Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2019



Πλάνες


Η ματιά μου φτάνει
ως εκεί που πεθαίνει
το χειμέριο κύμα
κι αν εκθέσω ακόμα λίγο
το υποδόριο παρελθόν μου
στον ανεμογδάρτη φθόνο
εωθινός μύθος
και αφανίζεται
μεσημβρινή φιγούρα από ομίχλη
και διαλύεται
εσπερινός πουνέντης
μεταμορφώνει τα χαλάσματα
σε ποιητική εικόνα
νυχτερινός πυρετός
και ραγδαία εξαπλώνεται…

…μέσα από τις φλέβες
που μου χάρισες… 

τι απέγιναν τα μάτια σου;
ρωγμές γέννησαν
και χάη ολόκληρα
απορρόφησες…

Τι απέγιναν τα μάτια σου;

Χυμένα σωθικά
στο εγωικό μωσαϊκό μου
οι πλάνες μου
και τούτες
έχουν μάτια πια
και ντρέπονται να με κοιτάζουν…

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2019




με την περίσσεια της πρώτης νύχτας
στα φιλιά σου
και με το μαχαίρι που έκοβες τις μέρες
καρφωμένο στο στήθος σου
μου συστήθηκες

εμπρός λοιπόν
είπα
σηκώσου
και αν σε βαστάνε οι σιωπές σου
κοίταξέ την!

έτσι
να ξέρεις
δεν τόλμησε ο μαστρωπός
χρόνος
να σε χαρακώσει…


The Seaweed Man

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019


λυγρόν ήμαρ


όλο το φως
και η έγνοια
φλεβικός ατμός

θα ξημερώσει
άλλος ενιαυτός
δόκιμος, σκληραγωγός
άνεμος που πνέει
μεσόψυχα
τυραννισμένος
μελλόνυμφος νεκρός

θα ξημερώσει
ένας άλλος εαυτός
έπαυσε ο Άρης
στάζει απ’τα όπλα του
ο Φόβος
σαρκώνεται απ’το βλέμμα του
ο Δείμος

λυγμός βροτός…

και η μέρα
πέφτει επάνω μου
γίνεται σάβανο
και μανδύας φαιός
γίνεται βράχος
γίνεται άχος
γίνεται αχός

και στη μισή καρδιά
που μού απόμεινε
έρκος βλασταίνει
και πυργώνεται ο νόμος

ζωντανός
αιώνιος
ανίκητος

δίκαιος


σιωπηλός…


Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2019


Ένα μικρό χαμόγελο
ψελλίζω
μου ήταν αρκετό
κι όμως δεν ήταν…
ποτέ δεν ήταν…
τριάντα χρόνια κρυβόμουν
στο μακελειό του αγώνα
συνωμοτούσα εναντίον σου
παρίστανα τον σύμμαχό σου…

όταν ακούω τον εαυτό μου
η φωνή βγαίνει απ’τα συρτάρια
κι απ’τους ξυσμένους τοίχους
κι απ’τα βρόμικα παράθυρα
κι απ’ τα ελεεινά παπούτσια
δεν βγαίνει από στόμα αυτή η φωνή

κι όταν με αντικρίζω
βλέπω το πρόσωπο ενός άλλου
ενός που ντύθηκε το χώμα
ενός που πλύθηκε το αγοραίο
ενός που αγόρασε ακριβά το χθες
για να το ξεπουλήσει στο αύριο

ενός που αρκείται στο ίδιο ψέμα
για να κουβαλάει την κάθε νύχτα
ως το επόμενο πρωινό

και να σηκώνει απ’το κρεβάτι
μαζί με το λερό του σώμα


και μια θηλιά από αγκάθια…


Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

Φυλακές




Αν είχες διώξει όλες τις φυλακές
κι όλα τα δεσμά είχες σπάσει
κι έμενες μονάχα με όσα ζεσταίνει ο ήλιος
στο βλέμμα σου
πάλι θ’αρνιόσουν αυτόν τον κόσμο
έτσι σ’ακούω να μου λες καμιά φορά
και δεν θυμάμαι τι σου είχα απαντήσει

Κι αν είχες απ’τον έναν άνθρωπο
αγαπήσει όλους τους ανθρώπους
πάλι φοβάμαι θα σπλαχνιζόσουν τη σκιά σου
και δεν θα περπατούσες πια
στην άνυδρη γη

