστή
δεν έχει αρθρώσει ο Προφήτης
τη φοβερή απειλή
που θα μαυρίσει το στερέωμα
αιχμάλωτος σύρθηκε
ως τα έγκατα της συγνώμης
δεν ήξερε
δεν μέτρησε τις ιαχές
δεν συρρικνώθηκε σε μια πρανή κηλίδα
και ποιος θυμάται
όσους αμέλησαν το Απόλυτο;

Λοιπόν
εγώ
με τα χέρια μου
με όσα δάχτυλα μάτια
μου απέμειναν
με τις φλέβες σχισμένες
και το ιχώρ της Εκάτης
να ραντίζει το χώμα
εγώ θα σκάψω
όσο βαθιά μπορώ
όσο βαθιά τολμώ
θα σε ξεθάψω
απ΄το γεωργό σου μνήμα
στη βρυαρή σου νιότη
θα σ’αναστήσω
θα σου φυσήξω ζωή
στα πνευμόνια
και θα σε περιμένω
να ψελλίσεις
το ακατανόητο
για μια στιγμή
προτού χυθείς ξανά
στο αδαμικό σου στρώμα…

ένας Απόλλωνας μικρός
μια δέσμη άκτιστου πρωινού φωτός
το πρώτο μου ποίημα
τα παιδικά μου δάκρυα

ό,τι κι αν έχω
ό,τι απέμεινε

κείνο το άγγιγμα του πρώτου ήλιου
η δαμασκηνιά αυγή του φεγγαριού
οι αδέξιες ζωγραφιές μου
το μυστικό χάδι της μητέρας μου
και οι στερνές κουβέντες του πατέρα μου

εγώ
με τα ίδια μου τα χέρια
αλήθεια στο λέω

στα φέρνω εδώ
στο αρχαίο σου δώμα
τα καταθέτω
αν είναι κάτι να’χεις δίπλα σου
η πιο ακριβή μου αλήθεια να είναι

μαζί σου
στο αιώνιο που θάλλει
και δεν υπόσχεται τίποτε…





Pistas


Εύθραυστος


Κάποτε γνώρισα έναν άνθρωπο
εύθραυστο
σαν την πρωινή δρασκελιά της θάλασσας
είχε δυο χέρια
σαν πήλινες προσευχές
ζεστά και όμορφα
μα φοβόσουν να τα σφίξεις δυνατά
μήπως και σπάσουν…

περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους
και άφηνε ίχνη ζωηρά
χαμογελούσε
και η ανάσα του ζωγράφιζε ξανά τον κόσμο
κοιτούσε με ένα βλέμμα
που είχε την αλήθεια του πόνου
και την ιερότητα του χώματος

περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους
και η ευγένειά του χαράκωνε τη χυδαιότητα
σαν το διαμάντι το γυαλί…

κι όμως
τούτος ο απλός ουρανός
έγινε μεγάλος και απέραντος
έγινε μικρός και αθέατος

μια μέρα

τούτος ο δροσερός καημός
ανάσανε μια τελευταία φωτιά
και από τους πνεύμονές του
ξεχύθηκαν τα μικρά παιδιά
του Απείρου

και αγκάλιασε την ύπαρξή του
δυνατά
πολύ δυνατά

κι έσπασε σε μικροσκοπικά
υπέροχα

αστέρια…






**+**

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018


Άτλαντας


Σε φθινόπωρο τόπο
θ’ αποθέσω τους νεκρούς μου
ένας προς έναν
θα φωλιάσουν στο έμψυχο χώμα
και το αίμα τους θα πιει ο πρανής
γενέθλιος ήλιος

οι ανάσες όσων κρεμάστηκαν
απ’τα σύννεφα
θα μπερδευτούν με το ιχώρ του ανέμου
οι ματιές όσων ξοδεύτηκαν στην άνιση πάλη
φυλακισμένα θα έχουν για πάντα
όσα βιώθηκαν την ύστατη ώρα
και στο στερέωμα του Άδη
τα βλέμματα του πόθου
θα μιχτούν
με τις ιαχές των προγόνων

περιμένουν
οι ώρες με δόντια που τρίζουν
περιμένουν
οι λαχτάρες των αγέννητων ανθρώπων
κι εγώ έχω το φορτίο μου ολόκληρο σύμπαν
Άτλαντας
στο σημείο που στέκομαι τώρα

Όρθιος λοιπόν
και στητός ακόμη
πασχίζω
πάνω στο κέντρο του κύκλου
τα χέρια μου
απ’το κορμί
κεραυνούς ν’απλώσω
μυαλό και σώμα ν’αρμονίσω
το μέγα Ύψιλον
αυτό να αιωνίσω… 


Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018


Ξημέρωσε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σα να με γέννησε η σιωπή
σε σαρκοφάγο άσύλητη
του Χρόνου

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα παρθένα δάκρυά μου
άκουγα μέσα στη σιγή του πρωινού
να με καλείς
κι ανασταινόμουν

Έχτισα κύτταρα
Έχτισα βλέμμα
Έγινα αίμα και κορμί
Έγινα πνεύμα

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

ολόκληρος φωτιά
νύχτιο σπέρμα

σκίρτησα...

σαν άστρο στο γλυκό σου ουρανό
πόθησα να λάμψω
να φυλακίσω τις ενέργειες
να γίνω ρόδακας φωτός
να πλύνω τα μαλλιά σου
στην πρωτανάσα μου

ρίγησα...

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα ζεστά μου δάκρυα

Χωρίς φωνή εγώ
Ολόκληρος εσύ

Και αγγίγματα παράξενα

Και λαιμητόμες σκέψεις

Και σπαράγματα ιαχών

Και προδομένες πόλεις

Και υετοί ονείρων

Και λιακάδες...

Χωρίς στερέωμα εγώ
Μα ολόκληρος εσύ

Ξημέρωνε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σαρκωνόμουν...

και ήταν άγριος άνεμος
αυτός που μού'φερε στο πρόσωπο
το κάλεσμά σου
τον καλοδέχτηκα...

Χωρίς εμένα εγώ
Όλος εσύ

Χωρίς το άλγος του αύριο
αψηλάφητος

Χωρίς της ειμαρμένης το λυγμό
αξόδευτος

Χωρίς το πένθος της φθοράς

Αιώνιος


Ακέραιος εσύ...


[ … illuminated ]