Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012




Κέρας


Ανάσαινε η γη ανθρώπους
εκείνο το χειμώνα

δεν το θυμάσαι όμως
ήσουν αγέννητος ακόμα

είχε μια απόκοσμη ομορφιά ο ουρανός
τόση
που δεν τολμούσες να σηκώσεις το βλέμμα
και να τον κοιτάξεις
και στην χόβολη εκείνη των ψυχών
ετοίμαζε τις νέες του αφηγήσεις
ο Ασπιδοφόρος

μα ήσουν στο ταξίδι σου
στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
και δεν θυμάσαι

κάποια στιγμή
όταν το κρύο είχε διατρήσει τη σκέψη μας
όταν το μοναχικό μας δώμα
δεν άντεχε άλλους λυγμούς
κι όταν οι πολεμιστές
είχαν αρχίσει να μουρμουρίζουν
και να σπαθίζουν νευρικά το τίποτα
ο Ασπιδοφόρος άρχισε να τραγουδάει
και όλοι
να ξέρεις
σώπασαν

σώπασαν

το έρμα του Κόσμου
στη ψυχή μου μεγάλο
ω Κύνα και Απρόσιτε Πατέρα
το έρμα του Ανθρώπου
αβάσταχτο έκανες φορτίο
για μένα
ω Μητέρα Λευκή
και Πεπολοφόρα Δέσποινα
το φορτίο έκανες μεγάλο…

και αμίλητοι άκουγαν όλοι
κι ακόμη
έκλαιγαν
έκλαιγαν όλοι σου λέω
γιατί στη χόβολη θέριευαν οι φλόγες
κι ύστερα σβήναν πάλι
γιατί ο χειμώνας γινόταν άνοιξη και καλοκαίρι
και φθινόπωρο
σε μια στιγμή
και όλες οι μάχες της Δημιουργίας
ζωντάνευαν μπροστά μας
από το άχρονο κάποτε
στο απύθμενο κάπου…

ω Άδη ζωφερέ και αφιλόξενε
και συ Στύγα με τη μελανόχρονη ρύση
το έρμα του πόνου είναι ασήκωτο για μένα
κυκλώπειο τούτο το έργο
για τους σάρκινούς μου ώμους 
ω Περσεφόνη ευήμερη και συ Ίσιδα σκοτεινή μητέρα
της αιώνιας θηλυκής ανάσας
μην με λησμονήσετε…

μην με λησμονήσετε…

και φούντωσε κι άλλο η φωτιά
και οι αιώνες σχηματίστηκαν λες απ’το αρχέγονο σκότος
και πήραν μορφές
γινήκαν άνθρωποι και ήρωες και θεοί!
και ο Έρωτας και ο Ζαγρέας και η Εκάτη
και τα ορφανά παιδιά του κόσμου
που άνοιξαν τα μάτια τους
και τα μικρά τους χέρια
και επαιτούσαν
το μερίδιο ανθρωπιάς που τους αρμόζει
και δεν θα το χορτάσουν ποτέ…

και χοροί συμπαντικοί στήθηκαν γύρω μας
και στα στήθια μας η καρδιά πήγαινε να σπάσει
και στα κεφάλια μας μεγάλωνε το ερπετό…

το ερπετό…

και ξαφνικά
σιωπή

κι ύστερα

σιγή…

μα εσύ
στο κέρας του απείρου γλυκά κοιμόσουν
και ευτυχώς
γεννήθηκες
χωρίς την αρχή
ούτε το τέλος που σου έχυσαν στα σπλάχνα
να θυμάσαι


Νοε2012


photo: Silent Hill (2006)

10 σχόλια:

αοράτη είπε...

"μα εσύ
στο κέρας του απείρου γλυκά κοιμόσουν
και ευτυχώς
γεννήθηκες
χωρίς την αρχή
ούτε το τέλος που σου έχυσαν στα σπλάχνα
να θυμάσαι"

Αχ και να σ' είχα δάσκαλο
κοντά σου να μαθαίνω
Ελληνικά απ΄ την αρχή....

Εύχομαι κάθε σου Ανατολή να γεννά ήλιους έμπνευσης και δημιουργίας..!

Eriugena είπε...