Κι αν είχες λιποτακτήσει
από τον πόλεμο αυτό
που σκίζει το είναι σου στα δυο
πάλι θα ορκιζόσουν
πως ο εαυτός είναι το άθροισμα του ενός
με το μηδέν
και δεν θα έβρισκες ανάπαυση
ούτε στη νύχτα
ούτε στο φόβο…

έστω αν με ήσυχο το πνεύμα
σάρωνες τους ορίζοντες που απέμειναν
θα γλύκαινε η στιγμή και στο παρόν
θα’θελε να κουρνιάσει όλο το μέλλον
κι αύριο τίποτα…

ποιος δίνει περίσσεια σάρκας για ν’αγοράσει
έστω ένα γραμμάριο ψυχής;

…γιατί απ’τους κόλπους του Κόσμου
έρχεται η φωνή σου
και με ανταμώνει
πάνω στο σταυρό
και με δροσίζει…

νομίζω σου απάντησα
και την ερώτησή σου
δεν θυμάμαι πια …

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2019


Γιορτινές λιακάδες…

Ο ήλιος
μάς ξεγέλασε πάλι

Ν’αναρωτιόμαστε
και να ζεσταίνουμε στις χούφτες μας
το χτες
δεν αρμόζει
όταν σηκώνεται το αύριο και γυμνώνεται
πίσω απ’τα δειλά χαμόγελα…

κόκκινες λιακάδες
όλο μυρωδιές…

Ο ήλιος

μάς αφόπλισε …

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019


εκείνη την ημέρα πονούσα πολύ
είπε χαμογελώντας πικρά, μορφάζοντας
στο δήμιό της
ας πούμε
ότι το σώμα πονούσε κάπως διαφορετικά απ’το μυαλό
ναι
και το μυαλό δεν επικοινωνούσε με κανέναν…
με κανέναν λεπτοφυέστερο φορέα
αν αυτό λέγεται ψυχή
ή νους
ή πνεύμα
ή ό,τι διάολο λέγεται…

ένα αυτιστικό μυαλό
είπε ξανά και ο σκοτεινός άνθρωπος δίπλα της
έμενε ανέκφραστος
δεν συγχωρεί τον πόνο κι έτσι…
το σώμα δεν μπορούσε να ηρεμήσει
το σώμα δεν μπορούσε να αδρανήσει

όχι, δεν μπορούσε…

δεν κατάλαβα πώς…
πώς κατέβασα το μαχαίρι στο σώμα
πώς κατηύθυνα το ακονισμένο λεπίδι
στο γυμνό, ανυποψίαστο δέρμα
πώς
πώς είδα την κίνηση αυτή
και δεν τρελάθηκα
είπε
κι αναλύθηκε σε λυγμούς

ο άνθρωπος δίπλα
σιωπηλός
της σκέπασε το κορμί με το σεντόνι
της έκλεισε τα μάτια
της σφάλισε το στόμα
τόσο
ώστε να μην σπαρταράει άλλο
η Νύχτα
στα όνειρά της… 




Genesis
Victor Zamanski 

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019


[Όροι των βρόμων…]

Τι ισορροπεί εδώ μέσα…
Ήχοι… σκοτεινές δονήσεις… αυτό που έρπει μέσα στις σκιές
Αυτό που κρύβεται
Αυτό που αλλάζει πρόσωπα
Αυτό που καραδοκεί…
Τι ηχεί εδώ μέσα;
Ποια η ταραχή, ο πάταγος, η ιαχή;
Ποια ημέρα πέρασε σιωπηλή, αθέατη, μόνη;
Ποια ώρα πέρασε χωρίς να ληστέψει, να δηώσει, να σκοτώσει;

Ποιος ήσουν εσύ που αλυχτούσες κάτω απ’τα σκεπάσματα;
Ποιος σε άκουγε;
Ποιος σε θυμόταν;

Νομίζω χθες σήκωσα τον ουρανό απ’το κεφάλι μου
Νομίζω χθες έγδαρα τη νύχτα απ’τα μπράτσα μου
Και δεν απλώθηκε ούτε υποψία σκόνης στον μολυσμένο αέρα…

Τίποτε δεν βροντάει εδώ…
Οι αρτηρίες σιώπησαν
Τα χαλιά μαζεύουν υγρασία
Οι τοίχοι δεν είναι πια κάθετοι
Οι λεπτοδείχτες δεν γυρνάνε δεξιόστροφα
Το σώμα μου δεν υπακούει στη βαρύτητα…

