Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2009





Ιερότητα…

Κοίταξέ τους!

Τι κάνουν;
αναρωτιέσαι…
χτίζουν
και γκρεμίζουν…
με τα στήθια τους
με τα μάτια τους
με τις λέξεις
και με τις σιωπές τους!

Κλέψε το ρυθμό τους
μην τον ακούς μονάχα
νιώσε τον!
πόση φροντίδα έχει τούτος ο ρυθμός!
δεν θα τον συναντήσεις
παρά μονάχα
στη μουσική των πλανητών
στο βροντερό σφυροκόπημα της ζωής
μέσα στις αρτηρίες
στην ανάσα όσων αληθινά
ερωτεύτηκαν
στην αλήτικη διάθεση του μαΐστρου
όταν σε αλλοπαίρνει στο πέλαγος…

Κοίταξέ τους!
Αιώνες τώρα
χτίζουν
και γκρεμίζουν
αιχμαλώτισε τούτο το ρυθμό
στο λέω αληθινά
πουθενά δεν θα τον ανταμώσεις…

Έχεις γευτεί την πρωινή δροσιά
ενός καινούργιου κόσμου;
έχεις γείρει το κεφάλι σου
στο στήθος της
πλήρης που αφήνεται
μετά τον έρωτά σας;
έχεις χαθεί στο βλέμμα ενός παιδιού
όταν σου εμπιστεύεται
όλη την ύπαρξή του;

Κοίταξέ τους!
μην στέκεσαι στη κίνηση
μην δραπετεύεις απ’ τον ιδρώτα του μόχθου
την ιερότητα πλύσου!
την ιερότητα
καθώς ο θάνατος γίνεται ζωή
και άγια
πληγωμένα χέρια
της αθανασίας!

Δεκ 2009


Δευτέρα, 07 Δεκεμβρίου 2009




Μαίανδροι

Μ’ έφερε η περπατησιά μου
στους δρόμους τούτης της πόλης
με τους ακίνητους ανθρώπους
με τον άδειο χρόνο στα πεζοδρόμια
με τις πληγές όλων όσων δεν γνώρισα ποτέ
να στάζουν αλήθεια


και μοιάζει
να είναι το σπίτι μου

περπάτησα πολύ
χαμένος σε λαβυρίνθους ήχων
σε μαιάνδρους χρόνου
πέρασα πύλες αθέατες
και διάβηκα πόρτες μυστικές
κάποτε
έξω από κείνο το γνώριμο σπίτι
διέκρινα τη φιγούρα ενός νέου
αναμαλλιασμένου
νευρικού
να περιμένει κάτι
έτσι μου φάνηκε

κάτι να περιμένει…

θέλω να δω το βλέμμα του
μου μοιάζει οικείος
θέλω να δω τα χέρια του
το πώς φυσάει ο άνεμος
στα άναρχα μαλλιά του
έχει στα μάτια του
ένα περίεργο φως
φτιαγμένο από σκοτάδι
κι ένα χαμόγελο πικρό
φτιαγμένο από ανάσες
άλλων εποχών

και ύστερα τον βλέπω πάλι
στις φαρδιές σκάλες
μαζί με φοιτητές
σκιές ονείρων
άσαρκες, θαμπές

μα τώρα θέλω
της καρδιάς του το βλέμμα να δω
το χτύπο από τις αρτηρίες του
που αιματώνουν ένα ψυχισμό
από λέξεις σκέλεθρα
και οράματα φωτιάς
τον ξέρω καλά αυτό τον νέο
φοράει τα νιάτα του
σαν πανωφόρι δανεικό
και η δροσιά του πρωινού
ίσα που φτάνει στη ψυχή του
μα έχει στα χείλη ακόμη κείνη τη γεύση
της αναμονής
έτσι θυμάμαι
περιμένει


πάντοτε
κάτι περιμένει…

τον βλέπω πάλι
έξω από κείνο το δωμάτιο νοσοκομείου
με το νεκρό βηματισμό
ενός ανθρώπου σε αγωνία
το τσιγάρο δεν φεύγει από τα δάχτυλα
ο καπνός δεν φεύγει από τα στήθια

νομίζω πως ξέρω τι θέλω να του πω
όμως δεν θα μ’ακούσει
αυτή η νύχτα
δεν θα ξημερώσει
αναίμακτα
μα είμαι αρπαγμένος
απ΄την ασφάλεια του χτες
και τον αφήνω
στη σιωπή του
να σκέφτεται πως θα κυλήσει άλλο ένα λεπτό
αιωνιότητας
να περιμένει


πάντοτε
να περιμένει…

κι είμαι ξαφνικά εδώ
τον ανταμώνω πάλι
πίσω από κείνο το γραφείο
γκριζάραν κιόλας τα μαλλιά του
σκάφτηκε το μέτωπο 
από φλύκταινες ελπίδες
ρημάχτηκε το ευγενικό του πρόσωπο
από φωνές αιώνων
από ουρλιαχτά φρενών
και κλείνει βλέπω
τ’ αυτιά του
παλεύει
προσπαθεί
να κλέψει την ελάχιστη ακεραιότητα
που δεν θα απορρίψει σαν ξένο μόσχευμα
το είναι του

μην τους ακούς!
κλείσε τ’αυτιά σου


μην τους ακούς!
αυτό που περιμένεις
σαρκώθηκε στο σήμερα
και πέθανε στο χθες!

αυτό που περιμένεις
ένα χαμόγελο ορφανό

αυτό που περιμένεις
ένας σβώλος χώμα
μια χούφτα προσευχές
και το φιλί της
όταν σ’ αποχαιρετούσε!

Μην τους ακούς!

Φυλάξου!
Πρόσεξε!
έχιδνες τύψεις
πόρνες ενοχές
σφάλισ’τα μάτια σου
τυφλώσου!

Άντεξε
ανάσανε
πάρε τις λέξεις
ήλιο αρματώσου!
κι ένα λευκό χαμόγελο

και κοίτα με ξανά…

Δεκ 2009

Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009




Απλοϊκά…


Μου πήρε χρόνια
Μου πήρε εαυτούς
Ντροπές μου ζήτησε
Και χαμαιλέοντες φόβους
Μα προσαρμόστηκα...


Να περπατάω στον εαυτό μου
Και να μην με ανταμώνω
Φωτιές να ορθώνω στο κορμί μου
Και να τις βλέπω δροσερές πηγές
Να με αγγίζω
Και να’ναι η αίσθηση ενός άλλου…


Δύσκολο ήταν
Μονάχα στην αρχή
Μα η θυσία έγινε
Και η τελετή
Δεν είχε μεγαλείο κανένα
Το αίμα που έτρεχε
Πρόσεχα μόνο
Να μην ποτίζει τα όνειρά μου
Αλλά να πλένει από τις ενοχές
Όσες δεν καταδέχτηκαν
να γίνουν λέξεις


Το έμαθα λοιπόν
Το χάραξα
Στο μενταγιόν του πόνου
Να τρέφομαι
Μονάχα με τον ελάχιστο
Από τον ήλιο που δικαιούμαι


Να έχω δάνειες φωνές
Και να τις λέω δικές μου


Να με φονεύω ηρωικά
Και να με αθωώνω…


Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Και πρόστυχα με βάφτισα ποιητή
Για να ξορκίζω το βλέμμα του οίκτου
Πάνω στην άθλια φορεσιά μου


Το σκάλισα λοιπόν κι αυτό
Στο εκκρεμές ομοίωμά μου
Να έχω πυρετούς εγωισμού
Και να τους λέω έρωτες!


Στην απέναντι όχθη να με αντικρίζω
Αλλά να μην μπορώ να φτάσω ως εκεί
Και κάποτε πια
Να μη με νοιάζει


Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Δεν κάνω για ποιητής εγώ
άνθρωπος στο δρόμο του Ανθρώπου
ίσως
Έτσι, σκανδαλωδώς απλοϊκά
Κι έχω οφειλές ακόμη…

Δεκ 2009

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009





αίσθηση…

σου είπα
μην αλλοιώνεις τη σιωπή
απόλαυσέ την
όσο διαρκεί
μην την λερώνεις
με σταυροφόρες σκέψεις
μη την διασπάς…


μου είπες
η σιωπή μοιάζει
με σεντόνι
φτιαγμένο από αγκάθια
έξω
στο ψύχος του κόσμου
εσύ γυμνός
πρέπει να την φορέσεις
πληγώνεσαι
ματώνεις
αλλά δεν έχεις άλλον εαυτό
κι αν το’θελες
να ακυρώσεις…


σου είπα
έχεις το χέρι
έχεις την αφή
ένα ρίγος αρκεί
να σε μεταμορφώσει
αν είναι παιδί του Απείρου
έτσι δεν είναι;


μου είπες
άσε τις λέξεις
να ανδρώνονται ακέραιες
στη κάθε αυγή
θα έχεις εμένα
θα έχεις το χρόνο
θα έχεις τη στιγμή
άσε τις μέρες
ηλιόλουστες
μεθυστικές
άσε τις φλόγες
από τα δάνεια βράδια
να σε τυλίγουν
άσε τα σώματα
να μας γνωρίσουν τη νύχτα
την αίσθηση άσε
αυτή
την τελευταία
πριν αποχωριστούμε
να μιλά για μας…

Νοε 2009


Φωτο από: http://dinosma.wordpress.com/2008/07

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

αφηγείται...

το λεπτό σου σώμα
μου αφηγείται
έχεις φιλοξενήσει ήλιο και χώμα
από τα καλοκαίρια σου
στο στήθος
και αρμόζει καλύτερα στη νύχτα
να μου τα προσφέρει

μια στιγμή από Κυριακή
ένα πρόσφορο Σαββάτου

χαμογελώ λοιπόν
όπως μου ζήτησες...

ανεκτικός που στάθηκε ο πόνος
και μου επέτρεψε να σε αγκαλιάσω
πάνω που ξημέρωνε
η πιο μεγάλη Δευτέρα
της ζωής μου...

