Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

ΠΟΣΟ ΜΑΣ ΛΕΙΠΕΙΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΕ...



...Η αθανασία του δημιουργού πληρώνεται με το ήπαρ του Προμηθέα και με τους άθλους του Ηρακλή. Ο μεγάλος ποιητής αγριεύει το μεγαλείο και το αγγίζει. Και η οργή του μεγαλείου[1] είναι άνεμος που τρελαίνει τα ακρωτήρια.

            Είναι ασύλληπτη υπόθεση η βιογραφία του αληθινού ποιητή. Η μοναξιά και η πίκρα του έχει εφτά δέρματα, λέει ο ξένος[2]. Και ο δικός μας έγραψε πως ο ποιητής, αν είναι να δημιουργήσει έργο, οφείλει να σπαταλήσει τη ζωή του ως την ίνα και ως τη ρανίδα[3]...

            ...Είναι τυχαίο, δηλαδή, που ο Σολωμός, ο Παπαδιαμάντης, ο Καβάφης, κι αν θέλεις να πάμε πιο βαθιά, ο Ηράκλειτος, ο Πλάτων, ο Νίτσε, ζήσανε και πεθάναν έρημοι, ανέστιοι, ανυμέναιοι, ολιγόκοσμοι, άπαιδοι και μοναχικοί;

            Περπατάς, βλοσυρός και ολομόναχος, στις σιωπές και στα σκοτάδια, σαν το δήμιο! Ετσι εμυκτήρισε κάποτε ο Ραφαήλ το Μιχαήλ Αγγελο. Και την άγρια φλόγα του δαιμονίου του.

            Και ο Ντα Βίντσι, νέος ακόμα και γέροντας μετά, όλο και συχνορωτούσε τον εαυτό του: Γιατί, Λεονάρντο, βασανίζεσαι τόσο![4]

            Στο Υπόγειο του Ντοστογιέβσκι, ο προσεκτικός αναγνώστης βρίσκει μια φράση που τον κεντρώνει, όπως κεντρώνει ο σκορπιός ανύποπτο παιδί, Μετά τα σαράντα τους χρόνια, γράφει, μόνο οι ηλίθιοι και οι απατεώνες μπορούν να ζουν ακόμη.

            Η παραπάνω πρόταση γίνεται τρόπος να κατανοηθεί μόνο μέσα στο πλαίσιο του τι βλέπει και τι πάσχει ο ποιητής, ο άνθρωπος δηλαδή ο γνήσιος σχετικά με την αλήθεια και την ανθρωπιά, που ζει μέσα στη φύση και μέσα στην πόλη.

            Από τη μια μεριά είναι η θέαση του φυσικού κακού που τον συντρίβει ενωρίς. Η αδυσώπητη φύση, η απάθεια και η αμεθεξία της στην επίκληση του ανθρώπου να του παρασταθεί. Το ολιγόβιο, το ανίσχυρο, οι αρρώστειες, τα χτυπήματα, η ασχήμια, τα λυπηρά γεράματα. Και προπαντός που μια μέρα θα πεθάνουμε. Ο θάνατος. Οταν πεθαίνει ένας, μαζί του πεθαίνει όλο το σύμπαν.

            Και από την άλλη μεριά είναι η θέαση του ηθικού κακού. Είναι το θηριώδες που κουβαλάει μέσα του ο καθένας μας. Είναι η γνώση της αδικίας μέσα στην κοινότητα, της σκλήρυνσης του αισθητηριακού μας δέκτη. Είναι, που τα προβλήματα και οι έγνοιες μας για τον αγώνα της μέρας, κατασταίνουν τον εγκέφαλό μας μεταλλικό μηχανισμό.

            Ολα αυτά τα κακά και τα αναγκαία ο ποιητής αυτός που δεν πέφτει ποτέ σε ακηδία ζωής, δεν ημπορεί να τα αντέξει για πολύ. Και τον συντρίβουν. Και πάει άγουρος...

            ...Και ο Λεονάρντο ντα Βίντσι έφτασε να γεράσει, για να κάμει την ανακάλυψη της ζωής του: ενώ στοχαζόμουν να μάθω πως να ζω, στο τέλος είχα μάθει πως να πεθάνω...

(Δ.Λιαντίνης, ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ)



[1]Nietzsche F., 2, 1133: Υπάρχει κάτι που εγώ το ονομάζω οργή του Μεγάλου

[2]Nietzsche F., 2, 1134

[3]Ο γνωστός αφορισμός του Καβάφη: Ο τεχνίτης, μια και θέτει το έργο του πάνω απ'όλα, οφείλει να καταστρέψει το άτομό του χάριν του έργου του.

[4]Λεονάρντο Ντα Βίντσι, Kodex Atlanticus

Δεν υπάρχουν σχόλια: