Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017



Αμυχή…

Σε μια αμυχή του ήλιου
Μικρή
τόση δα
κι αθέατη σχεδόν
στο τελευταίο του
πύρινο δάκρυ
στο γέρμα της ζωής μου
εμφανίστηκες
με άγγιξες ιέρειά μου
με τα δάχτυλα της
πρωταυγής
με της θάλασσας τα στήθια
και απλώθηκε
εκτατικά και υπέροχα
και γόνιμα και δυνατά
κι ερωτικά και βίαια
λυτρωτικά!
εκατομμυρίων άστρων
το γενέθλιο φως
κι έκαψε σκληρές ανάσες
από τόσες αιωνιότητες αβύσσων
από τόσες αναρίθμητες βουβές ιαχές
πυρπόλησε κελιά μοναχικά
στο άπειρο φυλάκισε
ματιές κλεμμένες
και οιμωγές θανάτου…

Στο άπειρο αγάπη μου…

Δεν κρατούσες παρά μονάχα
Μια χούφτα χαμόγελα
Και ένα υγρό φιλί


Και αθανάτισες το κάθε τι!

...


Touching

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017




Amor fati


Κι έτσι λοιπόν βρίσκομαι εδώ
Μονάχος
Απέναντι στο Όλο

Τι έμελλε να γίνω
το αγνοώ

βούτηξα στον ποταμό
του σκοτεινού Εφέσιου
κι αλλιώτικος βγήκα
στην απέναντι όχθη

κι όμως
ξανά ο ίδιος
τον άκουσα να λέει θυμωμένος

Τι σκόπευα να γίνω
ακόμη το αγνοώ

Και δεν θυμάμαι
αν κάποτε σκεφτόμουν

Όσο που τέντωνα το τόξο
για να δοκιμάσω
της χορδής τη γενναιότητα
όχι γιατί έπρεπε να σπάσω πρώτα
κι έπρειτα να τεντωθώ ξανά
μα γιατί η δύναμη τυραννιέται μόνον
από εκείνον που τη δυναστεύει

Λοιπόν ο Ιθακήσιος βασιλιάς
καλά το είχε στοχαστεί
και ντροπαλός εστάθη
μπροστά στη Ναυσικά

από το βλέμμα του
κρατώ ένα νεύμα
ψίθυρος αύρας βραδινής
σ' ερημικό ακρογιάλι

Γιατί στη συστολή την κερδισμένη
στο εργαστήρι της σιωπής
η αποκοτιά κλίνει το γόνυ
αφού μπροστά της ορθώνεται η σοφία

Τι μου έπρεπε να γίνω
αδιαφορώ

Αφρόντιστος μια μέρα
όρμηξα στον ποταμό του Εφέσιου μονώτη
άλλος που μπήκα στο ανήλικο νερό
κι άλλος που βγήκα
στην αρχαία όχθη

κι όμως
τον άκουσα να λέει


ο ίδιος πάντα

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017



Ενδοφλέβια


Είναι αυτή η μοχθηρή σιγή
που ερωτικά γλύφει τις πέτρες
και το σώμα οργώνει

ενδοφλέβια ο χρόνος
πάντα σκοτώνει
όχι ορθωμένος απέναντι
να σε κοιτάει στα μάτια

ενδοφλέβια ο νόμος
πάντα αλλοιώνει

είναι αυτή σιωπή
σαν ηλιόλουστη μέρα
που υπόσχεται φως
και μόνο νύχτες σου δίνει…


ιουν2017



Away from time

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017


Ξημέρωσε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σα να με γέννησε η σιωπή
σε σαρκοφάγο άσύλητη
του Χρόνου

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα παρθένα δάκρυά μου
άκουγα μέσα στη σιγή του πρωινού
να με καλείς
κι ανασταινόμουν

Έχτισα κύτταρα
Έχτισα βλέμμα
Έγινα αίμα και κορμί
Έγινα πνεύμα

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

ολόκληρος φωτιά
νύχτιο σπέρμα

σκίρτησα...

σαν άστρο στο γλυκό σου ουρανό
πόθησα να λάμψω
να φυλακίσω τις ενέργειες
να γίνω ρόδακας φωτός
να πλύνω τα μαλλιά σου
στην πρωτανάσα μου

ρίγησα...

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα ζεστά μου δάκρυα

Χωρίς φωνή εγώ
Ολόκληρος εσύ

Και αγγίγματα παράξενα

Και λαιμητόμες σκέψεις

Και σπαράγματα ιαχών

Και προδομένες πόλεις

Και υετοί ονείρων

Και λιακάδες...

Χωρίς στερέωμα εγώ
Μα ολόκληρος εσύ

Ξημέρωνε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σαρκωνόμουν...

και ήταν άγριος άνεμος
αυτός που μού'φερε στο πρόσωπο
το κάλεσμά σου
τον καλοδέχτηκα...

Χωρίς εμένα εγώ
Όλος εσύ

Χωρίς το άλγος του αύριο
αψηλάφητος

Χωρίς της ειμαρμένης το λυγμό
αξόδευτος

Χωρίς το πένθος της φθοράς

Αιώνιος


Ακέραιος εσύ...


[ … illuminated ]