Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2020



Αλκεδαμά(χ)
  
τόποι φωτός
οι ασημένιες ενοχές
πλεξούδες από μάρμαρο
στο νοτισμένο χώμα των πατέρων

αποτυπώματα
πέλματα γυμνών θεών
που δεν σταυρώθηκαν ποτέ
δεν έστερξαν τον άνθρωπο
δεν οικειώθηκαν την ανάγκη του

τόποι ομίχλης σάρκινης
σταλαγματιές ρόδινου αίματος
σύννεφα λιπαρά
αγέλαστες ημέρες

πώς να'βγει ο Διδάσκαλος
συντροφιά με το όνειρο
και την ελπίδα
για ν'αγκαλιάσει τους ανθρώπους

ως και ο Ιούδας
έχει από μέρες εξαφανισμένος
αναζητά τον αγρό του κεραμέως
να επενδύσει το χειμώνα της ψυχής του

να σπείρει θλίψη

για να θερίσει απουσία...

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2020



Έγκαυμα


ήταν το βήμα σου ήσυχο
στη ράχη της γης
κανείς δεν σε άκουσε να περπατάς
να μιλάς
ή να σωπαίνεις…
μα εγώ σε θυμάμαι
τόσο έντονα
όσο το σφυροκόπημα του αίματος
στις φλέβες μου
κι ακόμα νοιάζομαι για σένα

εάν ο ήλιος έσκυβε μια μέρα
πάνω απ’τη λησμονιά του ανθρώπου
θα του έδινα το χέρι μου
θα τον κοιτούσα ολόισια στα μάτια
ώσπου να τυφλωθώ…

χωρίς αισθήσεις
παύουν και τα ερωτήματα

μέσα στο αιώνιο έγκαυμα
σε χώρεσε ο πόνος
και σκιρτάς μονάχα πια
όταν πλένω στο νερό τις νύχτες
τις καμένες ανάσες
των φιλιών σου…





Burnt memories

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2020


[Όροι των βρόμων…]

Τι ισορροπεί εδώ μέσα…
Ήχοι… σκοτεινές δονήσεις… αυτό που έρπει μέσα στις σκιές
Αυτό που κρύβεται
Αυτό που αλλάζει πρόσωπα
Αυτό που καραδοκεί…
Τι ηχεί εδώ μέσα;
Ποια η ταραχή, ο πάταγος, η ιαχή;
Ποια ημέρα πέρασε σιωπηλή, αθέατη, μόνη;
Ποια ώρα πέρασε χωρίς να ληστέψει, να δηώσει, να σκοτώσει;

Ποιος ήσουν εσύ που αλυχτούσες κάτω απ’τα σκεπάσματα;
Ποιος σε άκουγε;
Ποιος σε θυμόταν;

Νομίζω χθες σήκωσα τον ουρανό απ’το κεφάλι μου
Νομίζω χθες έγδαρα τη νύχτα απ’τα μπράτσα μου
Και δεν απλώθηκε ούτε υποψία σκόνης στον μολυσμένο αέρα…

Τίποτε δεν βροντάει εδώ…
Οι αρτηρίες σιώπησαν
Τα χαλιά μαζεύουν υγρασία
Οι τοίχοι δεν είναι πια κάθετοι
Οι λεπτοδείχτες δεν γυρνάνε δεξιόστροφα
Το σώμα μου δεν υπακούει στη βαρύτητα…

Τίποτε δεν ανασαίνει πια εδώ μέσα…
Έχω ένα κερί που έλεγα ν’ανάψω
Να το φυτέψω στο χώμα
Να σβήσει απ’τον αγέρα του δειλινού
Ν’απομείνει μια υποψία φλογός…
Και δεν το έκανα ποτέ…

Έλεγα να μαζέψω τις κουβέρτες, τα βιβλία, τα σεντόνια
Να τα κάψω
Να πυρπολήσω όλο το σάπιο αόρατο που ενσαρκώνεται
Προτού ξημερώσει εκείνη η λιπαρή αυγή
Και με σταυρώσει ο λυγμός μου στο πάτωμα
Και τίποτε δεν έκανα…

Ποιος ήχος…
Ποιος τριγμός…
Ποιος βρόμος…


Ποιος τολμά να σηκώσει πια το ανάστημά του;



