Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009




αίσθηση…

σου είπα
μην αλλοιώνεις τη σιωπή
απόλαυσέ την
όσο διαρκεί
μην την λερώνεις
με σταυροφόρες σκέψεις
μη την διασπάς…

μου είπες
η σιωπή μοιάζει
με σεντόνι
φτιαγμένο από αγκάθια
έξω
στο ψύχος του κόσμου
εσύ γυμνός
πρέπει να την φορέσεις
πληγώνεσαι
ματώνεις
αλλά δεν έχεις άλλον εαυτό
κι αν το’θελες
να ακυρώσεις…

σου είπα
έχεις το χέρι
έχεις την αφή
ένα ρίγος αρκεί
να σε μεταμορφώσει
αν είναι παιδί του Απείρου
έτσι δεν είναι;

μου είπες
άσε τις λέξεις
να ανδρώνονται ακέραιες
στη κάθε αυγή
θα έχεις εμένα
θα έχεις το χρόνο
θα έχεις τη στιγμή
άσε τις μέρες
ηλιόλουστες
μεθυστικές
άσε τις φλόγες
από τα δάνεια βράδια
να σε τυλίγουν
άσε τα σώματα
να μας γνωρίσουν τη νύχτα
την αίσθηση άσε
αυτή
την τελευταία
πριν αποχωριστούμε
να μιλά για μας…

Νοε 2009

Φωτο από: http://dinosma.wordpress.com/2008/07

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009


αφηγείται...

το λεπτό σου σώμα
μου αφηγείται
έχεις φιλοξενήσει ήλιο και χώμα
από τα καλοκαίρια σου
στο στήθος
και αρμόζει καλύτερα στη νύχτα
να μου τα προσφέρει

μια στιγμή από Κυριακή
ένα πρόσφορο Σαββάτου

χαμογελώ λοιπόν
όπως μου ζήτησες...

ανεκτικός που στάθηκε ο πόνος
και μου επέτρεψε να σε αγκαλιάσω
πάνω που ξημέρωνε
η πιο μεγάλη Δευτέρα
της ζωής μου...

Νοε 2009

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009



Μαθαίνω…

Ο κόσμος
έχει ένα αλμυρό χαμόγελο
σαν όστρακο πάνω στην αρχαία πέτρα
και μια ρυτίδα από έρωτα
που κρυώνει στο χρόνο
με ρωτάει στο χθες ο άγνωστος άνθρωπος
ποιο τίμημα έχει η αναλγησία
και’γω δεν ξέρω να κοιτάξω το στερέωμα
παρά μονάχα να σιωπώ…

η θάλασσα
έχει το χρώμα του οινοπνεύματος
και την οσμή του πένθους
με ρωτάει στο σήμερα
ο άγνωστος θεός
ποια γεύση έχει η αθανασία
και’γω δεν ξέρω να διαβάσω τον πόνο
κι έτσι σιωπώ…

έχει ο ουρανός
το χρώμα της νεκρής φωτιάς
και τη στυφή ανάσα του αιώνιου
με ρωτάει στο αύριο
ο άγνωστος εγώ
ποιο είναι το αίμα της ελπίδας
και’γω δεν ξέρω να κρύψω
τα δάκρυα που πικραίνουν τα χείλη
κι έτσι
μαθαίνω πως είναι πάντα να σιωπώ…

Νοε 2009

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009


Advocatus Sancti Sepulchri



Γιατί ήρθες ως εδώ
ταπεινέ ιππότη της Λωραίννης
χωρικέ της Προβηγκίας
ανώνυμε άνθρωπε της Εσπερίας;
συντρίμμια είναι τα ιδανικά σου
πριν καν ξεκινήσεις από τη μακρινή σου εστία
στα σάπια δόντια σου
κρατούσες έναν εφιάλτη
απ'τα οράματά σου
δεν ερμήνευσες σωστά κανένα
η καρδιά σου είχε ένα παλμό αλλόκοτο
η ματιά σου έχει ερωτευτεί την αρπαγή
την απληστία


στο δρόμο προς την Αγία Πόλη
δήωσες
βίασες
έκλεψες
σταύρωσες το Χριστό ξανά
άπειρες φορές
κάρφωσες το σώμα Του
έφτυσες στο τάφο Του
και ήρθες απόψε να τον λευτερώσεις…



