Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026



Προκρούστης


ξύπνησε μέσα στα ψέματα
το κεφάλι του κολυμπούσε σε μια γλοιώδη μάζα, μια μικρή λίμνη από ένα βρομερό ζελέ 
για κάποιο λόγο, ήξερε ότι αυτή η άθλια κολλώδης ουσία ήταν… ψέματα…
ήταν η σάρκα του ψεύδους… δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλά το ένιωθε…
κι ενώ πάλευε να ανοίξει τα μάτια του, τον χτύπησε κάτι που ήρθε κατευθείαν από τον ονειροχώρο
ένα ουρλιαχτό στ’αυτιά του
«απόστρεψε το βλέμμα σου από τα μάτια σου!»
φωνή γυναίκας 
γυναίκας που έχει φορέσει έναν αρχαίο μανδύα και έχει όλες τις Δυνάμεις να την βοηθούν
και να την υπηρετούν
μιας πολύ θυμωμένης γυναίκας…

δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι
δεν ήταν δεμένος
δεν ήταν λυτός
ένιωθε ότι δεν έπρεπε να επιχειρήσει να σηκωθεί
δεν θα άρεσε καθόλου αυτό… σ’Εκείνη…
την σκέφτηκε και μια νέα ριπή από τα εσώψυχα του Αγνώστου τον κεραυνοβόλησε
«δέσμιος νιώσε παγωμένε… άθλιε, πόρνε, πωρωμένε!»

ρίμες… ρίμες από το σουρεαλιστικό πανηγύρι του μυαλού του…
κάτι γνώριμο
δες
βρισκόταν στο δωμάτιό του
να κάτι γνώριμο, να κάτι παρήγορο… το παράλογο κερδίζει όταν η τοπολογία αλλοιώνεται
το λογικό κερδίζει όταν τα ταβάνια είναι πάνω, τα πατώματα κάτω και οι τοίχοι δεν συγκλίνουν για να σε συνθλίψουν
όλα στη θέση τους
όλα σχεδόν φυσιολογικά
εκτός
από τη μικρή αυτή λεπτομέρεια βέβαια
ότι δεν μπορούσε
και δεν έπρεπε να κινηθεί

να σκεφτεί;
ίσως ούτε και να σκεφτεί
έπρεπε λοιπόν
να δράσει

οχυρωματικά έργα
έργα ανάσχεσης
κάποιο τούνελ
κάποιο χαράκωμα
κάποια περιοχή ασφαλείας
ο νους εργαζόταν πυρετωδώς
αν μπορούσε να φτιάξει μια περιοχή ασφαλείας
μια περιοχή όπου θα μπορούσε να σκέφτεται
ελεύθερα
χωρίς την τρελή αυτή που τον ξέσκιζε με τις φωνές της να μπορεί να τον αγγίξει…
τη σκέφτηκε πάλι
μια ηχητική σφυριά σχεδόν του έκοψε την ανάσα
«λίπανε το αίμα σου με το ψέμα σου!»

τι σκατά ήταν αυτά;
και πως διάολο είχε μπλέξει έτσι;

οχυρωματικά έργα
οικοδομικά έργα
σιγά σιγά
να τα φανταστείς
φτιάξε το χαρμάνι πρώτα
ναι, άμμος, νερό, χαλίκι… ναι…
φτιάξ’τα καλά
ανακάτεψε
φτιάξε το μίγμα
φαντάσου τα όλα
το καλούπι
ξύλινο καλούπι
μέσα θα ρίξεις το τσιμέντο 
να φτιάξεις ένα τοίχο πολύ ψηλό
θεόκλειστο ολόγυρα
και μέσα εσύ
να σκέφτεσαι ελεύθερος

«ελεύθερος»

ένας τρομερός πόνος
κάτω από το στέρνο, δεξιά
συκώτι;
τον λύγισε, τον έκανε να κλάψει
φωνή;
πουθενά η Σκύλα…
βουβή…