Νοε 2009

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Μαθαίνω…


Ο κόσμος

έχει ένα αλμυρό χαμόγελο

σαν όστρακο πάνω στην αρχαία πέτρα

και μια ρυτίδα από έρωτα

που κρυώνει στο χρόνο

με ρωτάει στο χθες ο άγνωστος άνθρωπος

ποιο τίμημα έχει η αναλγησία

και’γω δεν ξέρω να κοιτάξω το στερέωμα

παρά μονάχα να σιωπώ…


η θάλασσα

έχει το χρώμα του οινοπνεύματος

και την οσμή του πένθους

με ρωτάει στο σήμερα

ο άγνωστος θεός

ποια γεύση έχει η αθανασία

και’γω δεν ξέρω να διαβάσω τον πόνο

κι έτσι σιωπώ…


έχει ο ουρανός

το χρώμα της νεκρής φωτιάς

και τη στυφή ανάσα του αιώνιου

με ρωτάει στο αύριο

ο άγνωστος εγώ

ποιο είναι το αίμα της ελπίδας

και’γω δεν ξέρω να κρύψω

τα δάκρυα που πικραίνουν τα χείλη

κι έτσι

μαθαίνω πως είναι πάντα να σιωπώ…


Νοε 2009

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009


Advocatus Sancti Sepulchri



Γιατί ήρθες ως εδώ
ταπεινέ ιππότη της Λωραίννης
χωρικέ της Προβηγκίας
ανώνυμε άνθρωπε της Εσπερίας;
συντρίμμια είναι τα ιδανικά σου
πριν καν ξεκινήσεις από τη μακρινή σου εστία
στα σάπια δόντια σου
κρατούσες έναν εφιάλτη
απ'τα οράματά σου
δεν ερμήνευσες σωστά κανένα
η καρδιά σου είχε ένα παλμό αλλόκοτο
η ματιά σου έχει ερωτευτεί την αρπαγή
την απληστία


στο δρόμο προς την Αγία Πόλη
δήωσες
βίασες
έκλεψες
σταύρωσες το Χριστό ξανά
άπειρες φορές
κάρφωσες το σώμα Του
έφτυσες στο τάφο Του
και ήρθες απόψε να τον λευτερώσεις…



ιερέ πολεμιστή
με το κόκκινο σταυρό στο στήθος
είσαι ακόμη ρυπαρός
χαμερπής και ανόητος
χάραξες το σύμβολο της ζωής
και έγινες κιόλας ο ίδιος
θάνατος και καταστροφή


γύρισε πίσω!
άδραξε την ευκαιρία που σου δίνω
γύρισε στη πατρίδα σου
εκεί να ανακαλύψεις το βασίλειο
της καρδιάς σου
γίνε της ζωής σου σταυροφόρος
γίνε των παιδιών σου ήρωας
με την απαντοχή σου
με το άδολο χαμόγελό σου
με το ζεστό σου χάδι
και μέρεψε επιτέλους
για μια αιωνιότητα
τη καταιγίδα της ψυχής σου…



θωρακοφόρε μαχητή του Χριστού
σε απεχθάνομαι!
ήρθες να ιδρύσεις ένα μυθικό Βασίλειο
ήρθες να στοιχειώσεις τα βήματα Εκείνου
στο βρώμικό σου χνώτο
το αίμα όσων έσφαξες
στη Νίκαια
στο Δορύλαιο
στην Αντιόχεια
πηχτό το άλικο ιερό ποτάμι
ακόμα ζέχνει
πίσω από τούτη τη γυαλισμένη πανοπλία
χτυπάει του σταυρωτή η καρδιά
κι όμως
ακόμη δεν τελειώσαν όλα
γίνε ξανά παιδί!
και τότε έλα πάλι
να σε υποδεχθώ όπως σου πρέπει
γίνε ξανά παιδί
πέτα τις πανοπλίες
χαμογέλασε στον άνεμο
στη θάλασσα
στο χώμα
κι έλα ξανά
να σου ανοίξω την Πύλη για το μοναδικό Βασίλειο
του αληθινού εαυτού σου!



τολμητία πολεμιστή
με το μικρό σου ανάστημα
και τα μεγάλα όνειρα
τους κόκκινους μανδύες
τους πορφυρούς χιτώνες
σε αποδιώχνω!
τα χέρια σου στάζουν θάνατο
τα μάτια σου στάζουν λάγνα φρίκη
και σηώδεις σκέψεις
κλωθογυρίζουν στο κεφάλι σου
γύρισε πίσω!
ψάξε ξανά
βαθιά
αν θέλεις τείχη να γκρεμίσεις
γκρέμισε τα δικά σου
κι αν δεν σου κάνει ο ουρανός που άφησες
στη Νορμανδία
στη Βουλώνη
στις ακτές της Ιταλίας
φτιάξε λοιπόν ένα καινούργιο
κι αν δεν ξεδίψασες
απ’το νερό που έπινες
άντλησε απ’τα φρέατα της ψυχής σου
όση αθανασία σου απέμεινε
που να μην σε σκοτώνει!



