Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018



Χάθηκες…
Που ήσουν;
Έλειψες καιρό… πολύ καιρό…
Κι είχα αρχίσει να το συνηθίζω
Ήσουν μαζί μου βέβαια
Το ξέρεις
Ήσουν εντός μου
Όμως γυρνούσα πάντα το κεφάλι στις γωνιές των δρόμων
Μην τύχει να σε δω
Το βήμα σου…
Εκείνο το αντάρτικο χαμόγελο
στα μάτια σου…
την ενοχή
πως πάλι άργησες, πάλι έπρεπε να περιμένω…
Δυο λεπτά ή τρία ή πέντε το πολύ…
Δεν μου είχε περάσει απ’το νου
πως θα έρχονταν οι εποχές που τα λεπτά θα ήταν ημέρες
μήνες και χρόνια…

Είχες χαθεί… που ήσουν;
Έλειψες καιρό…
Εχθές μονάχα έγινε ένα μικρό θαύμα
και σε αντίκρισα μες στο δωμάτιό μου!
Καθόσουν στην καρέκλα μου
Φορούσες ένα μπλουζάκι μου
Όπως τότε
Πάλευες, νομίζω
να χαμογελάσεις πάλι
Αλλά έμοιαζε με μορφασμό πόνου τούτο το χαμόγελο
Έψαξα για το βλέμμα σου
Μα εσύ κοιτούσες χαμηλά…
Ζύγωσα με την καρδιά μου ανάστατη
να νιώσω την αύρα σου, το άρωμά σου
μα μόλις σε πλησίασα αρκετά
στη στιγμή
χάθηκες πάλι…

Κι ωσότου η οδύνη από αυτό το νέο χωρισμό
να γίνει σύννεφο ή σκιά και να διαλυθεί στο άπειρο
άκουσα τη φωνή σου σιγανή
να έρχεται
σαν ψίθυρος
Λησμόνησέ με…

κι έγειρα στο κρεβάτι μου
μαζί με τη σιωπή μου
μαζί με την κραυγή μου
μαζί με το τίποτα
που είχες για μια στιγμή άφατης ηδύτητας
γεμίσει με το όλο…


Ιαν2018

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018


ΆΡΠΑΓΕΣ

Άρπαγες
φονιάδες σιωπηλοί
σύμβολα που ακόμα καίνε
αιώνες που ματωμένοι σέρνονται
όπως τα πληγιασμένα πόδια
ορφανών παιδιών

Άρπαγες
ληστές εσταυρωμένοι
βασιλιάδες πατροκτόνοι
και μοιχοί αυτοκράτορες
λάβαρα που κυματίζουν έρημα
όπως οι γενναίες ψυχές
φυλακισμένων ασκητών

Άρπαγες
θνητοί θεοί
κι ανάξιοι ρασοφόροι
στου Γολγοθά το πανίερο αίμα
έσκυψαν να πιούν
οι Πρίγκιπες της Αδειοσύνης
και δίπλα στο Πανάγιο Τάφο
έχτισαν ένα ναό
αφιερωμένο στο Τίποτε…



...Ο χρόνος ψέμα
απ’το χρόνο δανείζεται
κι ο πόνος αίμα
απ’το πόνο ποτίζεται

φλογερά φιλιά
από άσαρκα χείλη
στο απόγειο της μάχης
στης ζωής σου το δείλι

Ο φόβος σπέρμα
απ’το φόβο δανείζεται
κι ο θάνατος σκοτάδι
απ’τη ψυχή σου στολίζεται…

Ο φθόνος βλέμμα
απ’τη Στύγα δανείζεται
κι ο τρόμος αίμα
απ’το τρόμο ποτίζεται

Άρπυιες νύχτες
συλλέγουν σάρκες
κραυγές αντάρτες
θανατοδείχτες

Όλα τελειώνουν
τούτες οι ώρες
σαν φίδια ζώνουν
άρρωστο αίμα
σεντόνια θάνατοι
το μαύρο σπέρμα

Άρπαγες ήλιοι
νοσηροί και πόρνοι
της ζωής σου έδυσε
το πρωτονεύμα
εκπορνεύτηκες
στον Χιλιονόματο δόθηκες
πρόστυχο γεύμα…

...Ένοχος ο ουρανός
και η σελήνη θριαμβεύει πάλι
πως επιτρέπεις Ασημένιε Χορευτή
να διακορεύουν τα παιδιά σου;
πως αντέχεις Μέλαινα Κυρά
που βλέπεις να ανασκολοπίζουν
τα ακριβά σου τέκνα;

Έχει δύσει τούτος ο κόσμος
και αρνείται να πενθήσει ο χρόνος
φύλαξε όμως τις παλιές μοναξιές σου
κράτησε την οργή, το θυμό σου,
ένα σύμπαν καινούργιο χτίζεται τώρα
και χρειάζεσαι θύελλες στο βλέμμα σου
για ν’αντέξεις το τρόμο
και χρειάζεσαι όλη την αγάπη σου
για ν’αντέξεις το άδειο

ένα σύμπαν ολοκαίνουργιο
ετοιμάζεται τώρα
διάλεξε με ποιον θα κατοικήσεις
στη φωλιά των νεκρών προσευχών
με τη φωτιά Προμηθέας σε αφιλόξενη κλίνη
με το χώμα σάβανο, γενέθλια γη
ή με το όνειρο αντάρτη
φωτοδότη αστέρα
και πολεμιστή…

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018



Το χνώτο του χρόνου
και το αλλοπρόσαλλο της μνήμης…

κρατούσες στα χέρια σου
κείνη τη κλεμμένη άμμο
απ'το περιθώριο της θάλασσας
ο ήλιος σε διαπερνούσε
εκατοστό εκατοστό
και τόσο αργά
που δεν καταλάβαινες το θάνατο
παρά σαν χάδι τρυφερό…

από το έλλειμμα της αρχαίας συμπόνιας
ζούμε
να το ξέρεις
κι όχι απ’το περίσσευμα…

Ο πύργος αυτός στην αμμουδιά
μας περιμένει ακόμα…