τη δουλειά σου εσύ
μην αφαιρείσαι
έτοιμο το καλούπι σου;
μπράβο! μπράβο!
το χαρμάνι σου έτοιμο;
ναι
μια χαρά… έτοιμο
μην χάνεις χρόνο
γέμισε τους τενεκέδες
και άρχισε να ρίχνεις
έλα
φαντάσου τα όλα
βήμα βήμα
φαντ…

μια μαχαιριά στα νεφρά του
δάγκωσε τα χείλη του
αίμα
«λίπανε το αίμα σου με το ψέμα σου…»

δεν έπρεπε
δεν έπρεπε σταγόνες από το αίμα του να στάξουν στην γλοιώδη μάζα…
δεν έπρεπε…
έγλειψε το αίμα 
κάθε σταγόνα
να μην ξεφύγει καμιά
καμιά 
τα κατάφερε

στο εργοτάξιο εσύ
κι ας πονάς
κι ας φοβάσαι
όταν θα εξαπολύσει τις μεγάλες της ριπές
εσύ πρέπει να έχεις προλάβει
να έχεις προλάβει άνθρωπέ μου…

ένα κύμα… ένα παράξενο κύμα φουσκώνει μέσα στο στέρνο του
η καρδιά του
η καρδιά του θα πρέπει να έχει τριπλασιαστεί σε μέγεθος
και η φωνή της Γυναίκας
τούτη τη φορά με ένα εξωφρενικό, τρανταχτό γέλιο που χτύπησε σαν τεκτονικός σεισμός τα κύτταρά του
«σταυρώσου ενώπιόν μου!!...ενώπιόν μου! σταυρωμένος ο χωλός, και θ’αναστηθεί νομίζει ο σεσηπώς!!!»

μακάβριες ρίμες… παράνοια… 
ιδρώτας σε όλο του το αγκυλωμένο σώμα

τη δουλειά σου εσύ αγόρι μου
άστην να σκούζει
αγνόησέ την
κι ας μοιάζει το ουρλιαχτό της σαν Αρπυιας που στάλθηκε απ΄τον Άδη
εσύ τη δουλειά σου
ρίχνε το μίγμα μέσα στο καλούπι σου
δεν θες πολύ ακόμα
ο φράχτης να είναι ψηλός
γερός και ακλόνητος
φαντάσου τον έτσι
ναι
έτσι φαντάσου τον
γερό
ψηλό
ακλόνητο!

νέα σουβλιά
στο δεξί του πόδι
στη βουβωνική περιοχή
πόνος τρελός
του διαπέρασε κάθε πρόχειρη θωράκιση
σαν τρυπάνι
και τον παρέλυσε

μια νέα εξέλιξη
δεν μπορούσε να δει!
ως λίγο πριν υπήρχε το γνώριμό του δωμάτιο
οι κουρτίνες του, η βιβλιοθήκη του, εκείνη η αφίσα με τον τυφλό Μπόρχες απέναντι
τώρα σκοτάδι

πρέπει να βιαστείς αγόρι μου
να βιαστείς
σε πλημμυρίζει η Στύγα
έλα
πρέπει να βιαστείς…
να
ο μισός τοίχος είναι κιόλας έτοιμος
τι βλέπεις
που κοιτάς;
άσε τα οράματα τώρα
είσαι ένας τυφλός σακάτης
άσε τα οράματα και δούλευε…
τι βλέπεις;
πίσω από το έργο μας
και δεξιά
και αριστερά
κάτι σηκώνεται
κάτι αναπνέει ε;
ναι
το αισθάνομαι 
κάτι φουσκώνει μέσα στη ‘γη’
κάτι θα ορθωθεί σε λίγο
και θα μας ρουφήξει στη Κόλαση
χέστο!
γάμα το σου λέω!
κάνε τη δουλειά σου εσύ!
φαντάσου
το έργο τελειώνει
έμεινε ένα μικρό κομμάτι μόνο
κι ύστερα
θα κάνουμε ένα πήδο ‘ώπα!’
και…
και Αυτή θα πάει στα τσακίδια!