ξανθομάλλη πορθητή του Ωραίου
φυλακισμένε ελεύθερε
γοργά βαδίζει η νύχτα σε τούτη τη γη
πρέπει να φύγω
πάνω απ΄τα θεόκτιστα τείχη
που ονειρεύεσαι να πάρεις
ξημερώνει ένας ήλιος άρρωστος
ξημερώνουν ατσάλινες ώρες
και μέρες οργής
οιμωγές αθώων
νεκρών αποφορές
ράκη ιδεών
αποστάγματα φωτιάς
του Εσταυρωμένου ο βηματισμός
του Ανθρώπου ο ρόγχος


κι έχω για αιώνες
τόσα βλέμματα να ορθώσω
κι έχω για νύχτες αναρίθμητες
τόση ελπίδα να στερεώσω…



Νοε 2009

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

χειρόγραφα


κοίταξα κάτι παλιά χειρόγραφά μου…


η ψυχή σκαρφαλωμένη στις προτάσεις

πάνω στις λέξεις

ήλιοι αρματοδρόμοι

φεγγάρια αλήτικα

τα ο

τα α

τα ω

ακόμη ζωντανά

σύμπαντα που γεννήθηκαν ένα μελαγχολικό πρωινό

να υμνήσουν την απουσία σου

κι έσβησαν ρουφηγμένα από μαύρες τρύπες

πεθαμένων άστρων

που έζησαν μια ολόφωτη δόξα

κι άφησαν γενναιόδωρη πίσω τους

μια διάπυρη τροχιά

στην Λευκή Νύχτα του σπαραγμού τους…


αίμα στάζουν τούτα τα χειρόγραφα

και αλήθεια όμως

η καρδιά αγωνιούσε να κερδίσει ανάσες

το μυαλό αγωνιζόταν

να κερδίσει διαστάσεις

τα δάχτυλα πάλευαν

να προλάβουν να χύσουν στο ταπεινό χαρτί

τη λάβα του ε ί ν α ι

τα δάκρυα πάσχιζαν

να περιγράψουν όλο το πρόσωπο…


περπατούσες κι εσύ ανάμεσά τους

είχες εκείνο το πλούσιο χαμόγελο

που έπαιρνε από τα μάτια σου

όση αθανασία του έπρεπε

κι αρμονική και ισόρροπη

πάντα

λικνιζόσουν ανάμεσα στις ώρες…

υπέροχη!…


έκλεισα κείνα τα χειρόγραφα

δεν άντεχα άλλο

να είσαι ηνίοχος του ποταμού φωτιάς

που σε διατρέχει

είναι από τη λήθη πιο δύσκολο

από τη μέθη πιο οδυνηρό

πιο σπλαχνική η φυλακή του απείρου

από όλη τούτη τη πυρετική κατάβαση


μονάχα αισθάνθηκα

καθώς κρατούσα τις σελίδες

ξανά

ακόμα μια φορά

τη πυρωμένη ανάσα σου

το δροσερό σου πυρετό

καθώς κυλούσε σαν αγέρι που δραπέτευσε

από την αιωνιότητα

πάνω στον ώμο μου

ρίγησα

γύρισα να δω…

κανείς

και έκρυψα τα φθαρμένα φύλλα

βαθιά

στον εαυτό μου…


Νοε 2009

Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

Ανθρωπομέτρης


Σάρκινα λουλούδια

φυτρώνουν σε μια άρρωστη γη

πάνω τους κόκκινες δροσοσταλίδες

ο χρόνος

δηλητηριάζει τα φύλλα

και τους μίσχους

ποτίζει με ιχώρ που αχνίζει

Σε είδα ξέρεις

στ’ όνειρό μου

γινόσουν χώμα

γινόσουν δέντρα

γινόσουν σύννεφα

γινόσουν αίμα…


Ο ανθρωπομέτρης

άπλωσε ένα λευκό μανδύα

πάνω στο πρόσωπό μας

το φως τρυπώνει μέσα από τη σκέψη

η αθανασία τρυπώνει από τη προσευχή

η αγάπη απόλυτη τιμή

και δεν αντέχει

ν’αργοπεθαίνει στο περίπου…

Σε είδα πάλι

ν’αγκαλιάζεις τον ήλιο

μονάχα με το χαμόγελό σου

καιγόσουν

γλώσσες φωτιάς

εξέχεαν τα σωθικά σου

και δεν ζητούσες να εξαγοράσεις

το πυρετό με τη δροσιά

αλλά το αύριο

με το τώρα

χωρίς να ξέρεις

πως ζούσες ξανά και ξανά

όλο το παρελθόν σου

σε μια εξάχνωση του απείρου

μόνο…


Ο ανθρωπομέτρης

άνοιξε ένα από τ’αναρίθμητα κελιά του

έβγαλε έναν ανήλικο ήλιο

στον λευκό σου κόρφο τον απίθωσε

άγγιξε τα πλευρά σου

τα φτερά σου άνοιξαν

σε άγγιξε στο πρόσωπο

και η λάμψη από την ομορφιά σου

απλώθηκε σε χίλια στερεώματα

άγγιξε το μυαλό σου

για να μπορέσεις να τον δεις

κι ύστερα

χαμογελώντας σαν μικρό παιδί

με μια του κίνηση

χώρισε το σώμα απ’το κεφάλι

και το ζεστό σου αίμα

που πλημμύρισε την μαύρη θάλασσα

του απείρου

έγινε γεννήσεις

έγινε θάνατοι