Τίποτε δεν ανασαίνει πια εδώ μέσα…
Έχω ένα κερί που έλεγα ν’ανάψω
Να το φυτέψω στο χώμα
Να σβήσει απ’τον αγέρα του δειλινού
Ν’απομείνει μια υποψία φλογός…
Και δεν το έκανα ποτέ…

Έλεγα να μαζέψω τις κουβέρτες, τα βιβλία, τα σεντόνια
Να τα κάψω
Να πυρπολήσω όλο το σάπιο αόρατο που ενσαρκώνεται
Προτού ξημερώσει εκείνη η λιπαρή αυγή
Και με σταυρώσει ο λυγμός μου στο πάτωμα
Και τίποτε δεν έκανα…

Ποιος ήχος…
Ποιος τριγμός…
Ποιος βρόμος…


Ποιος τολμά να σηκώσει πια το ανάστημά του;



The Labyrinth

Art Print by Gilbert Claes

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2019



αόρατο σημάδι


νιώθαμε μόνοι
όλοι εμείς
στην οικογένεια των ανθρώπων

πέρασαν αιώνες
να μηρυκάζουμε
τις διδαχές των προγόνων
ν' αφηγούμαστε τη διαδρομή του ήλιου
να πλένουμε τις ανάσες μας
με το θνητό νερό
του αθάνατου έρωτα
και να μαζεύουμε αγωνία
στα πνευμόνια μας

οι μέρες μεγάλες
οι νύχτες απέραντες

ώσπου εμφανίστηκε εκείνος
που είχε στα χέρια του ρόδα
και στο χαμόγελό του
αρμαθιές φωτός
στο στοχασμό του
αναπαύτηκε η απληστία μας
τα λόγια του
ξελόγιασαν τις προσευχές μας
στα κύτταρά του
είδαμε τα πρόσωπά μας

και διάλεξε εφτά όνειρα
κι εφτά εφιάλτες          
τα πήρε μαζί του ένα πρωινό
που έστεκε ο ήλιος στο κατώφλι
και δεν έκαιγε
αλλά μας χάιδευε απαλά

κι είπε πως μ'αυτά
θα αρδεύσει όλα τα σύμπαντα
και όλα τα στερεώματα του απείρου

κι όταν γυρίσει
θα τον γνωρίσουμε
θα'χει μιλιά σαν τη δική μας
θα'ναι όμορφος σαν έφηβος
και γυμνός
σαν τις νύχτιες σκέψεις μας

κι εκείνος που θα τον φιλοξενήσει πρώτος
στο δώμα του
θα γίνει ο επόμενος
κείνος με το αόρατο σημάδι στο μέτωπο
και την οσμή του αίματος στη σάρκα
αυτός θα'ναι
που θα διαλέξει όνειρα κι ελπίδες
για να μπολιάσει όλους τους ουρανούς
με το λυγμό του ανθρώπου...





Waiting for a drop

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019


Το Άδειο


Θυμάμαι λοιπόν εκείνη τη μέρα
που έφυγες

δεν θα υποκύψω στον ελεεινό πειρασμό
να την αποκαλέσω αποφράδα
όπως βραβεύει κάποιος μεγαλαυχώντας
σαν επηρμένος αθλοθέτης
τον έσχατο με το αριστείο του πρώτου

το βήμα σου που άνοιξες
για να μπεις στο τελευταίο λεωφορείο
κάπως βιαστική
κι όχι ακριβώς
λυπημένη
περισσότερο αμήχανη

‘θα τα πούμε’
μα ποτέ δεν τα’παμε ξανά
το ξέραμε

από τον ήχο των ανθρώπων
ολόγυρα
από το βάρος του ουρανού
πόσο παράξενο!
από την έλλειψη οξυγόνου

το νιώθαμε

‘να τα λέμε’
και ποτέ δεν τα’παμε ξανά

βλέπεις η σιωπή
είχε ένα κύρος και μια ιερότητα
σαν στοργική τροφός
που τρυφερά το σκέπασε
αυτό το ιλιγγιώδες χάσμα που ανοιγόταν