ιερέ πολεμιστή
με το κόκκινο σταυρό στο στήθος
είσαι ακόμη ρυπαρός
χαμερπής και ανόητος
χάραξες το σύμβολο της ζωής
και έγινες κιόλας ο ίδιος
θάνατος και καταστροφή


γύρισε πίσω!
άδραξε την ευκαιρία που σου δίνω
γύρισε στη πατρίδα σου
εκεί να ανακαλύψεις το βασίλειο
της καρδιάς σου
γίνε της ζωής σου σταυροφόρος
γίνε των παιδιών σου ήρωας
με την απαντοχή σου
με το άδολο χαμόγελό σου
με το ζεστό σου χάδι
και μέρεψε επιτέλους
για μια αιωνιότητα
τη καταιγίδα της ψυχής σου…



θωρακοφόρε μαχητή του Χριστού
σε απεχθάνομαι!
ήρθες να ιδρύσεις ένα μυθικό Βασίλειο
ήρθες να στοιχειώσεις τα βήματα Εκείνου
στο βρώμικό σου χνώτο
το αίμα όσων έσφαξες
στη Νίκαια
στο Δορύλαιο
στην Αντιόχεια
πηχτό το άλικο ιερό ποτάμι
ακόμα ζέχνει
πίσω από τούτη τη γυαλισμένη πανοπλία
χτυπάει του σταυρωτή η καρδιά
κι όμως
ακόμη δεν τελειώσαν όλα
γίνε ξανά παιδί!
και τότε έλα πάλι
να σε υποδεχθώ όπως σου πρέπει
γίνε ξανά παιδί
πέτα τις πανοπλίες
χαμογέλασε στον άνεμο
στη θάλασσα
στο χώμα
κι έλα ξανά
να σου ανοίξω την Πύλη για το μοναδικό Βασίλειο
του αληθινού εαυτού σου!



τολμητία πολεμιστή
με το μικρό σου ανάστημα
και τα μεγάλα όνειρα
τους κόκκινους μανδύες
τους πορφυρούς χιτώνες
σε αποδιώχνω!
τα χέρια σου στάζουν θάνατο
τα μάτια σου στάζουν λάγνα φρίκη
και σηώδεις σκέψεις
κλωθογυρίζουν στο κεφάλι σου
γύρισε πίσω!
ψάξε ξανά
βαθιά
αν θέλεις τείχη να γκρεμίσεις
γκρέμισε τα δικά σου
κι αν δεν σου κάνει ο ουρανός που άφησες
στη Νορμανδία
στη Βουλώνη
στις ακτές της Ιταλίας
φτιάξε λοιπόν ένα καινούργιο
κι αν δεν ξεδίψασες
απ’το νερό που έπινες
άντλησε απ’τα φρέατα της ψυχής σου
όση αθανασία σου απέμεινε
που να μην σε σκοτώνει!



ξανθομάλλη πορθητή του Ωραίου
φυλακισμένε ελεύθερε
γοργά βαδίζει η νύχτα σε τούτη τη γη
πρέπει να φύγω
πάνω απ΄τα θεόκτιστα τείχη
που ονειρεύεσαι να πάρεις
ξημερώνει ένας ήλιος άρρωστος
ξημερώνουν ατσάλινες ώρες
και μέρες οργής
οιμωγές αθώων
νεκρών αποφορές
ράκη ιδεών
αποστάγματα φωτιάς
του Εσταυρωμένου ο βηματισμός
του Ανθρώπου ο ρόγχος


κι έχω για αιώνες
τόσα βλέμματα να ορθώσω
κι έχω για νύχτες αναρίθμητες
τόση ελπίδα να στερεώσω…



