Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017


μην σταματάς να λαξεύεις το άγαλμά σου
Πλωτίνος


Εργαστήρι

Άρχισες δουλειά με το είναι σου
μικρός ακόμα
απαίδευτος
κι έπιασες να εργάζεσαι
πάνω στη πέτρα της ύπαρξης
με βλέμμα άδολο
με πνεύμα αμόλυντο
κι είχες για πρότυπό σου
μια αξόδευτη ψυχή
πώς να την προτυπώσεις
πώς να την αποδώσεις
ανάγλυφη
στερεωμένη
εύμορφη
απρόσμικτη

τις λέξεις έψαχνες
τα εργαλεία
διάβασες
μελέτησες
μόχθησες
ξενύχτησες πάνω
από ηρώων φωτιές
και ποιητών κραυγές
νύμφες χόρευαν
στο αρχαίο σου δάσος
και στάλαζαν οι ουρανοί
του κόσμου σου
οιμωγές Τιτάνων
και του Προμηθέα
το κοχλασμένο αίμα

απρόσιτος
θα πει κανείς
έγγλυφος
στο δώμα του εαυτού σου
όνειρος θεός
και δαιμόνων βλέμμα
αρπάχτηκες στου Χρόνου τις πόρπες
και αμάθητος που ήσουν
γκρεμίστηκες στα Τάρταρα
της ξιπασιάς σου
αλλά δεν έσβησες εκεί
ανάμεσα στις Άρπυιες
και στις Γραίες του Άδη
είχες στο νου σου
έν’άγαλμα
να φτιάξεις
με τα ίδια σου τα χέρια
ικέτεψες το Διόνυσο
κρασί ν’αρμέξει απ’τον παγκόσμιο πόνο
είχες μαζί σου την Εκάτη
κι αγνώριστος κυκλοφορούσες
νύχτες
στις ερημιές του νου…

σηκώθηκες
οι φλεγμονές σου
έχυναν πύο
τα μάτια σου
δάκρυζαν αίμα
κι όμως
σηκώθηκες

είχες ψυχή
ούρλιαζες
είχες μνήμη
και θυμήθηκες
είχες περπατησιά
και βάδισες
τη σκοτεινή ατραπό σου…

ορθώθηκες
έπιασες πάλι τη δουλειά
στο εργαστήρι του Ανθρώπου
ξανάρθες
αυτό το πρόπλασμα
σε περίμενε
ατελείωτο
λειψό
δεν είχες θάρρητα
να το κοιτάζεις
δεν είχες τόση ανάσα
για να το ζεστάνεις
κι όμως
σιγά σιγά
οι συλλαβές γυρίζαν
οι φθόγγοι
οι λέξεις
σχηματίζονταν ξανά
ερχόσουν πάλι
επέστρεφες

το φως που αρνήθηκες
εδώ είναι πάντα
δώσε στον κάθε χτύπο
του σφυριού
το χτύπο της καρδιάς σου
με το Αιώνιο συντονίσου
άλλο απ’αυτό δεν έχεις
αγάπησέ το!
Και το άγαλμα του είναι σου
ως το τέλος

Λάξευσέ το!



Φεβ 2010



“the tide”

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017


Το πατρώνυμο του Αυγούστου


Σε εποχές ήσυχες
εσύ ανήσυχος

ραντισμένος από έναν αλήτη ήλιο
αυγουστιάτικο
να υποδέχεσαι τις ώρες
με τη μεγαλοπρέπεια του θανάτου
και τις στιγμές
με την αγιοσύνη της ζωής

σε εποχές ύποπτες
εσύ ανύποπτος

φυλακισμένος στο σώμα
ονειρεύεσαι
τη χώρα εκείνη της άχρονης σιωπής
τη μέρα εκείνη της ραστώνης
στον καθημέριο Αρμαγεδδώνα

το πρώτο βλέμμα
το ύστατο χαμόγελο

σε εποχές φλύαρες
εσύ σιγηλός

φέρνεις στα χέρια φρούτα
και καλοκαίρια στα χείλη
και έχεις αθανατίσει τον αέρα που αναπνέεις
και δεν λυγίζεις
στη σκέψη της αιφνίδιας αρπαγής…

σε εποχές φόβου


άφοβος εσύ… 


August

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017






Στη λίμνη…



Έλα
να σε συνοδέψω ως τη λίμνη
εμείς οι δυο
μονάχα
όπως ήμασταν πάντα
φίλε μου
εμείς
μόνο οι δυο μας…


Το σπίτι ζούσε
τρώγοντας τους ανθρώπους
αφήνοντας στοργικά
τη σκόνη να παχαίνει
στους διαδρόμους
χαμογελώντας πατρικά
στις πένθιμες κουρτίνες
στο σαλόνι

και φονεύοντας τους απογόνους
όλων των μοιραίων πλασμάτων
που έκλαψαν
έστω και για ένα λεπτό
σ’αυτές τις άθλιες σκάλες

φονεύοντας…


Έλα
θέλω τούτο το πρωινό
να είμαστε μαζί
οι δυο μας
πάμε στη λίμνη
εκεί που πρωτοείδαμε το παράξενο φως
που χάνεται όταν γέρνεις το βλέμμα
που γεννιέται ξανά
όταν κλείνεις τα μάτια

εσύ μου το δίδαξες
κι αυτό
και τόσα άλλα

έλα φίλε μου
συνόδεψέ με
στην αρχαία λίμνη…


Το σπίτι ζούσε
μακελεύοντας όλα τα όνειρα
κι άφηνε ν’ανασαίνουν μόνο
οι μικρές ρωγμές
που γίνονταν μεγάλες
κι άφηνε να αργοσαλεύουν μόνο
οι αιώνιες σκιές
που έντυναν τους τοίχους
τους γυμνούς
τους πρόστυχους

τους πρόστυχους!

