Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019


Ένα μικρό χαμόγελο
ψελλίζω
μου ήταν αρκετό
κι όμως δεν ήταν…
ποτέ δεν ήταν…
τριάντα χρόνια κρυβόμουν
στο μακελειό του αγώνα
συνωμοτούσα εναντίον σου
παρίστανα τον σύμμαχό σου…

όταν ακούω τον εαυτό μου
η φωνή βγαίνει απ’τα συρτάρια
κι απ’τους ξυσμένους τοίχους
κι απ’τα βρόμικα παράθυρα
κι απ’ τα ελεεινά παπούτσια
δεν βγαίνει από στόμα αυτή η φωνή

κι όταν με αντικρίζω
βλέπω το πρόσωπο ενός άλλου
ενός που ντύθηκε το χώμα
ενός που πλύθηκε το αγοραίο
ενός που αγόρασε ακριβά το χθες
για να το ξεπουλήσει στο αύριο

ενός που αρκείται στο ίδιο ψέμα
για να κουβαλάει την κάθε νύχτα
ως το επόμενο πρωινό

και να σηκώνει απ’το κρεβάτι
μαζί με το λερό του σώμα

και μια θηλιά από αγκάθια…

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019


Αιώρηση…


Σε κοιτούσα σιωπηλός
είχες δεσμεύσει ένα τεταρτημόριο αυγής
και μια χούφτα πλούσιο χώμα αλήθειας
αλλά δίσταζες
δίσταζες πολύ να το προσφέρεις…

Σε κοιτούσα σιωπηλός
αλλά ούρλιαζα στο υπόγειο της ψυχής μου
ένα βλέμμα εμπρός
μια λέξη πίσω
ένα ίσως ή ένα πως
τα χείλη σου υγρά
αναποφάσιστα όμως…

Τα δάχτυλά σου
μικρά παιδιά του ήλιου
έμπαιναν στα σωθικά μου
και αιφνίδια
λευτέρωναν τις αιχμάλωτες ανάσες μου…

Δεν το’ξερα αγάπη μου
τυφλός περπατούσα
στο καταχείμωνο της νύχτας μου
με τα χέρια στις τσέπες του ορίζοντα

Δεν το’ξερα

πριν από τούτη την αιώρηση
στο αντάμωμα του αιώνιου
με το φθαρτό
σε κείνη την αδιόρατη αιχμή
που ίσα χωρά η στερεότητα
μιας ολόκληρης στιγμής
πως δεν υπήρξα ακέραιος ποτέ μου
ποτέ μου στ’αλήθεια

Ζωντανός…




Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019



Χορευτές


Είμαι τυφλός
όσο θυμάμαι τον εαυτό μου

έχω για μάτια δέκα δάχτυλα
και όλους του σώματος τους πόρους
ανοιχτούς
ν' απορροφώ τον κόσμο

δεν θα με πεις γυμνό
μόνο ανυπόδητο ίσως
θέλω να περπατώ στην απειρομήκη τούτη ερημιά
και να την νιώθω στο είναι μου
θέλω να περπατάει κι εκείνη μέσα
στο δικό μου απέραντο…

πάνε χρόνια
δεν θυμάμαι πόσα
που κάποια μέρα
περιπλανώμενος
η δουλειά μου είναι
έφτασα σε τούτο το Ναό
έτσι τον λέω κι ας μην είναι
χωμένος στο κόρφο του Αγνώστου
έρημο τον οσμίστηκα
να μην ανασαίνει
ούτε την αποφορά του χρόνου

δεν περιγράφεται η άφατη χαρά μου
όταν αγκάλιασα
κείνο τον χοντρό κίονα
με τις κάθετες ρυτίδες
να’ρχονται από τον ουρανό
και να μετρούν ως κάτω χαμηλά
το δέος μου
και την απαντοχή μου
έκλαιγα
σα μικρό παιδί
και αγκαλιά κοιμήθηκα κείνο το βράδυ
στη παγωνιά του Απείρου
αλλά ζεστός
στα μέσα μου
πρώτη φορά…

πέρασαν μήνες
πέρασαν λέω
χρόνια
και γύρισα τούτο τον περίπτερο ναό
ολόγυρα
μια θάλασσα από κίονες
ένας ωκεανός σκληρά ποδάρια

πιο μέσα
έλεγα
θα ρθει η στιγμή να πάω πιο μέσα
μπας κι αφουγκραστώ τα σώψυχά του
μπας και με αγγίξει η ανάσα του
κάνε το βήμα
έλεγα στον εαυτό μου
μην το φοβάσαι
το βήμα στα εντόσθιά του…

πέρασαν μήνες
λέω
και χρόνια
ποιος να μετράει το αμέτρητο
και δεν το αποφάσιζα
δειλός ο ερημίτης εαυτός μου
περίμενε την κλήση
κείνη τη μυστήρια αρχαία φωνή
που σε καλεί
που σε πέμπει
που σε ορμηνεύει…
περίμενα
γερνούσα
πέθαινα
για τούτο ζούσα…

τα πόδια μου άλλο δεν βαστούσαν
και ήρθε η ευλογημένη μέρα
που ξύπνησα σαν σε έκρηξη μιας θύελλας στο κεφάλι μου

έλα
το άκουσα ολοκάθαρα
έλα λοιπόν!

