Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021

 



Ο πατέρας δεν ήξερε
να φυλάγεται απ’τις κακοτοπιές
ήρθαν μέρες ιδρωμένες
και τον άρπαξαν απ’το λαιμό

ήρθαν οι λεηλατες του ονείρου
και του έσπασαν τις φλέβες

λοιπόν ο άντρας αυτός
αγνοούσε τις ειδοποιήσεις
τα λεκιασμένα πουκάμισα
τις ψεύτικες ασφάλειες
και περπατούσε
 
όρθιος

και όταν κρύωσε ο χρόνος
και ένιωσε την αύρα του θανάτου
στους καρπούς του

φίλησε τη γυναίκα του στο στόμα
χωρίς να της χαμογελάσει
ήπιε έναν ελληνικό καφέ
 
σκέτο

και αποχώρησε…



The Veil Redux

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

 



Σιδερένιος ουρανός
πέτρινη θάλασσα
κι εσύ να κολυμπάς
μαρμάρινη
στο ανάμεσο

χλώριο στα μαλλιά
κρύο στα χέρια
ενώθηκαν τα χείλη
μονάχα μια στιγμή
πύρωσε ο αέρας

φτενό μαγνάδι ο ουρανός
τυφλή η θάλασσα
κι εσύ να χορεύεις σιωπηλή
ελεύθερη
στο ανάμεσο…




Break free

Κυριακή 13 Ιουνίου 2021


Μοιραστήκαμε τον κόσμο
σε μια δρασκελιά φωτός
σε μια νύχτια μέθη
αλλά ξένοι απομείναμε

Απόμερα

Στου πρωινού αστεριού 
το ουράνιο πλήγμα
εμείς
Ανέκπληκτοι…
 
Είχε λοιπόν
αποσώσει ένα δάσος από ανάσες το χαμόγελό σου

στο είπα
φεύγοντας μόνη
στερεώνεις μονάχα το κενό
κι είχε το βλέμμα σου τόση λαχτάρα
να βουτήξει στο Ένα
που βουβός το άπλωσα στο πρόσωπό μου
ακέραιο
να μην ραγίσει…

Μοιραστήκαμε το δέος
σε μια γουλιά σελήνης
κρατήσαμε στα χέρια μας το αιώνιο θαύμα
κι όμως
ανέκφραστοι χαρήκαμε

Στου βραδινού ναυαγισμένου ήλιου
την έκπληκτη αποδρομή
εμείς

Ανέκπληκτοι…


Another Plane Went Down

Σάββατο 12 Ιουνίου 2021

 


Εδώ θα μείνω
ως το τέλος
ώσπου να σιγήσει τούτος ο παλμός
ώσπου το σκοτάδι να προσκυνήσει το φως
και μη φοβάσαι…

Έτσι όπως μοιραστήκαμε
για αιωνιότητες
το πεπερασμένο
έτσι θα υποδεχθούμε σε μια στιγμή
το άπειρο

εσύ τα μάτια
εγώ το βλέμμα
εσύ το στόμα
εγώ το χαμόγελο
εσύ τα χέρια
εγώ το άγγιγμα

εδώ ήμουν πάντα
κι εδώ θα μείνω

και δεν θα μιλήσουμε
λέξη δεν πρόκειται άλλη να πούμε

ποιος έχει ανάγκη το φθαρτό
όταν έχει κοινωνήσει το αιώνιο;

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2021

 

σιγῇ ἀπώλοντο…


κι έτσι αρθρώθηκαν οι πρώτοι λόγοι...
πάνω στο σεμνό κύμα
μέσα στο όνειρο
έξω από το σκοτεινό δωμάτιο

ο νους
κροτάλιζε ξόρκια
και αυτοσχεδίαζε κατάρες
σπαρτές
ασήμαντες
λυγρές
όμως ανάπνεε
πάνω στα ίχνια της Νύχτας

δεν σε αγνόησα ποτέ
να ξέρεις
σε νοσταλγούσα
ακόμη και τις στιγμές
που ήμασταν μαζί
πάνω στο λυπημένο κύμα
μέσα στο λάμπον όνειρο

έξω απ'το μικρό δωμάτιο

ίμερος
γλυκύς
ό,τι κρατώ
ό,τι θυμάμαι

σιγή...

