Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016


Ορυχείο


Εσείς
εσείς νεκροί
μην αφεθείτε
στη λησμονιά των ζωντανών
αυτοί δεν ξέρουν
πόσο ακριβά
και πόσο σπάνια
είναι τα βήματα του ήλιου
πάνω απ’τα κεφάλια τους
αυτοί
αυτοί δεν πρόκειται να μάθουν

και μην ακούτε
τις ικεσίες των ζωντανών
ούτε και τις κραυγές τους
τις λάμψεις απ’την αύρα τους
μη βλέπετε
καθώς τον έρωτα προδίδουν κάθε αυγή
και στρέφουν την πλάτη τους στο αιώνιο
αδιάντροπα

αυτοί δεν ξέρουν
δεν έχουν γλώσσα
δεν σας μιλούν
δεν σας ξεχνούν
ούτε και σας θυμούνται…

φοβούνται όμως
τη στιγμή
που θα πάψετε εσείς
να τους θυμάστε

φοβούνται
όχι τη μοναξιά που φέρνει ο χωρισμός
τη θλίψη που γεννάει ο πόνος
ή τη στενόχωρη ματιά
που έχει η αδιαφορία
φοβούνται
πως όλα αυτά
θα γίνουν δύσκολες ανάσες
νύχτιοι πυρετοί
στο Απέραντο
λυγμοί και οιμωγές και κοπετοί
σε ένα ατελεύτητο μετά

κι εσείς
πως δεν θα τους απλώσετε το χέρι

χωρίς εσάς
να ξέρετε
κι ο πιο σπουδαίος απ’αυτούς
είναι ένα σάπιο παιχνίδι παιδικό
ένα παλιό αστείο
που δεν γελά μαζί του
πια κανείς
ένα φιλί
που κρέμεται μονάχο
κι αιωρείται
δίχως χείλη…

χωρίς εσάς
αρπάζεται ο ουρανός από τη γη
και αρνείται να την ξαναφήσει
σαν μια αγκαλιά μικρού παιδιού
στη μάνα
που κρύβει το μαχαίρι
πίσω απ’την πλάτη του
και δακρυσμένη του τραγουδάει
κάτι σαν παρηγοριά
κάτι σπασμένο
συλλαβές και φθόγγοι
που νόημα δεν έχουν
πριν το αδιανόητο πράξει
κι ανάμεσα στ’ αναφιλητά
σπαραχτικά το μακελέψει

και ύστερα τον εαυτό της

για να ημερέψει αυτό που τραγουδάει
με τόσο άπληστη μανία
αιώνες τώρα
αμέτρητους
στο πιο βαθύ ορυχείο
του είναι της…




Drift of Harrachov Mine

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016




Εκείνος κλεισμένος μέσα στο ναό
έφερνε κάθε μέρα λίγο απ’τον εαυτό του
κομμάτι κομμάτι
τον συνέθετε ξανά…

ο βωμός
ήταν ένα άσχημο πουλί
ένας πελώριος πτωματοφάγος με μακρύ λαιμό
βαλσαμωμένος από αιώνες
ένας ηωβόρος φτερωτός θεός

εκείνος τον φυλούσε, τον κοιτούσε
τον φοβόταν
τον λάτρευε

τον περίμενε
ήξερε πως θα ερχόταν κάποτε η μέρα

πως εκείνη η μέρα ζύγωνε 

που το πουλί θα ζωντάνευε ξανά

και θα τον κατανάλωνε…




Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016


Το Άδειο



Θυμάμαι λοιπόν εκείνη τη μέρα
που έφυγες

δεν θα υποκύψω στον ελεεινό πειρασμό
να την αποκαλέσω αποφράδα
όπως βραβεύει κάποιος μεγαλαυχώντας
σαν επηρμένος αθλοθέτης
τον έσχατο με το αριστείο του πρώτου

το βήμα σου που άνοιξες
για να μπεις στο τελευταίο λεωφορείο
κάπως βιαστική
κι όχι ακριβώς
λυπημένη
περισσότερο αμήχανη

‘θα τα πούμε’
μα ποτέ δεν τα’παμε ξανά
το ξέραμε

από τον ήχο των ανθρώπων
ολόγυρα
από το βάρος του ουρανού
πόσο παράξενο!
από την έλλειψη οξυγόνου

το νιώθαμε

‘να τα λέμε’
και ποτέ δεν τα’παμε ξανά

βλέπεις η σιωπή
είχε ένα κύρος και μια ιερότητα
σαν στοργική τροφός
που τρυφερά το σκέπασε
αυτό το ιλιγγιώδες χάσμα που ανοιγόταν

και δεν τολμήσαμε ποτέ
να την ταράξουμε

‘τα λέμε λοιπόν’
και κρεμόταν απ’τα χείλη μας
το Άδειο

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

 

Μικρό μου ρόδο
πάλευες πάντοτε μόνο
μέσα στη φωτιά
και είχες ανάμεσα στα πέταλά σου
ένα που δεν το άγγιζε η φθορά
κι είχες
ανάμεσα στις πτυχές της όψης σου
μια που είχε ραντιστεί αθανασία

να πιω ζητούσες
απ’τη δροσιά σου
να πιω
με καλούσες…

και δεν είχα το πρόσωπο
για να προβάλεις πάνω του
τις μεταμορφώσεις του φωτός
κι εκείνη η βαθιά χαράδρα
στο μέτωπό σου
στεκόταν πάντα
μεγάλη