Προχώρησα
έψαξα
έβλεπαν τα κουρασμένα δάχτυλα
καλά ακόμα
το έμπα του ναού
σαν στόμα με περίμενε
ορθάνοιχτο
έστησα αυτί
άδειασα το θόρυβο από τα μέσα μου
σταμάτησα το χτύπο της καρδιάς μου
έστησα το είναι μου
και
άκουσα…

έλα
προχώρα!
και μπήκα

…με βήματα ισχνά
με πόδια βρόμικα
με τη ψυχή στο στόμα
μπήκα
και όλο το σύμπαν χόρευε γύρω μου
τούτος ο ναός
ήταν ακόμα ζωντανός!

Ένιωσα χρώματα
και μυρωδιές!
ένιωσα φωτιές
ένιωσα δίχτυα χρόνου
και ανθρώπων ιαχές
τίποτα δεν καταλάβαινα
μονάχα
τι παράξενο
τα πόδια μου αλαφρώναν
σηκώθηκαν από το πάτωμα
το σώμα μου σαν παιδιού μικρού
το ένιωσα να πλημμυρίζει ρώμη
χυνόταν μέσα μου ζωή
ζωή άγρια
με θράσος
με παφλασμό

είσαι έρωτας!
φώναξα
κι ήξερα
πρώτη μου φορά
για τι μιλούσα

τα χείλη μου
συσπάστηκαν σ’ένα μορφασμό πρωτόφαντο
που είχα ξεχάσει
χαμογελούσα
και ύστερα γελούσα
κι άρχισα να χορεύω
να στροβιλίζομαι
να πλημμυρίζω ποταμούς
στις φλέβες μου
να σκάσω πήγαινα
βούτηξα
σε χείμαρρο άστρων
και λίμνες από ασημένιες Νύχτες

οράματα από κοπέλες δροσερές
χτύπησαν τον έφηβο εαυτό μου
κι ένιωσα το μυρμήγκιασμα εκείνο
της ζωής ανάμεσα στα πόδια μου
με διαπέρασαν
καταρράκτες άπληστοι
από εικόνες
πρόσωπα
γνωστά
μα περισσότερο άγνωστα
άνθρωποι
θεοί
άγγελοι
δαίμονες

ζωές
θάνατοι
το χτες
το αύριο
το μηδέν
το ένα…

γέμιζα
ολοένα γέμιζα
χόρευα
ολοένα χόρευα…

το τελευταίο που θυμάμαι
ο δόλιος
είναι το αίμα μου
να αχνοφέγγει
να αλλάζει χρώματα
σαν Βόρειο Σέλας
και να με περιγράφει
ένα δάχτυλο
στο στερέωμα
και κάτω
στο πάτωμα
το άδειο μου κουφάρι
εγώ!

έβλεπα!

σε κλάσματα απειροστών στιγμών
σε μια φωλιά του Άχρονου
ρουφήχτηκα
σαν σκόνη στις ρωγμές των τοίχων
και έβλεπα
ξανά και ξανά
τον γέροντα εαυτό μου
στον πιο τρελό χορό
χοροπηδώντας πάνω στο περίεργο ψηφιδωτό
που στόλιζε ο αρχαίος αυτός Ναός

εμένα
και γύρω μου
χιλιάδες άνθρωποι
χορευτές ακίνητοι
ψηφίδες
κεφάλια
χαμόγελα
μάτια ορθάνοιχτα
χορευτές
όλοι μας χορευτές
κι όλοι ακίνητοι!

Είδα
και χαμογέλασα
ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός

δεν μπόρεσα να μην αναλυθώ
σε κλάματα
σε γέλια
σε κραυγές επίγνωσης!

ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός
ένας αέναος
τρελός
χορός…



Τρίτη, 12 Μαρτίου 2019


Πιθανώς να ξεγελάστηκα 
δεν το αποκλείω

όσο εγώ ειρωνευόμουν τους εμπειριστές
για τη λαγνεία της αφής
κάποιος δραπέτης μυστικός
βυσσοδομούσε εναντίον μου
ετοίμαζε μεθοδικά
επαφές στεγνότητας
πέμπτου τύπου!

Και να σκεφτεί κανείς
πως διαθέτω τις κατάλληλες άμυνες
απέναντι στον βιασμό του ε ί ν α ι μου
από τους λακέδες Ιουστίνους της γενιάς μου!

ανώφελος αποδείχθηκε
κάθε πραγματιστής λογισμός μου
είχε την ρυπαρή συνάφεια με το Γνωστό
που κάνει τον στοχασμό τον ίδιο
να μοιάζει με μακρόχρονη έρευνα πηγής φωτός
σε καλοκαιρινό δωμάτιο…

απροσκύνητος αν μένεις
είπα
σε κάποια διάνοια
σε κάποια Αυθεντία
σε κάποια Αρχή
έχεις παρόλα αυτά απλήρωτο ακόμη
το χρέος των ολολυγμών της ήττας
και το βλέμμα θολό
απ'το απρόσμενο θαύμα…

έχεις τα δυο σου χέρια
ξεκίνησε από κει
έχεις το όνειρο ακόμη
κάποιος φωνάζει μέσα σου
αγνόησέ τον!