και δεν τολμήσαμε ποτέ
να την ταράξουμε

‘τα λέμε λοιπόν’
και κρεμόταν απ’τα χείλη μας
το Άδειο

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2019


υδράργυρη κοίτη



Μου είπε και η φωνή του έτρεμε:
Ο λόγος, να ξέρεις
που τόσοι άνθρωποι απέμειναν μόνοι
και μόνοι βιώνουν όλο αυτό που τους ζώνει
δεν είναι πως μίσησαν τον κόσμο
και τους ανθρώπους εχθρεύονται
υπάρχουν μέρες που λιμοκτονούν
απλά και μόνο για μια αγκαλιά
για ένα κράτημα στο χέρι
για ένα χαμόγελο
απροϋπόθετο
είναι γιατί όλος αυτός ο κόσμος
είναι πελώριος, ασύλληπτος
και δεν το αντέχουν
η αναμέτρηση είναι ασύμμετρη
η ήττα βέβαιη
η συντριβή αναπόδραστη
κι ο έξω κόσμος
κι ο μέσα τους το περισσότερο
αν τώρα αναρωτιέσαι…
γιατί όσο περνούν τα χρόνια
θα το δεις κι εσύ
το έξω ολοένα και μικραίνει
και το εντός σου
μεγαλώνει και το χειρότερο
αγριεύει
και σε απειλεί με αφανισμό
όχι ο ξένος
ο άγνωστος
μα ο ίδιος ο εαυτός σου
όσα που πρόδωσες
έρχονται σαν άρπυιες τις νύχτες στα όνειρά σου
όσα που εγκατέλειψες
γίνονται σκιές στο νου
όσα που λησμόνησες
τώρα θυμάσαι και τρέμεις…
Και η μάχη σιωπηλή
που κανένας δεν την άκουσε ή θα την ακούσει
που ποτέ κανείς δεν είδε
ή θα δει
βιώνεται ολόκληρη
άγρια και θυελλική
εντός σου…
Κι έτσι
μην τους κακιώνεις
και μην παρεξηγείς
το βλοσυρό το βλέμμα
τις μισές κουβέντες
δεν απευθύνονται σε σένα
σε κανένα
είναι που μέσα επιστρέφουν
κι έρχονται πάλι πίσω
σαν κραυγές
και γίνονται κάποτε οιμωγές
και λυγμοί και κόμποι
την ανάσα κόβουν
το χτύπο της καρδιάς
τη γλυκιά καλημέρα σκοτώνουν
τα βράδια οι αποχαιρετισμοί
ο ύπνος στο ιδρωμένο στρώμα
ο έρωτας
στο στεγνωμένο στόμα…
κι έτσι
μην τους παρεξηγείς
μην τους κακιώνεις
που σου αρνούνται κάποια επαφή
και κάποια σχέση
παλεύουν διαρκώς
μάχονται
δεν αναπαύονται στιγμή
και δεν στο λένε
από συμπόνια…
και δεν το μοιράζονται
από στοργή…
και δεν το μοιράζονται
μα το άχθος ολόκληρο βαστάνε
και περπατάνε ως της Αίτνας το στεφάνι
ως του Αχέροντα την υδράργυρη κοίτη
μοναχοί…

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019



Συλλαβές αγάπης…


Το βραδινό φιλί σου
κρέμεται απ' το πρόσωπό μου
το αγγίζω απαλά
πονάω
στάζει έναν οργισμένο έρωτα
πάθος σταλάζει
απουσία

και νιώθω τις σταγόνες να δραπετεύουν στο πάτωμα

το βραδινό φιλί σου
γραπωμένες έχει ακόμα
μερικές λέξεις
μικρές ανάσες απ’το στόμα σου
κλεμμένες
ανάπηρες
απελπισμένες
αγκιστρωμένες στα χείλη μου
οι συλλαβές τρεμοσβήνουν στο πρωινό φως
αργοπεθαίνουν

παλεύω να τις κρατήσω ζωντανές

το βραδινό φιλί σου
δρόσισε τούτο το μοναχικό δωμάτιο
με συλλαβές αγάπης
καταλήξεις έρωτα
σύμφωνα ερεθισμένα
σερνικά
κι ερωτευμένα φωνήεντα
παιγνιδιάρικα
και θηλυκά
και μ’έναν τρόπο μαγικό
αληθινά στο λέω
μεταμορφώνονται ξανά
σε σώματα ονειρικά
όχι τεμαχισμένα πια
ολόκληρα
και φωτεινά

στο ταπεινό
δωμάτιό μου
δεν είναι υπέροχο;

εσύ κι εγώ ξανά…