έγινε ρίγος

έγινε χώρος

έγινε άνθρωποι

ξανά…


Νοε 2009

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Στην άκρη του εντός …


Αναρωτιέμαι…

αν κάνω ένα βήμα ακόμη

εισέρχομαι στο άβατόν σου

κρημνίζομαι στο άπειρό σου

χάνομαι στο πέλαγός σου

απ’το απόλλυμαι

στο ακέραιο ίχνος

σέσωσμαι

και γκρεμισμένος

ανασαίνω τις καινούργιες

φτέρουγές μου…


αν κάνω πίσω

μένω στο άθλιο Γνωστό

στη ρυπαρή ασφάλεια της φυλακής μου

ελλιμενισμένος πνιγηρά

υγρά και ασθματικά

στο φροντισμένο

οκνηρό εαυτό μου


Ισορροπώ στο μεταίχμιο του Γνόφου

δολιχοδρομώντας ως τα σήμερα

συντροφιά με τις ριπαίες ενοχές μου

μετρώντας αμείλικτα

τα πιο χλιαρά βήματά μου

κέρδισα το προνόμιο να σε αντικρίσω

αλλά διστάζω

να εκταθώ

ως τον αφανισμό μου…


και αναρωτιέμαι ενεός

αν πάλι έξω από το ιερό σου

φιλοτεχνώ ο δειλός

το πρόσωπό σου

εγκάθειρκτος

και μοναχός

εκτός…

ή αν

στο πρόναο της αγάπης σου

πυρετικά

και άρρητα

στο γνόφο του μυαλού μου

αναδιφώ στο Άγνωστο

εντός…


Νοε2009

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009


Aιωνιότητα
άπλωσα το βλέμμα μου
στον άδειο ουρανό
η φωνή δεν βγήκε
ούτε ο λυγμός
νομίζω μόνο
πως κάποια στιγμή
ούρλιαξα μέσα μου
τόσο δυνατά
που το αίμα για λίγο
σταμάτησε να τρέχει στις φλέβες

που βρίσκεσαι;

τα χέρια μου αισθάνονται περίεργα που δεν σε αγγίζουν
το στόμα που δεν σε φιλάει
τα μάτια μου που πέσαν σε φτωχές εικόνες του κόσμου
κι όχι στο άγιο πρόσωπό σου
η ανάσα μου που δεν μπερδεύεται με την δική σου
το σώμα μου που δεν εφελκύει το δικό σου...

το τελευταίο μου δάκρυ θα φυλάξω
σου είχα πει
να πλύνω την ψυχή μου
όταν δεν θα αντέχω άλλο πια...

τα δάχτυλά μου δεν αισθάνονται πια
δεν μου μεταφέρουν ερεθίσματα ουδέτερα
τα μάτια μου αρνούνται
να παροχετεύουν την ασχήμια ολόγυρα
στο είναι μου
τα βήματά μου
έμειναν εκκρεμή
και ακρωτηριασμένα...

τα χείλη μου όμως
ακόμη
επιμένουν
να ψελλίζουν τ'όνομά σου
και η ύπαρξή μου
συνηχείται με τη δική σου
στην αιωνιότητα πια αγάπη μου
και δεν μπορεί
ούτε θέλει να κάνει αλλιώς...

Νοε 2009

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Όλα


Οι Pink Floyd στο ραδιόφωνο

"hey you

out there in the cold

can you hear me?..."


πρόσωπα μέσα σε πρόσωπα

εικόνες μέσα σε εικόνες…


ο Μπόρχες τυφλός περιδιαβαίνει ανάμεσα

σε αμέτρητους τόμους βιβλίων

που δεν μπορεί πια να διαβάσει...


Ο πατέρας με κρατά απ'το χέρι

χαμογελώντας σε κείνη τη παλιά φωτογραφία

θυμάμαι ακόμη τι μου έλεγε

κείνο το απόγευμα

[ο άνθρωπος, να ξέρεις

είναι ενδεής…]

μα κυρίως τον θυμάμαι σιωπηλό

και μόνο...


μουσικές μέσα σε μουσικές

φωνές μέσα σε φωνές


και ο Κρισναμούρτι ετοιμάζεται να φτερουγίσει

αναρωτώμενος αν μπορεί το φως

να μιλήσει για το φως

και η ενέργεια

για την ενέργεια...


Μια παρέα από ανέμελα παιδιά

συζητούν με θόρυβο

γελούν πειράζοντας ο ένας τον άλλο

καπνίζουν, τραγουδούν,

αύριο δίνουν διαγώνισμα

και αύριο είναι γέροι και λησμονημένοι

με εκατομμύρια αναμνήσεις

που έχουν μόνη συντροφιά...


στιγμές μέσα σε στιγμές

αλήθειες μέσα σε ψέματα

ψέματα μέσα σε αλήθειες


η μητέρα κλείνει στις φτερούγες της

ένα σύμπαν από δάκρυα αγάπης

έχει στα μάτια της ροδοπέταλα φωτός

έχει στο γέλιο της

φιλοτεχνήσει θνητές αθανασίες

και με περιμένει…


Οι Pink Floyd στο ραδιόφωνο

"together we stand

divided we fall…..."