Το όνειρο γεννιέται στη σιωπή


Κι εσύ φλυαρείς ακόμη!!





Cutting Corners
Redmere Photography 

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019



Σηκώθηκε όλη η γη
Τα χώματα, οι ρίζες, τα κόκαλα…
Σηκώθηκε και όρθωσε το ανάστημά της…

Να είσαι θυμωμένος, να είσαι απροσπέλαστος

Έχεις ακόμη εκείνο το αρχαίο βλέμμα;
Δεν το έχασες κλέβοντας μέρες απ’τη Νύχτα;
Δεν το λησμόνησες μέσα στα μαστάρια της Κίρκης;
Έχεις ακόμα βλέμμα;

Να είσαι η πλημμύρα που έρχεται
Όχι το ρημαγμένο κοιμητήριο που απέμεινε…

Και  αν επιστρέψει ο αδελφός σου κάποτε
Από εκείνη τη νέκυια που τον στοίχειωνε από παιδί
Μην πάρεις στα χέρια σου όσα θα φέρει μαζί του
Μην τον αλλοιώσεις με τη λιπαρή σου ευωχία

Να είσαι η τρικυμία που καταστρέφει
Να είσαι υετός φωτιάς
Όχι το πρόθυμο καταφύγιο της υγρής ραστώνης…

Δες
Απ’το παράθυρό σου ο κόσμος
Άλλαξε…





The Bunker

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019



εκείνη την ημέρα πονούσα πολύ
είπε χαμογελώντας πικρά, μορφάζοντας
στο δήμιό της
ας πούμε
ότι το σώμα πονούσε κάπως διαφορετικά απ’το μυαλό
ναι
και το μυαλό δεν επικοινωνούσε με κανέναν…
με κανέναν λεπτοφυέστερο φορέα
αν αυτό λέγεται ψυχή
ή νους
ή πνεύμα
ή ό,τι διάολο λέγεται…

ένα αυτιστικό μυαλό
είπε ξανά και ο σκοτεινός άνθρωπος δίπλα της
έμενε ανέκφραστος
δεν συγχωρεί τον πόνο κι έτσι…
το σώμα δεν μπορούσε να ηρεμήσει
το σώμα δεν μπορούσε να αδρανήσει

όχι, δεν μπορούσε…

 δεν κατάλαβα πώς…
πώς κατέβασα το μαχαίρι στο σώμα
πώς κατηύθυνα το ακονισμένο λεπίδι
στο γυμνό, ανυποψίαστο δέρμα
πώς
πώς είδα την κίνηση αυτή
και δεν τρελάθηκα
είπε
κι αναλύθηκε σε λυγμούς

ο άνθρωπος δίπλα
σιωπηλός
της σκέπασε το κορμί με το σεντόνι
της έκλεισε τα μάτια
της σφάλισε το στόμα
τόσο
ώστε να μην σπαρταράει άλλο
η Νύχτα
στα όνειρά της… 




Genesis
Victor Zamanski 

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2019



αόρατο σημάδι


νιώθαμε μόνοι
όλοι εμείς
στην οικογένεια των ανθρώπων

πέρασαν αιώνες

να μηρυκάζουμε
τις διδαχές των προγόνων
ν' αφηγούμαστε τη διαδρομή του ήλιου
να πλένουμε τις ανάσες μας
με το θνητό νερό
του αθάνατου έρωτα
και να μαζεύουμε αγωνία
στα πνευμόνια μας

οι μέρες μεγάλες

οι νύχτες απέραντες

ώσπου εμφανίστηκε εκείνος

που είχε στα χέρια του ρόδα
και στο χαμόγελό του
αρμαθιές φωτός
στο στοχασμό του
αναπαύτηκε η απληστία μας
τα λόγια του
ξελόγιασαν τις προσευχές μας
στα κύτταρά του
είδαμε τα πρόσωπά μας

και διάλεξε εφτά όνειρα

κι εφτά εφιάλτες          
τα πήρε μαζί του ένα πρωινό
που έστεκε ο ήλιος στο κατώφλι
και δεν έκαιγε
αλλά μας χάιδευε απαλά

κι είπε πως μ'αυτά

θα αρδεύσει όλα τα σύμπαντα
και όλα τα στερεώματα του απείρου

κι όταν γυρίσει

θα τον γνωρίσουμε
θα'χει μιλιά σαν τη δική μας
θα'ναι όμορφος σαν έφηβος
και γυμνός
σαν τις νύχτιες σκέψεις μας

και κείνος που θα τον φιλοξενήσει πρώτος

στο δώμα του
θα γίνει ο επόμενος
κείνος με το αόρατο σημάδι στο μέτωπο
και την οσμή του αίματος στη σάρκα
αυτός θα'ναι
που θα διαλέξει όνειρα κι ελπίδες
για να μπολιάσει όλους τους ουρανούς

με το λυγμό του ανθρώπου...




Waiting for a drop