αλλά όχι πιο μεγάλη
απ’τη λαγνεία
να σε πιω…
 






Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016





Εδώ είναι
το πρόσωπό μου
αψηλάφητο
σε ό,τι μου άφησες
να κατοπτρίζεται ανάγλυφα
στις πτυχώσεις
ιαχές στιγμών
στα δάκρυα που πέτρωσαν
ρηγματώσεις
ένδοξο πένθος
ρέκβιεμ
ανθοστόλιστης φρίκης
ιλαρής και άσμενης
σε ό,τι δεν ρήμαξες
σε ό,τι σπλαχνίστηκες
κι αρμόζει ένα στον άγνωστο εαυτό
ένα στον όνειρο κόσμο που δροσίζει το διάπυρο είναι
κι ένα στο αιώνιο που άηχα κόβει απ’τη ρίζα το κεφάλι
σε ό,τι δεν άρπαξες
σε ό,τι δεν τύφλωσες
σε ό,τι ακόμη ενδέχεται
να σε ακυρώσει…
 σε χλεύασε
απρόσωπο το πρόσωπο
αν μοιάζει…

Νοε2016


stavros

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016



Ο ποιητής όργωνε με μανία το χωράφι του εαυτού του
Χρόνια και χρόνια δούλευε, κοπίαζε, στερήθηκε τον ύπνο, στερήθηκε τον κόσμο, στερήθηκε τη γλυκιά ανάπαυση της παραίτησης…

‘αφρόντιστο τούτο το κληροδότημα της Ειμαρμένης δεν θα αφήσω’ έλεγε και αρνιόταν την ‘πνευματικότητα’ με ένα μειδίασμα εωθινής ηδύτητας…

‘Ποιος είναι ο... 'πνευματικός' άνθρωπος;’, ρωτούσε τον εαυτό του, ‘μονάχα εκείνος που ξέχασε πως ποίηση είναι τα χέρια, είναι το βλέμμα, είναι η απαντοχή… 'πνευματικός' είναι κείνος που λησμόνησε τον εαυτό του σε μια πολυθρόνα και αρνείται να επιστρέψει στη σκληρή καρέκλα… 'πνευματικός' είναι κείνος που αφέθηκε στη τρυφή του μαλακού στρώματος και παράτησε το άβολο ντιβάνι εκστρατείας…’
‘στρατευμένος γεννήθηκα… στο χαράκωμα του είναι μου θα τελευτήσω…’ μονολογούσε

Την ιερότητα δεν ήθελε να εξοστρακίσει ο ποιητής
Κείνη τη μυστική ανάσα που σχηματίζει τον Λόγο στο θολό τζάμι της μοναχικής του καλύβης
Κείνο τον ερωτικό εαυτό που αναρπάζεται από τη Νύχτα και αξιώνει μια ομορφότερη μέρα…
Κείνο το σεμνό χαμόγελο της παιδικότητας που ζωγραφίζεται στα χείλη όταν όλος ο υπόλοιπος εαυτός δεν το γνωρίζει
Όταν ο νους δεν το γνωρίζει
Όταν η ψυχή δεν το γνωρίζει
Όταν ο χρόνος δεν το γνωρίζει…

Την μυστική συνάφεια με την Αλήθεια δεν ήθελε να προδώσει ο ποιητής
Και στερήθηκε Κυριακές με ηλιόλουστα παραδείσια βουλεβάρτα γεμάτα κοπελιές χαρούμενες και παιδιά θορυβώδη
Και στερήθηκε απογεύματα δίπλα στην αιωνιότητα της σιωπηλής θάλασσας
Και στερήθηκε πρωινά ζεστά που ακουμπάς τον ήλιο στο μάγουλο και είναι σα χάδι ερωμένης
Και είναι σα φιλί μοναχοκόρης πριν φύγει για το σχολειό…

Την αδειοσύνη της επίγνωσης αναζήτησε ο ποιητής
Και εργάστηκε σκληρά
Απάνθρωπα
Φιλόπονα
Στο εργαστήρι του εαυτού
Στο λατομείο της θλίψης
Στο εργοτάξιο της φθοράς

Έμεινε ως το τέλος όρθιος
Δάκρυσε μονάχα λίγο στο στερνό του συναπάντημα με τον ήλιο
‘δεν σε γνώρισα καλά αδελφέ μου, δεν σε φίλεψα σάρκα, δεν σου χάρισα αίμα, δεν σ’έκλεισα στη χούφτα μου με μανία…’ ψιθύρισε κομπιάζοντας
‘με συγχωρείς… απλώθηκα πολύ ως το απέραντο του φόβου και δεν σε πρόλαβα… χάραξέ μου το σαρκίο πριν αποδρομήσω… δεν φεύγω ικέτης… έρχομαι θεωμένος, έρχομαι φωτεινός!’

Κοίταξε τα κουρασμένα χέρια του
Και δεν λυπήθηκε
Άγγιξε τα κουρασμένα μάτια του
Και δεν λυπήθηκε
Χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά του
Και δεν λυπήθηκε
Γύρισε, κοίταξε το φτωχικό του δώμα
Και δεν λυπήθηκε

Έγλειψε τα στερημένα χείλια του
Και αναλύθηκε σε λυγμούς


"Temenos #8: The Poet"  Oil, Acrylic on Canvas (46 in x 66 in)  (Collection of Jason Hughes)