τους τρελούς τοίχους

μιας σιωπής
που δεν την νίκησε
ποτέ κανείς…


Λοιπόν σήμερα
σου λέω
αγαπημένε φίλε
θα σου μιλήσω για το όνειρο της λίμνης
καθώς θα μας δέχεται
στα θηλυκά νερά της
και θα μας ξελογιάζει
και θα μας λέει ψέματα
πως αθάνατοι είμαστε
εγώ
θα σου αποκαλύψω φίλε μου
όσα θα έπρεπε από χίλια χρόνια τώρα
να σου έχω πει

αλλά φοβόμουν
και είχα το πυρακτωμένο σίδερο
του χρόνου να με καίει

και ντρέπομαι
τώρα που θα ντυθούμε
με τον αρχαίο υδάτινο μανδύα
να σε κοιτάξω άλλο στα μάτια

χωρίς αυτό
το τελευταίο που πρέπει
να ειπωθεί
δεν ξέρω
αν τα χείλη ανοίξουν
για μια ανάσα οξυγόνου ακόμα
ή
θέλω να ουρλιάξω στο μεταίχμιο
της στιγμής
πως σε αγάπησα
με όση δύναμη άντεξε η ανώλεθρη ψυχή μου
με όση ψυχή χωρούσε
η θνητή δύναμή μου…

και έτσι ακροβατώ
στην επιφάνεια της λίμνης
και μαζί βυθίζομαι

όλος όνειρο
αγάπη όλος

δικός σου

κομματιασμένος
και ακέραιος
φωτεινός
και νύχτιος

όλος…



ιουλ 2014



 Drifting..

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017





υδράργυρη κοίτη


Μου είπε και η φωνή του έτρεμε:
Ο λόγος, να ξέρεις
που τόσοι άνθρωποι απέμειναν μόνοι
και μόνοι βιώνουν όλο αυτό που τους ζώνει
δεν είναι πως μίσησαν τον κόσμο
και τους ανθρώπους εχθρεύονται
υπάρχουν μέρες που λιμοκτονούν
απλά και μόνο για μια αγκαλιά
για ένα κράτημα στο χέρι
για ένα χαμόγελο
απροϋπόθετο
είναι γιατί όλος αυτός ο κόσμος
είναι πελώριος, ασύλληπτος
και δεν το αντέχουν
η αναμέτρηση είναι ασύμμετρη
η ήττα βέβαιη
η συντριβή αναπόδραστη
κι ο έξω κόσμος
κι ο μέσα τους το περισσότερο
αν τώρα αναρωτιέσαι…
γιατί όσο περνούν τα χρόνια
θα το δεις κι εσύ
το έξω ολοένα και μικραίνει
και το εντός σου
μεγαλώνει και το χειρότερο
αγριεύει
και σε απειλεί με αφανισμό
όχι ο ξένος
ο άγνωστος
μα ο ίδιος ο εαυτός σου
όσα που πρόδωσες
έρχονται σαν άρπυιες τις νύχτες στα όνειρά σου
όσα που εγκατέλειψες
γίνονται σκιές στο νου
όσα που λησμόνησες
τώρα θυμάσαι και τρέμεις…
Και η μάχη σιωπηλή
που κανένας δεν την άκουσε ή θα την ακούσει
που ποτέ κανείς δεν είδε
ή θα δει
βιώνεται ολόκληρη
άγρια και θυελλική
εντός σου…
Κι έτσι
μην τους κακιώνεις
και μην παρεξηγείς
τα χαμηλωμένα βλέμματα
το βλοσυρό το βλέμμα
τις μισές κουβέντες
δεν απευθύνονται σε σένα
σε κανένα
είναι που μέσα επιστρέφουν
κι έρχονται πάλι πίσω
σαν κραυγές
και γίνονται κάποτε οιμωγές
και λυγμοί και κόμποι
την ανάσα κόβουν
το χτύπο της καρδιάς
τη γλυκιά καλημέρα σκοτώνουν
τα βράδια οι αποχαιρετισμοί
ο ύπνος στο ιδρωμένο στρώμα
ο έρωτας
στο στεγνωμένο στόμα…
κι έτσι
μην τους παρεξηγείς
μην τους κακιώνεις
που σου αρνούνται κάποια επαφή
και κάποια σχέση
παλεύουν διαρκώς
μάχονται
δεν αναπαύονται στιγμή
και δεν στο λένε
από συμπόνια…
και δεν το μοιράζονται
από στοργή…
και δεν το μοιράζονται
μα το άχθος ολόκληρο βαστάνε
και περπατάνε ως της Αίτνας το στεφάνι
ως του Αχέροντα την υδράργυρη κοίτη
μοναχοί…


Ιουλ2017