Νοε 2009

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

χειρόγραφα


κοίταξα κάτι παλιά χειρόγραφά μου…


η ψυχή σκαρφαλωμένη στις προτάσεις

πάνω στις λέξεις

ήλιοι αρματοδρόμοι

φεγγάρια αλήτικα

τα ο

τα α

τα ω

ακόμη ζωντανά

σύμπαντα που γεννήθηκαν ένα μελαγχολικό πρωινό

να υμνήσουν την απουσία σου

κι έσβησαν ρουφηγμένα από μαύρες τρύπες

πεθαμένων άστρων

που έζησαν μια ολόφωτη δόξα

κι άφησαν γενναιόδωρη πίσω τους

μια διάπυρη τροχιά

στην Λευκή Νύχτα του σπαραγμού τους…


αίμα στάζουν τούτα τα χειρόγραφα

και αλήθεια όμως

η καρδιά αγωνιούσε να κερδίσει ανάσες

το μυαλό αγωνιζόταν

να κερδίσει διαστάσεις

τα δάχτυλα πάλευαν

να προλάβουν να χύσουν στο ταπεινό χαρτί

τη λάβα του ε ί ν α ι

τα δάκρυα πάσχιζαν

να περιγράψουν όλο το πρόσωπο…


περπατούσες κι εσύ ανάμεσά τους

είχες εκείνο το πλούσιο χαμόγελο

που έπαιρνε από τα μάτια σου

όση αθανασία του έπρεπε

κι αρμονική και ισόρροπη

πάντα

λικνιζόσουν ανάμεσα στις ώρες…

υπέροχη!…


έκλεισα κείνα τα χειρόγραφα

δεν άντεχα άλλο

να είσαι ηνίοχος του ποταμού φωτιάς

που σε διατρέχει

είναι από τη λήθη πιο δύσκολο

από τη μέθη πιο οδυνηρό

πιο σπλαχνική η φυλακή του απείρου

από όλη τούτη τη πυρετική κατάβαση


μονάχα αισθάνθηκα

καθώς κρατούσα τις σελίδες

ξανά

ακόμα μια φορά

τη πυρωμένη ανάσα σου

το δροσερό σου πυρετό

καθώς κυλούσε σαν αγέρι που δραπέτευσε

από την αιωνιότητα

πάνω στον ώμο μου

ρίγησα

γύρισα να δω…

κανείς

και έκρυψα τα φθαρμένα φύλλα

βαθιά

στον εαυτό μου…


Νοε 2009

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009


Ανθρωπομέτρης

Σάρκινα λουλούδια
φυτρώνουν σε μια άρρωστη γη
πάνω τους κόκκινες δροσοσταλίδες
ο χρόνος
δηλητηριάζει τα φύλλα
και τους μίσχους
ποτίζει με ιχώρ που αχνίζει
Σε είδα ξέρεις
στ’ όνειρό μου
γινόσουν χώμα
γινόσουν δέντρα
γινόσουν σύννεφα
γινόσουν αίμα…

Ο ανθρωπομέτρης
άπλωσε ένα λευκό μανδύα
πάνω στο πρόσωπό μας
το φως τρυπώνει μέσα από τη σκέψη
η αθανασία τρυπώνει από τη προσευχή
η αγάπη απόλυτη τιμή
και δεν αντέχει
ν’αργοπεθαίνει στο περίπου…
Σε είδα πάλι
ν’αγκαλιάζεις τον ήλιο
μονάχα με το χαμόγελό σου
καιγόσουν
γλώσσες φωτιάς
εξέχεαν τα σωθικά σου
και δεν ζητούσες να εξαγοράσεις
το πυρετό με τη δροσιά
αλλά το αύριο
με το τώρα
χωρίς να ξέρεις
πως ζούσες ξανά και ξανά
όλο το παρελθόν σου
σε μια εξάχνωση του απείρου
μόνο…

Ο ανθρωπομέτρης
άνοιξε ένα από τ’αναρίθμητα κελιά του
έβγαλε έναν ανήλικο ήλιο
στον λευκό σου κόρφο τον απίθωσε
άγγιξε τα πλευρά σου
τα φτερά σου άνοιξαν
σε άγγιξε στο πρόσωπο
και η λάμψη από την ομορφιά σου
απλώθηκε σε χίλια στερεώματα
άγγιξε το μυαλό σου
για να μπορέσεις να τον δεις
κι ύστερα
χαμογελώντας σαν μικρό παιδί
με μια του κίνηση
χώρισε το σώμα απ’το κεφάλι
και το ζεστό σου αίμα
που πλημμύρισε την μαύρη θάλασσα
του απείρου
έγινε γεννήσεις
έγινε θάνατοι
έγινε ρίγος
έγινε χώρος
έγινε άνθρωποι
ξανά…

Νοε 2009