όλα που υπήρξαν

για λίγο

κι ύστερα έφυγαν

για πάντα

όλα που γεννήθηκαν και ακμαία έζησαν

την ακέραιη δόξα της στιγμής

και δικαιώθηκαν σκορπίζοντας

τα απομεινάρια τους

στο τίποτα απ'όπου θα ξανάρθουν κάποτε...


2001-2009

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

20070204_coner_wallpapers_ru_gerber_1280x960_A(115184) clip_image002

clip_image002[7]

clip_image002[9]

clip_image002[11]

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009


έτσι

…θα έχει το απρόσμενο θάρρος να μου μιλήσει

κι εγώ θα Τον ακούω με μια παράξενη τρυφερότητα

όχι πως θα έχω μαγευτεί απ’την αφήγησή Του

μα θα’ναι πιο πάνω απ’τις δυνάμεις μου

να του αρνηθώ τούτη την ηδύτητα στην έκφρασή μου

και απογυμνωμένος

άοπλος

αθωράκιστος

λίγο λίγο…

θα Του παραδίνομαι


έτσι

…θα έχει το ύφος του χορτασμένου πολεμιστή

από κατακτήσεις, πολιορκήσεις, δηώσεις, βεβηλώσεις

και θα αφήνει το βλέμμα Του να ξεκουράζεται

μονάχα πάνω στην Γη

θα την αγγίζει και θα της μιλά

και θα μοιάζει σαν εραστής που απολαμβάνει

να θωπεύει την αγαπημένη του


έτσι

…και θα αποφεύγει να με βλέπει

τα μάτια Του δε θα τα ρίχνει επάνω μου

επάνω στη ντροπή

επάνω στη φτώχια μου

και θα αποφεύγει να με συναντάει στη ματιά Του…


έτσι

…νωχελικά θα με πάρει

θα με ρουφήξει

θα με πιει

χωρίς να με ρωτήσει

χωρίς να μου το πει

αναίμακτα

όπως η Μάνα του υποδέχεται το ζεστό υγρό

στα αρχαία Της σκέλια

έτσι

στα ωραία ερωτικά Του βάθη

θα με νανουρίσει…


13/12/2005

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Νημερτής


Δυναμένη

Φορεσιά απ’ το αρχαίο ύδωρ…


κλέβω απ’ το βλέμμα του Ποσειδώνα

μονάχα την ιερή οργή

ενός θεού εγκλωβισμένου

ενός ανθρώπου ξοδεμένου

ενός παιδιού αθάνατου

ενός θνητού πολεμιστή

κι εξαγοράζω δάκρυα

σταγόνες ευτυχίας

ρυτίδες από υδατώδες πυρ

πύρινα κορμιά

εωσφορικών τροχιών

στο απέραντο είναι…


(χιτώνας από νεραϊδοκλωστές

ο χρόνος πάνω μου

θωράκιο και πανοπλία μαγική

δεν ήρθα χθες

πριν από αιωνιότητες ήρθα

κι ακόμα μένω ανοιχτός

σαν πληγή απ’ την τρίαινα της Αμφιτρίτης)


Ευλιμένη

Δεν έβρισκα το δρόμο

ήμουν χαμένος

ανάμεσα σε ξάρτια κι άλμπουρα ναυαγισμένα

από μυθικές τριήρεις

των νικητών Αχαιών που ηττημένοι γύρισαν

από τη ματωμένη Τροία

πάλευα να ξεχωρίσω

ένα διάφανο ουρανό

ένα μονόκερω ολόλευκο

να με οδηγήσει

σ’ ένα λιμάνι απάνεμο

σε μια αγκαλιά ζεστή

σ’ ένα φωτισμένο αύριο

μακριά απ’ τη καταχνιά του Δία


(Το δρόμο μόχθησα να βρω

κι έχασα τον Οδυσσέα

στη φυλακή της Κίρκης

να ληστεύει τους αιώνες

με μια ματιά και μια ανάσα

καθώς η Ιθάκη αφανιζόταν

και ο μύθος ιστορία γινόταν

στο κέντημα της Πηνελόπης)