The Labyrinth

Art Print by Gilbert Claes

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2019



Πλάνες


Η ματιά μου φτάνει
ως εκεί που πεθαίνει
το χειμέριο κύμα
κι αν εκθέσω ακόμα λίγο
το υποδόριο παρελθόν μου
στον ανεμογδάρτη φθόνο
εωθινός μύθος
και αφανίζεται
μεσημβρινή φιγούρα από ομίχλη
και διαλύεται
εσπερινός πουνέντης
μεταμορφώνει τα χαλάσματα
σε ποιητική εικόνα
νυχτερινός πυρετός
και ραγδαία εξαπλώνεται…

…μέσα από τις φλέβες
που μου χάρισες… 

τι απέγιναν τα μάτια σου;
ρωγμές γέννησαν
και χάη ολόκληρα
απορρόφησες…

Τι απέγιναν τα μάτια σου;

Χυμένα σωθικά
στο εγωικό μωσαϊκό μου
οι πλάνες μου
και τούτες
έχουν μάτια πια
και ντρέπονται να με κοιτάζουν…

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2019




με την περίσσεια της πρώτης νύχτας
στα φιλιά σου
και με το μαχαίρι που έκοβες τις μέρες
καρφωμένο στο στήθος σου
μου συστήθηκες

εμπρός λοιπόν
είπα
σηκώσου
και αν σε βαστάνε οι σιωπές σου
κοίταξέ την!

έτσι
να ξέρεις
δεν τόλμησε ο μαστρωπός
χρόνος
να σε χαρακώσει…


The Seaweed Man

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019


λυγρόν ήμαρ


όλο το φως
και η έγνοια
φλεβικός ατμός

θα ξημερώσει
άλλος ενιαυτός
δόκιμος, σκληραγωγός
άνεμος που πνέει
μεσόψυχα
τυραννισμένος
μελλόνυμφος νεκρός

θα ξημερώσει
ένας άλλος εαυτός
έπαυσε ο Άρης
στάζει απ’τα όπλα του
ο Φόβος
σαρκώνεται απ’το βλέμμα του
ο Δείμος

λυγμός βροτός…

και η μέρα
πέφτει επάνω μου
γίνεται σάβανο
και μανδύας φαιός
γίνεται βράχος
γίνεται άχος
γίνεται αχός

και στη μισή καρδιά
που μού απόμεινε
έρκος βλασταίνει
και πυργώνεται ο νόμος

ζωντανός
αιώνιος
ανίκητος

δίκαιος


σιωπηλός…


Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2019


Ένα μικρό χαμόγελο
ψελλίζω
μου ήταν αρκετό
κι όμως δεν ήταν…
ποτέ δεν ήταν…
τριάντα χρόνια κρυβόμουν
στο μακελειό του αγώνα
συνωμοτούσα εναντίον σου
παρίστανα τον σύμμαχό σου…

όταν ακούω τον εαυτό μου
η φωνή βγαίνει απ’τα συρτάρια
κι απ’τους ξυσμένους τοίχους
κι απ’τα βρόμικα παράθυρα
κι απ’ τα ελεεινά παπούτσια
δεν βγαίνει από στόμα αυτή η φωνή

κι όταν με αντικρίζω
βλέπω το πρόσωπο ενός άλλου
ενός που ντύθηκε το χώμα
ενός που πλύθηκε το αγοραίο
ενός που αγόρασε ακριβά το χθες
για να το ξεπουλήσει στο αύριο

ενός που αρκείται στο ίδιο ψέμα
για να κουβαλάει την κάθε νύχτα
ως το επόμενο πρωινό

και να σηκώνει απ’το κρεβάτι
μαζί με το λερό του σώμα


και μια θηλιά από αγκάθια…


Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

Φυλακές




Αν είχες διώξει όλες τις φυλακές
κι όλα τα δεσμά είχες σπάσει
κι έμενες μονάχα με όσα ζεσταίνει ο ήλιος
στο βλέμμα σου
πάλι θ’αρνιόσουν αυτόν τον κόσμο
έτσι σ’ακούω να μου λες καμιά φορά
και δεν θυμάμαι τι σου είχα απαντήσει

Κι αν είχες απ’τον έναν άνθρωπο
αγαπήσει όλους τους ανθρώπους
πάλι φοβάμαι θα σπλαχνιζόσουν τη σκιά σου
και δεν θα περπατούσες πια
στην άνυδρη γη