Πολλές φορές ξεκινώ απο το τέλος των ποιημάτων σου φίλε μου, γιατί αυτό με βοηθά να ξετυλίξω την δική μου ερμηνεία, αλλά εδώ νομίζω πως το τέλος έχει μέσα του έναν σημαντικό πυρήνα που αν ξεφύγει απο τον αναγνώστη θα στερηθεί αυτός όλη τη μαγεία του...ας προσέχουν βέβαια οι αναγνώστες, κάθε στίχος ανθρώπων που χύνουν αίμα (όχι μονο στο χαρτί) έχει την ουσία του..
".. και ξαφνικά
σιωπή/κι ύστερα
σιγή…/μα εσύ/
στο κέρας του απείρου γλυκά/κοιμόσουν
και ευτυχώς/γεννήθηκες
χωρίς την αρχή/ούτε το τέλος που σου έχυσαν στα σπλάχνα
να θυμάσαι.."
Νομίζω πως αυτό και μόνο θα αρκούσε να στηρίξει την παρθενία του όντος, την αληθινή νεότητά του που δεν ΕΙΝΑΙ μόνον αλλά και λαγοκοιμάται ως Δύναμη-Δυνατότητα πάντα σε μια αμυχή στο βαρυφορτωμένο ανάγλυφο του Κόσμου, του Κόσμου της Μνήμης, της Μνήμης των "άγριων" εκκινήσεων και αναμοχλέυσεων που γέννησαν την ουσία.
Εικόνες αρχέγονης προ-δημιουργίας, εικόνες που περιέχουν μέσα τους το βάρος τόσο της Νέκυιας όσο και της θεογονίας, συνθλίβουν τους ώμους του θαρραλέου ταξιδευτή, που ζήτησε τη μοίρα του να μοιράσει με αυτές τις εικόνες.." το έρμα του Κόσμου/ στη ψυχή μου μεγάλο" αβάσταχττο το φορτίο του δημιουργημένου να σηκώσει το δημιουργόν, και μια σειρά σκιερών μορφών διαμαρτύρονται σαν να σέρνονται στον Άδη ή την Κόλαση, αλλά δεν σέρνονται εκεί, αλλά στην "χόβολη" των ψυχών, ΕΙΝΑΙ αυτή η χόβολη..Είναι οι ψυχές στο πυρ ή το πυρ; μα και τα δύο θα έλεγα, αυτό ακριβώς: το αδιάκριτο ακόμα πυρ/ψυχές (στέκομαι ευλαβικά στην εύστοχη επιλογή του πληθυντικού) που προετοιμάζει τον κόσμο της παρθενικής ψυχής. Της ψυχής ωστόσο που έχει ήδη μέσα της το αμάλγμα όλων των επώδυνων πυρακτώσεων της δημιουργίας. Ο Ασπιδοφόρος, ο Απρόσιτος, άρχισε να ΤΡΑΓΟΥΔΑ το τραγούδι του πόνου που είναι μέσα στις φλόγες της ανάδυσης αυτής, και τότε όλες οι μορφές άριχσαν να χορεύουν, το πριν αυτού που ζούμε..Όμως όλα αυτα για να ετοιμαστεί ο Κόσμος για το ανέγγιχτο ακόμα, απο πόνο, ον, που όμως έχει μέσα στα σπάχνα του το τέλος και την αρχή χυμένα.Θα ήταν φοβερό να δεί κανείς αυτή την αφήγηση να συνεχίζεται, όπως αρχαϊκά έπη. Αλήθεια, αν και μπορώ να σχηματίσω μια εικόνα πλέον των περιπετειών αυτού του όντος, σήμερα μου λείπει η δεύτερη σελίδα..φλέγομαι για την συνέχεια..
Με αγάπη..

Νimertis είπε...

γλυκιά μου αοράτη
πολύ τιμητικό αυτό που μου έγραψες φίλη μου...
σ'ευχαριστώ πολύ!

και για την μοναδική ευχή σου... την έχω ανάγκη...

Νimertis είπε...