τη μελέτησε πάλι
αδιόρθωτος
μέσα στα κύματα των αλλεπάλληλων πόνων
από χίλια δυο σημεία του κορμιού και της ψυχής του
σαν πυρετός έφτασε τούτη τη φορά η κραυγή της
και τον αρρώστησε μέσα σε δευτερόλεπτα!

«θέλεις το μαύρο σου να κρύψεις από μένα; Από μένα!
θέλεις το μυσαρό σου να φωλιάσεις; Οφιόμορφε!
θέλεις τους παλμούς της καρδιάς σου να ξανανιώσεις;
Στο χωνευτήρι μου! Εκεί την ανάσα σου θ’απλώσεις!!»

εκκωφαντικά γέλια 
κι ύστερα
ξαφνικά
λες και οι μυθικές Γραίες με το ένα μάτι
του τραγουδούσαν ένα ‘νανούρισμα’ του Κάτω Κόσμου
λες και ο Χάροντας τον σπλαχνίστηκε για λίγο
και του χάιδεψε το μάγουλο
με το άσαρκο χέρι του

σιωπή
σιωπή
σιωπή

βιάσου!
τώρα
τώρα σου λέω!
σίγησαν οι αγέρηδες του Πλούτωνα
βιάσου αδελφέ μου
έλα
ένα μικρό κομμάτι έμεινε
μην κοιτάς ολόγυρα!
ξέχνα το ‘ολόγυρα’
τελείωνε
μια τόση δα τρυπούλα έμεινε
να
φαντάσου το
πως κάνεις μια βουτιά
και μπαίνεις μέσα!
όμορφα μέσα ε;
και κει θα τελειώσεις το φράχτη σου
μέσα
πρόσεξε
πρόσεξε μην κάνεις το λάθος
ναι
το ξέρω
τούτη η σιγή δεν είναι για καλό
τούτη η άπνοια δεν έχει χαμόγελο μέσα της
έχει σάπια δόντια
και κίτρινα βλέμματα
μην δίνεις σημασία στα βλέμματα
προχώρα
έλα
κάνε αυτό που πρέπει
έλα!
βιάσου!

Το Μεγάλο Κύμα σηκώθηκε
μέσα από τα έγκατα όλων των αρχαίων και ξεχασμένων και ρυπαρών διαστάσεων μορφώθηκε
το σώμα του το ένιωσε
λες και του έκοβαν τα μέλη ένα προς ένα
και τα συναρμολογούσαν ξανά
αδέξιοι ‘μάστορες’
λες 
και ο Προκρούστης είχε σαρκωθεί μέσα στα σπλάχνα του
και τον κοιτούσε με τον ακονισμένο μπαλτά του
πίσω από το φριχτό του χαμόγελο
οι αρθρώσεις του έτριζαν
τα κόκκαλά του ράγιζαν
το μυαλό του στένευε
η φωνή της τον μαστίγωνε

«χορεύω τώρα πάνω στα νεφρά σου!
και απολαμβάνω το πυρώδες σπέρμα σου!
έλος και πύο και σάλιο από φωτιά
θα σε κάνω
έρχομαι Ολόκληρη όλοι οι Αιώνες
αναδύομαι από το Χτες και το Πάντα
γεννημένη για να σε ερωτεύομαι
για να σε τρώω
για να σε γεύομαι!!
έρχομαι
να με υποδεχτείς
με το πιο όμορφα
διαμελισμένο σου είναι!»

τώρα σου λέω!
τώρα!

με όση αγάπη έμεινε στα βλέφαρά μου
ψυχή μου
με όση αγάπη!!
τώρα!

……………………………..