Κι αν είχες λιποτακτήσει
από τον πόλεμο αυτό
που σκίζει το είναι σου στα δυο
πάλι θα ορκιζόσουν
πως ο εαυτός είναι το άθροισμα του ενός
με το μηδέν
και δεν θα έβρισκες ανάπαυση
ούτε στη νύχτα
ούτε στο φόβο…

έστω αν με ήσυχο το πνεύμα
σάρωνες τους ορίζοντες που απέμειναν
θα γλύκαινε η στιγμή και στο παρόν
θα’θελε να κουρνιάσει όλο το μέλλον
κι αύριο τίποτα…

ποιος δίνει περίσσεια σάρκας για ν’αγοράσει
έστω ένα γραμμάριο ψυχής;

…γιατί απ’τους κόλπους του Κόσμου
έρχεται η φωνή σου
και με ανταμώνει
πάνω στο σταυρό
και με δροσίζει…

νομίζω σου απάντησα
και την ερώτησή σου
δεν θυμάμαι πια …

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2019


Γιορτινές λιακάδες…

Ο ήλιος
μάς ξεγέλασε πάλι

Ν’αναρωτιόμαστε
και να ζεσταίνουμε στις χούφτες μας
το χτες
δεν αρμόζει
όταν σηκώνεται το αύριο και γυμνώνεται
πίσω απ’τα δειλά χαμόγελα…

κόκκινες λιακάδες
όλο μυρωδιές…

Ο ήλιος

μάς αφόπλισε …

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019


εκείνη την ημέρα πονούσα πολύ
είπε χαμογελώντας πικρά, μορφάζοντας
στο δήμιό της
ας πούμε
ότι το σώμα πονούσε κάπως διαφορετικά απ’το μυαλό
ναι
και το μυαλό δεν επικοινωνούσε με κανέναν…
με κανέναν λεπτοφυέστερο φορέα
αν αυτό λέγεται ψυχή
ή νους
ή πνεύμα
ή ό,τι διάολο λέγεται…

ένα αυτιστικό μυαλό
είπε ξανά και ο σκοτεινός άνθρωπος δίπλα της
έμενε ανέκφραστος
δεν συγχωρεί τον πόνο κι έτσι…
το σώμα δεν μπορούσε να ηρεμήσει
το σώμα δεν μπορούσε να αδρανήσει

όχι, δεν μπορούσε…

δεν κατάλαβα πώς…
πώς κατέβασα το μαχαίρι στο σώμα
πώς κατηύθυνα το ακονισμένο λεπίδι
στο γυμνό, ανυποψίαστο δέρμα
πώς
πώς είδα την κίνηση αυτή
και δεν τρελάθηκα
είπε
κι αναλύθηκε σε λυγμούς

ο άνθρωπος δίπλα
σιωπηλός
της σκέπασε το κορμί με το σεντόνι
της έκλεισε τα μάτια
της σφάλισε το στόμα
τόσο
ώστε να μην σπαρταράει άλλο
η Νύχτα
στα όνειρά της… 




Genesis
Victor Zamanski 

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019


[Όροι των βρόμων…]

Τι ισορροπεί εδώ μέσα…
Ήχοι… σκοτεινές δονήσεις… αυτό που έρπει μέσα στις σκιές
Αυτό που κρύβεται
Αυτό που αλλάζει πρόσωπα
Αυτό που καραδοκεί…
Τι ηχεί εδώ μέσα;
Ποια η ταραχή, ο πάταγος, η ιαχή;
Ποια ημέρα πέρασε σιωπηλή, αθέατη, μόνη;
Ποια ώρα πέρασε χωρίς να ληστέψει, να δηώσει, να σκοτώσει;

Ποιος ήσουν εσύ που αλυχτούσες κάτω απ’τα σκεπάσματα;
Ποιος σε άκουγε;
Ποιος σε θυμόταν;

Νομίζω χθες σήκωσα τον ουρανό απ’το κεφάλι μου
Νομίζω χθες έγδαρα τη νύχτα απ’τα μπράτσα μου
Και δεν απλώθηκε ούτε υποψία σκόνης στον μολυσμένο αέρα…

Τίποτε δεν βροντάει εδώ…
Οι αρτηρίες σιώπησαν
Τα χαλιά μαζεύουν υγρασία
Οι τοίχοι δεν είναι πια κάθετοι
Οι λεπτοδείχτες δεν γυρνάνε δεξιόστροφα
Το σώμα μου δεν υπακούει στη βαρύτητα…