αγαπημένε μου Ιωάννη
έχεις πάντα τον δικό σου μοναδικό τρόπο να διαβάζεις και να ανιχνεύεις τις εσωτερικές συνιστώσες του ποιήματος... και μου δίνεις την προοπτική εκείνου που ενώ ξεχύνεται από μέσα μου σε μια πυρακτωμένη μορφή παίρνει μορφή και σχήμα και γίνεται ένα αφήγημα που μπορώ με περισσότερη ψυχραιμία να το ξαναδώ... να το αγγίξω...
ίσως να λείπει, δίκιο έχεις, μια επόμενη σελίδα...
(η χόβολη ΕΙΝΑΙ με ταρακούνησε αρκετά θα έλεγα...)

με έβαλες σε σκέψεις φίλε μου...
έχεις την αγάπη μου...

Νimertis είπε...

και θέλω ιδιαίτερα να σ'ευχαριστήσω Ιωάννη μου για τις πρώτες σου λέξεις στο σχόλιό σου...
τις ένιωσα φίλε μου...

ποιώ-ελένη είπε...

το έρμα του Κόσμου
στη ψυχή μου μεγάλο
ω Κύνα και Απρόσιτε Πατέρα
το έρμα του Ανθρώπου
αβάσταχτο έκανες φορτίο
για μένα
ω Μητέρα Λευκή
και Πεπολοφόρα Δέσποινα
το φορτίο έκανες μεγάλο…

Τα φορτία είναι τα φορτώνονται
αυτοί που διαθέτουν του "ανθρώπου"
τη δύναμη και την αλκή... για όσους δεν λυγούν και ακούραστοι πορεύονται

Φιλί θαυμασμού

Νimertis είπε...

τη δύναμη και την αλκή... κρατώ τις λέξεις σου Ελένη μου και ακόμη το φιλί σου αγαπημένη μου φίλη... σ'ευχαριστώ!! σε φιλώ κι εγώ...

popi είπε...

Είναι κάτι ώρες παράξενες που η περισυλλογή ξαγρυπνά εφιάλτης στο μισοκοιμισμένο απόκομμα του εαυτού σου και προσπαθείς να συλλέξεις μνήμες μακρινών αιώνων στα ραγίσματα του καθρέφτη, να συνταιριάξεις την εικόνα της στιγμής σταθμού που χάραξε την αφετηρία του πόνου και το βάρος μιάς αστάθμητης ενοχής - που έγινε χρησμός - φορτώνει λέξεις άτονες την ελαφρότητα της συνείδησης. Κοιτάς το βάθος της αντανάκλασης και φλέγεσαι απ' την πολυσημία των νοημάτων που κυνηγούν τη σκιά σου στα έγκατα του αβάσταχτου.
Κρυμμένος στο απόσκιο του ΄Αδη, αναζητάς την αιτιολογία της κατάρας που ακολουθεί ως ερινύα τις παλινδρομικές μετακομίσεις του Είναι, σκάβεις στο έρεβος - με καταλαγιασμένο το φώς σου πίσω απ' τη μάσκα του ανώνυμου - για την αρχή της συνωμοσίας που κρέμασε την καταδίκη στη ρίζα των φτερών σου, ακινητοποιώντας τον οργασμό της πτήσης σ' ένα κέρας σπασμένο - όχι εκείνο της Αμάλθειας - από της μνήμης την επαναφορά.
Καλέ μου, οι ορφικές κραυγές σου συγκλονίζουν την Εκάτη, αναγνωρίζει το φώς του Ωρίωνα στη λύρα σου και οι έξοδοι της νύχτας ανοίγονται στην ανάβασή σου στο ΄Εαρ. Δεν έχω λόγια να σ' ευχαριστήσω για τα συμπαντικά ταξίδια που απολαμβάνω στους φθόγγους σου. Δημιουργός φωτός και φώς συνάμα, νιώθω τυχερή που υπάρχεις και αποθηκεύω δύναμη και ουτοπία, στίχους κι αστέρια. Δέομαι τα καλύτερα για σένα αγαπημένε Νημερτή !

Νimertis είπε...

popi το κείμενό σου αυτό -γιατί δεν είναι βέβαια σχόλιο - αποτελεί για μένα μεγάλη και πολύ ευχάριστη έκπληξη!
το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω και δεν το χορταίνω...
σ'ευχαριστώ από καρδιάς για την ανάλυσή σου που τη θεωρώ υποδειγματική! εξαιρετική...
εύχομαι να είσαι καλά... με τίμησες δεόντως!!

Χ είπε...

!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!