...κι ότι δεν σε συνάντησα

Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

 

Σέλας


Αμείλικτο
το σέλας του μεσονυχτίου

συντροφιά είχα τον άνθρωπο – μαχαίρι
και το φορτίο ακέραιο
μοιρασμένο δίκαια

στο χθες
ό,τι έμεινε αναπαλλοτρίωτο
στο σήμερα
ό,τι στέκει αγέρωχο
στο αύριο
ό,τι δεν λέρωσε η αγοραία ελπίδα…

συμβολικά πεθαίνω
είπα στον άνθρωπο – λαιμητόμο
συμβολικά αγοράζω λεπτά και ώρες από το μέλλον
μην με νομίσεις ρυπαρό τυχοδιώκτη

άλλωστε
ποιος τόλμησε να διαπραγματευτεί τον ήλιο
και δεν κάηκε;

 

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2021

 



Το Νέρωνα είδα
ναι, τον Κλαύδιο Αύγουστο τον ίδιο
να κατεβαίνει στην αρένα
για να μου σφίξει το χέρι
‘μπράβο σου, τα κατάφερες’
μου είπε και δεν τον κοίταζα στα μάτια
μα ερχόταν στ’αυτιά μου η θεϊκή
μελωδική φωνή του
και έτσι γεμάτος αίματα, λερός και άθλιος
καθώς ήμουν
από τη σφαγή που επί ώρες
είχε προηγηθεί
ένιωσα ντροπή
που λέρωσα το απαλό του χέρι
με το δικό μου που έσταζε ακόμα
μα δεν τον ένοιαξε στιγμή
και άρχισε σε λίγο να γελάει
κάπως παράξενα
σαν να’βλεπε μπροστά του
το πιο αστείο απ’όλα ένας θεός μπορεί
να αντικρίσει
‘μα ήσουν καταπληκτικός!
δυο, τρεις φορές την ώρα που ρευόμουν
αλήθεια στο λέω
διέκοψα το φαγοπότι μου
και στύλωσα το βλέμμα μου σε σένα
καθώς έκοβες τους λαιμούς
και άνοιγες στομάχια
με πόση δεξιότητα
με πόση χάρη!
Ποιητής εγώ, το ξέρεις
μπορώ να εκτιμήσω τη λεπτότητα,
την ομορφιά, την αρμονία,
σε κάθε τι…’

Είχε το κέφι του ανέβει και φλυαρούσε
Αυτός, ο άρχοντας του κόσμου
μ’έναν απλό πολεμιστή της άμμου
που διεκδικούσε μια ώρα ακόμα
κάτω απ’το θεό Ήλιο.
Κι ύστερα είδα
τον άνθρωπο με τη μαύρη μάσκα
και το ξιφίδιο στο χέρι
να έρχεται κοντά μας
‘…κι άλλο, πιστεύω, σαν εσένα
αδύνατο τώρα κοντά να βρούμε
το πιστεύω
όλοι το έλεγαν
από τους καλεσμένους μου στο θεωρείο
άλλος καθώς έφτυνε τα κουκούτσια
απ’τα σταφύλια
κι άλλος καθώς ξέσκιζε σάρκες ψημένες
ρόδινες στο πλούσιο γεύμα
βλέπεις
η ώρα πέρασε
και πείνασαν οι αυλικοί μου
λοιπόν να ξέρεις…’
άκουγα τον αυτοκράτορα
να εκστομίζει τη μια λέξη πίσω απ’την άλλη
ενώ η ανάσα του μύριζε κόκκινο κρασί
από την όμορφη Ετρουρία πιστεύω
που στις πλαγιές της ξαπλωμένα είναι μαγικό να βλέπεις
τα μυθικά αμπέλια της
και ο μασκοφόρος με τη μπέρτα που ανέμιζε
ερχόταν πιο γοργά τώρα κοντά μας
και το ξιφίδιο σήκωσε και η λάμα γυάλισε
στον ήλιο
ενώ από τις κερκίδες μια ιαχή ακούστηκε
και ο αυτοκράτορας
ίσα που πρόλαβε να κάνει ένα μορφασμό
πολύ χαριτωμένο
και ώσπου να στρίψει το σώμα του να δει
τι ερχόταν στην καρδιά του
ήταν αργά
και ο άγνωστος δολοφόνος
εν μέσω ιαχών και αλαλαγμών του όχλου
βύθιζε το ξιφίδιο στην ευγενική καρδιά του
θόλωσε από έκπληξη και αγωνία το βλέμμα του άρχοντά μου
και από τα χείλη του έβγαιναν μαύροι αφροί
θέαμα φρικώδες κι ελεεινό
για ένα θεό!

Το τελευταίο που θυμάμαι
είναι να βγάζω μια κραυγή ουρανομήκη
για το χαμό του αγαπημένου Αυγούστου
και δίπλα του να γονατίζω
όταν η σκιά εμφανίστηκε
ενός χεριού που ανέβαινε ξανά
για να κατέβει πάλι
κι έπεσα ευθύς
χωρίς να το σκεφτώ
το σώμα του αθανάτου που έθνησκε
ν’αγκαλιάσω…

με σκέψη τελευταία
τα αμπέλια της Ετρουρίας
κατάφορτα από τις πρησμένες ρώγες
να με μεθούν με το άρωμά τους
και να χαμογελώ
νεκρός και ζωντανός μαζί

πάνω απ’το άψυχο κιόλας
μαύρο βλέμμα
του ποιητή – αυτοκράτορα…




Colosseum