Τίποτε δεν ανασαίνει πια εδώ μέσα…
Έχω ένα κερί που έλεγα ν’ανάψω
Να το φυτέψω στο χώμα
Να σβήσει απ’τον αγέρα του δειλινού
Ν’απομείνει μια υποψία φλογός…
Και δεν το έκανα ποτέ…

Έλεγα να μαζέψω τις κουβέρτες, τα βιβλία, τα σεντόνια
Να τα κάψω
Να πυρπολήσω όλο το σάπιο αόρατο που ενσαρκώνεται
Προτού ξημερώσει εκείνη η λιπαρή αυγή
Και με σταυρώσει ο λυγμός μου στο πάτωμα
Και τίποτε δεν έκανα…

Ποιος ήχος…
Ποιος τριγμός…
Ποιος βρόμος…


Ποιος τολμά να σηκώσει πια το ανάστημά του;



The Labyrinth

Art Print by Gilbert Claes

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2019



αόρατο σημάδι


νιώθαμε μόνοι
όλοι εμείς
στην οικογένεια των ανθρώπων

πέρασαν αιώνες
να μηρυκάζουμε
τις διδαχές των προγόνων
ν' αφηγούμαστε τη διαδρομή του ήλιου
να πλένουμε τις ανάσες μας
με το θνητό νερό
του αθάνατου έρωτα
και να μαζεύουμε αγωνία
στα πνευμόνια μας

οι μέρες μεγάλες
οι νύχτες απέραντες

ώσπου εμφανίστηκε εκείνος
που είχε στα χέρια του ρόδα
και στο χαμόγελό του
αρμαθιές φωτός
στο στοχασμό του
αναπαύτηκε η απληστία μας
τα λόγια του
ξελόγιασαν τις προσευχές μας
στα κύτταρά του
είδαμε τα πρόσωπά μας

και διάλεξε εφτά όνειρα
κι εφτά εφιάλτες          
τα πήρε μαζί του ένα πρωινό
που έστεκε ο ήλιος στο κατώφλι
και δεν έκαιγε
αλλά μας χάιδευε απαλά

κι είπε πως μ'αυτά
θα αρδεύσει όλα τα σύμπαντα
και όλα τα στερεώματα του απείρου

κι όταν γυρίσει
θα τον γνωρίσουμε
θα'χει μιλιά σαν τη δική μας
θα'ναι όμορφος σαν έφηβος
και γυμνός
σαν τις νύχτιες σκέψεις μας

κι εκείνος που θα τον φιλοξενήσει πρώτος
στο δώμα του
θα γίνει ο επόμενος
κείνος με το αόρατο σημάδι στο μέτωπο
και την οσμή του αίματος στη σάρκα
αυτός θα'ναι
που θα διαλέξει όνειρα κι ελπίδες
για να μπολιάσει όλους τους ουρανούς
με το λυγμό του ανθρώπου...





Waiting for a drop

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019


Το Άδειο


Θυμάμαι λοιπόν εκείνη τη μέρα
που έφυγες

δεν θα υποκύψω στον ελεεινό πειρασμό
να την αποκαλέσω αποφράδα
όπως βραβεύει κάποιος μεγαλαυχώντας
σαν επηρμένος αθλοθέτης
τον έσχατο με το αριστείο του πρώτου

το βήμα σου που άνοιξες
για να μπεις στο τελευταίο λεωφορείο
κάπως βιαστική
κι όχι ακριβώς
λυπημένη
περισσότερο αμήχανη

‘θα τα πούμε’
μα ποτέ δεν τα’παμε ξανά
το ξέραμε

από τον ήχο των ανθρώπων
ολόγυρα
από το βάρος του ουρανού
πόσο παράξενο!
από την έλλειψη οξυγόνου

το νιώθαμε

‘να τα λέμε’
και ποτέ δεν τα’παμε ξανά

βλέπεις η σιωπή
είχε ένα κύρος και μια ιερότητα
σαν στοργική τροφός
που τρυφερά το σκέπασε
αυτό το ιλιγγιώδες χάσμα που ανοιγόταν

και δεν τολμήσαμε ποτέ
να την ταράξουμε

‘τα λέμε λοιπόν’
και κρεμόταν απ’τα χείλη μας
το Άδειο