σηκώθηκε 
έκανε βήματα αργά
κουτσαίνοντας
ως το παράθυρό του
έβλεπε τα είδωλα θολά
έβλεπε
άνοιξε το παραθυρόφυλλο
δροσιά και ήλιος 
χίμηξαν
χίμηξαν πάνω του

μυρμήγκιασε ολόκληρος
έπεσε στα γόνατα
κι άρχισε να κλαίει σαν μωρό παιδί

διψάω
είπε
και ο ήλιος έτρεχε πάνω στο σώμα του…




Experiment IX

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

  


Χάθηκες…
Που ήσουν;
Έλειψες καιρό… πολύ καιρό…
Κι είχα αρχίσει να το συνηθίζω
Ήσουν μαζί μου βέβαια
Το ξέρεις 
Ήσουν εντός μου
Όμως γυρνούσα πάντα το κεφάλι στις γωνιές των δρόμων
Μην τύχει να σε δω
Το βήμα σου…
Εκείνο το αντάρτικο χαμόγελο
στα μάτια σου…
την ενοχή
πως πάλι άργησες, πάλι έπρεπε να περιμένω…
Δυο λεπτά ή τρία ή πέντε το πολύ… 
Δεν μου είχε περάσει απ’το νου
πως θα έρχονταν οι εποχές που τα λεπτά θα ήταν ημέρες
μήνες και χρόνια…

Είχες χαθεί… που ήσουν;
Έλειψες καιρό…
Εχθές μονάχα έγινε ένα μικρό θαύμα
και σε αντίκρισα μες στο δωμάτιό μου!
Καθόσουν στην καρέκλα μου
Φορούσες ένα μπλουζάκι μου
Όπως τότε
Πάλευες, νομίζω
να χαμογελάσεις πάλι
Αλλά έμοιαζε με μορφασμό πόνου τούτο το χαμόγελο
Έψαξα για το βλέμμα σου
Μα εσύ κοιτούσες χαμηλά…
Ζύγωσα με την καρδιά μου ανάστατη
να νιώσω την αύρα σου, το άρωμά σου
μα μόλις σε πλησίασα αρκετά
στη στιγμή
χάθηκες πάλι…

Κι ωσότου η οδύνη από αυτό το νέο χωρισμό
να γίνει σύννεφο ή σκιά και να διαλυθεί στο άπειρο 
άκουσα τη φωνή σου σιγανή 
να έρχεται
σαν ψίθυρος
Λησμόνησέ με…

κι έγειρα στο κρεβάτι μου
μαζί με τη σιωπή μου
μαζί με την κραυγή μου
μαζί με το τίποτα 
που είχε για μια στιγμή άφατης ηδύτητας

γεμίσει με το όλο…


Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

 

Μοιραστήκαμε τον κόσμο
σε μια δρασκελιά φωτός
σε μια νύχτια μέθη
αλλά ξένοι απομείναμε

Απόμερα

Στου πρωινού αστεριού 
το ουράνιο πλήγμα 
εμείς
Ανέκπληκτοι …

Είχε λοιπόν
αποσώσει ένα δάσος από ανάσες το χαμόγελό σου

στο είπα
φεύγοντας μόνη
στερεώνεις μονάχα το κενό
κι είχε το βλέμμα σου τόση λαχτάρα
να βουτήξει στο Ένα
που βουβός το άπλωσα στο πρόσωπό μου
ακέραιο
να μην ραγίσει…

Μοιραστήκαμε το δέος
σε μια γουλιά σελήνης
κρατήσαμε στα χέρια μας το αιώνιο θαύμα
κι όμως
ανέκφραστοι χαρήκαμε

Στου βραδινού ναυαγισμένου ήλιου
την έκπληκτη αποδρομή
εμείς

Ανέκπληκτοι…





Another Plane Went Down


Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026


Θηλιά από αγκάθια

Ένα μικρό χαμόγελο
ψελλίζω
μου ήταν αρκετό
κι όμως δεν ήταν…
ποτέ δεν ήταν…
τριάντα χρόνια κρυβόμουν
στο μακελειό του αγώνα
συνωμοτούσα εναντίον σου
παρίστανα τον σύμμαχό σου…

όταν ακούω τον εαυτό μου
η φωνή βγαίνει απ’τα συρτάρια
κι απ’τους ξυσμένους τοίχους
κι απ’τα βρόμικα παράθυρα
κι απ’ τα ελεεινά παπούτσια
δεν βγαίνει από στόμα αυτή η φωνή