Κυματολήγη

Φορεσιά εξωτική και σπάνια

κι ένα χαμόγελο της Αφροδίτης

οι αγάπες μέσα μου

ένας Γαλαξίας ολόκληρος

στη χούφτα του Ηρακλή

και στο δρασκέλισμα της Νύχτας


συναπαντιέμαι με τον Έρωτα

αλητεύω στα σοκάκια

που πρώτος περπάτησε ο Σωκράτης

μιλώντας με τον Πλάτωνα

για την Αλήθεια και τη φύση του Είναι


Ανασαιμιές θεαινών

και αγγέλων φτερουγίσματα…


ύμνησα το θάνατό μου

και την ανάστασή μου είδαν πρώτοι

κάποιοι περίεργοι Μάγοι απ’ την Ανατολή


χωριστά το σκοτάδι απ’ το φως

χωριστά απ’ την αρχή το πέρας

χωριστά το εν απ’ το ουδέν

χωριστά κι ο κύκλος απ’ το διαβήτη


ο Πυθαγόρας με νανούρισε γλυκά

με το μονόχορδο και την τετρακτύ

κι ο Ματθαίος γυροφέρνει με τον Ιωάννη

σε πυρετικά όνειρα για τον Εσταυρωμένο


Τα κύματα θα πρέπει να ησυχάσουν

ο άνεμος να φιλιώσει με το θάνατο

ο Αδάμ να επιστρέψει στον Παράδεισο

και το νερό να παραδώσει τα σκήπτρα του στην πέτρα


Ευκράντη

Ανασηκώνω τα προσωπεία του υποκριτή

και τον αλώβητο υποκρίνομαι

έχω στ’ ακροδάχτυλά μου

πρησμένες φλέβες απ’ το Ιχώρ του Απόλλωνα

και στ’ αναφιλητά μου

με προδίδει ο σπαραγμός του Ναζωραίου ασκητή


Πρόσεχε, λέω στον εαυτό μου

να μη χαθείς σα θραύσμα

από τη γη της Ατλαντίδας

και μην απαρνηθείς στη θλίψη αυτής της προσευχής

την πρωταυγή της ύπαρξής σου


(Στο τραγούδι της Θελξιόπης

εγώ θα υποκύψω

με κερί τ’ αυτιά μου

δε θα κλείσω

είναι ο προορισμός μου

στον οργασμό του Νου ν’αφανιστώ

και τα φτερά

για τη βουτιά στην Αίτνα μου θ’ ανοίξω

έναν που έρωτα δικαιούμαι

όσο η ψυχή μου γυρεύει ν’ αναλώνεται

όσο το σώμα αντέχει να εκπυρώνεται

ακέραιο και ολόφωτο θα ζήσω)


Νημερτής

Στον πρόναο του Υδροχόου

κρύβομαι κι είμαι φανερός

είμαι ακόμη διάφανος και αναιμικός

σα πεθαμένος Σάτυρος

σαν κουρασμένος Σειληνός


στ’ αριστερά μου ξεψυχάει ο Προμηθέας

κι ανασταίνεται ο Κερασφόρος

στα δεξιά μου φάτνη ετοιμάζεται

να γίνει Αλήθεια και Οδός

στο τρίστρατο του αείποτε ξαπλώνω

να υποδεχθώ φωτιά και λάμψεις κι αίματα ηρώων

οι χρυσοφόροι Μήδες του Μεγάλου Βασιλιά

του Αλέξανδρου οι αήττητοι σαρισοφόροι

οι λεγεώνες του Ιούλιου Καίσαρα

κι οι Σταυροφόροι Ιππότες του Ναού

επάνω μου να περπατήσουν

να με μπολιάσουν με χλομά αδιέξοδα

να με σκοτώσουν άπειρες φορές

να με πουλήσουν

να με ξεγελάσουν

να’ ρθω ξανά και πάλι απ’ την αρχή

από το χθες γεμάτος

απ’ το αύριο άδειος

απ’ το κενό αιώνιος

χωρίς λαλιά ανώνυμος

χωρίς ματιά αστερέωτος

ζευγαρωμένος μόνο με τον τυφλό ποιητή

σαν ραψωδία ιερός

κι απρόσιτος…


- 2004-

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009



Συλλαβές αγάπης…


Το βραδυνό φιλί σου

κρέμεται από το πρόσωπό μου

το αγγίζω απαλά

πονάω

στάζει έναν οργισμένο έρωτα

πάθος σταλάζει

απουσία


και νιώθω τις σταγόνες να δραπετεύουν στο πάτωμα


το βραδυνό φιλί σου

γραπωμένες έχει ακόμα

μερικές λέξεις

μικρές ανάσες απ’το στόμα σου

κλεμμένες

ανάπηρες

απελπισμένες

αγκιστρωμένες στα χείλη μου

οι συλλαβές τρεμοσβήνουν στο πρωινό φως

αργοπεθαίνουν


παλεύω να τις κρατήσω ζωντανές


το βραδυνό φιλί σου

δρόσισε τούτο το μοναχικό δωμάτιο

με συλλαβές αγάπης

καταλήξεις έρωτα

σύμφωνα ερεθισμένα

σερνικά

κι ερωτευμένα φωνήεντα

παιγνιδιάρικα

και θηλυκά

και μ’έναν τρόπο μαγικό

αληθινά στο λέω

μεταμορφώνονται ξανά

σε σώματα ονειρικά

όχι τεμαχισμένα πια

ολόκληρα

και φωτεινά


στο ταπεινό

δωμάτιό μου

δεν είναι υπέροχο;


εσύ κι εγώ ξανά…


Οκτ 2009

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Falling-Spirit-1

Ίχνη Αιματογράφου…


Έτσι στεκόμουν

βουβός

τίποτα δεν σκεπτόμουν

μονάχα βίωνα

τον αρυτίδωτο πόνο

να χτίζει φράχτες

από παγωμένο χρόνο

ολόγυρά μου



Ο δολιοφθορέας

[Φεβ 2003]