κι όταν με αντικρίζω
βλέπω το πρόσωπο ενός άλλου
ενός που ντύθηκε το χώμα
ενός που πλύθηκε το αγοραίο
ενός που αγόρασε ακριβά το χθες
για να το ξεπουλήσει στο αύριο

ενός που αρκείται στο ίδιο ψέμα
για να κουβαλάει την κάθε νύχτα
ως το επόμενο πρωινό

και να σηκώνει απ’το κρεβάτι
μαζί με το λερό του σώμα


και μια θηλιά από αγκάθια…

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026



Τετρ-ακέφαλος


θα περάσεις προφήτη τη διχασμένη θάλασσα;
θα λερώσεις τα πόδια σου στο χώμα των χρονισμένων ανθρώπων;
έχει μπροστά σου το χρυσό μοσχάρι ανατείλει
κι εσύ ακόμη ονειρεύεσαι
τη μοναδικότητά σου…

αλλά η καταγωγή
έχει το αίμα της δαμασκηνό
έχει τη φωτιά της λήθης
κι το χαμόγελο έχει
της μεθυσμένης άγνοιας

στο κάτω κάτω
μοχθηρέ προφήτη
οι άνθρωποι ζουν
γιατί εμπιστεύονται το χθες
και όχι το αύριο…

από τους λόγους που δεν σου αρμόζουν
φύλακα των Τόπων της Ματιάς
το σημείο στο κέντρο του κύκλου
οι τρεις ευθείες στο ισόπλευρο τρίγωνο
το ισοσκελές τετράπλευρο
ο κύβος που απλώνεται
για να γίνει σταυρός
η σφαίρα που θέλγει 
με την απροσδόκητη αρμονία της…

κι από τους όρκους που σου αρμόζουν
μύστη της χώρας με τη μαύρη άμμο
η χαίνουσα πληγή του βασιλιά
το σκοτωμένο νερό των ποταμών
οι πρωτότοκοι γιοί που τουμπάνιασαν

αλλά
στο λέω ξανά
η καταγωγή
έχει δαφοινό το αίμα της
το υδατώδες έχει
πυρ της λησμονιάς
κι έχει το βλέμμα της σελήνης που κοιμάται

στο κάτω κάτω
νοσηρέ προφήτη
οι άνθρωποι ερωτεύονται
με τα χέρια τους
κι όχι με την καρδιά τους…

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026


έτσι
…θα έχει το απρόσμενο θάρρος να μου μιλήσει
κι εγώ θα Τον ακούω με μια παράξενη τρυφερότητα
όχι πως θα έχω μαγευτεί απ’την αφήγησή Του
μα θα’ναι πιο πάνω απ’τις δυνάμεις μου
να του αρνηθώ τούτη την ηδύτητα στην έκφρασή μου
και απογυμνωμένος
άοπλος
αθωράκιστος
λίγο λίγο…
θα Του παραδίνομαι

έτσι
…θα έχει το ύφος του χορτασμένου πολεμιστή
από κατακτήσεις, πολιορκήσεις, δηώσεις, βεβηλώσεις
και θα αφήνει το βλέμμα Του να ξεκουράζεται
μονάχα πάνω στην Γη
θα την αγγίζει και θα της μιλά
και θα μοιάζει σαν εραστής που απολαμβάνει
να θωπεύει την αγαπημένη του

έτσι
…και θα αποφεύγει να με βλέπει
τα μάτια Του δε θα τα ρίχνει επάνω μου
επάνω στη ντροπή
επάνω στη φτώχια μου
και θα αποφεύγει να με συναντάει στη ματιά Του…

έτσι
…νωχελικά θα με πάρει
θα με ρουφήξει
θα με πιει
χωρίς να με ρωτήσει
χωρίς να μου το πει
αναίμακτα
όπως η Μάνα του υποδέχεται το ζεστό υγρό
στα αρχαία Της σκέλια
έτσι
στα ωραία ερωτικά Του βάθη
θα με νανουρίσει…


I Dreamed My Genesis