Ο δολιοφθορέας

ήξερε το δρόμο

φοβόταν τις σκιές

την αίσθηση κέρδιζε

βήμα το βήμα

καθώς κρατούσε το χθες

στ’ απλωμένα του χέρια

[ανασαίνει βαριά

λαβωμένος

από ματωμένα σ’ αγαπώ]


Ο δολιοφθορέας

έκαψε τις απαιτήσεις του

ζωντάνεψε ένα μύθο ξεχασμένο

ζητιάνος έγινε

στο κόσμο των λεπρών

και αγνόησε από τα περιττά

ως και τη δύναμή του

[στην αλλαγή

θα υπάρχει ακεραιότητα

σαν κρύσταλλος αρχαίος καθαρή

σαν ελιξίριο δαιμόνων ισχυρή

αλλά καταραμένη]


Ο δολιοφθορέας

περπάτησε στο μνήμα του πατέρα του

χωρίς αιδώ

ζωγράφισε στο μάρμαρο

έναν γύπα που αιμορραγεί

από το βέλος ενός πολεμιστή φωτός

και οσμές θανάτου γεύτηκε

σαν μυρωδιά ζωής

[πεσμένος καταγής θρηνεί

ένα είδωλο που έγινε θεός θυσιασμένος]


Ο δολιοφθορέας

αρνήθηκε την ύπαρξή του

αναζητούσε τον εαυτό του

στις αναμνήσεις

στα όνειρα

στη θάλασσα των προσευχών του

σε όσα ματαιώθηκαν

και όσα ματαίωσε

[στέκεται μπρος στον εαυτό του

δεν του είναι γνωστό το είδωλό του

στο πρόσωπο που βλέπει

αναγνωρίζει

ένα φοβισμένο θάνατο

του απλώνει το χέρι στοργικά

και στου καθρέφτη το χαμόγελο

ευτυχισμένος εγκαταλείπεται]


Ο δολιοφθορέας

ένα μικρό παιδί

αγαπημένο

όμορφο

στεφανωμένο

από ήλιους άλικους

γυρνά αέναα

στον ίδιο πάντα κύκλο

είναι ο χρόνος που εκπυρώθηκε

κι έγινε περιδέραιο της Νύχτας

[ένας Ορφέας θλιμμένος

μια Ευρυδίκη αστόλιστη

ένας Χριστός ορφανεμένος

κι ένδοξος

και μια μοναξιά

σαν αιώνας

και σαν δάκρυ

στο πρόσωπο του κόσμου…]

Πρωτόγονη ορμή


Σου γράφω σ’ αγαπώ

κι αισθάνομαι

κείνη τη πρωτόγονη ορμή

όπως το αίμα χτυπάει στην αρτηρία

το ανελέητο της ζωής

και το υπέροχό της

το κραυγάζω

το δονούν όλα μου τα εσώψυχα

όπως στα μάτια

στους πόρους του είναι μου

σπαρταράει όλη η αθανασία

από τ’ αγγίγματά σου..

κι έρχεται στα δάχτυλα μεγάλο

πλατύ

ολόκληρο

και απορώ

που έχω το θράσος

την αποκοτιά

να εγγράψω

το άπειρο

σ’ ένα χαρτί…


Κι όμως

ερωτευμένος είμαι

και το κάνω…


(στην Ε...)

Παρασκευή, 09 Οκτωβρίου 2009

Μέγιστο…


ένα κλεμμένο βλέμμα

στο νερό η φωτιά βαφτίζεται

και παίρνει τ’όνομά σου


ένα ριπαίο νεύμα

αρπάζεται η γη απ΄τον ουρανό

αλλά δεν αφανίζεται


ένα βαθύ τραύμα

διατρέχει ο ήλιος το στερέωμα

και ιχνεύει

τον αφανισμό του


ένα άδειο στρώμα

αγγίζουν τα χέρια το κενό

αλλά δεν απελπίζονται


μια επίκληση άηχη

στον έρωτα που δεν γονάτισε

στα δάχτυλα του φόβου

στέγνωσε το αίμα


αλλά κι ο νύχτιος πυρετός

καλοδεχούμενος κι αυτός

σε τούτο τον ασύνορο κόσμο…


(της ανάσας σου

καθώς πατάς τη νότα

στο ΄ν΄του ονόματός μου…


…της μουσικής στους φθόγγους σου

καθώς αφηγείσαι το ελάχιστο

πριν το αφομοιώσει το Όλο

και ήδη μέγιστο είναι…)


Noe 2008-Sep 2009

Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2009




ΜΕΤΑΤΡΟΝ


«Όποιος στοχάζεται πάνω στα τέσσερα πράγματα,

καλύτερα γι αυτόν να μην είχε έρθει καθόλου

πάνω στον κόσμο. Τα πράγματα αυτά είναι:

ό,τι βρίσκεται επάνω, ό,τι βρίσκεται κάτω,

ό,τι υπήρχε πριν και ό,τι θα υπάρξει μετά»

Μισνά


Πυρακτωμένο πνεύμα

διατρέχει το νυχτερινό στερέωμα

και οι καρδιές των Αγίων Οντων

πάλλονται σε συνήχηση