Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010


Οικέτης

Στο σπίτι αυτό που μεγάλωσα
που μεγάλωσε μαζί μου και ο χρόνος
στερεώνω τα μάτια μου
σε τοίχους σάρκινους
φθαρτούς
κι εκείνα αρνούνται τη ψεύτικη ανάπαυση
και πέφτουν

Κόλακας έγινα
του χειμέριου εγώ μου
έτσι ώστε ασφαλής
στις θερινές μου αποδράσεις
να θωπεύω όση έπαρση αποθησαύρισα
στους σκοτεινούς
εαυτικούς μου αιώνες
αλλά απ’την άλλη
ακόμα κι αν έχω τις πρώτες μου συντεταγμένες
κρυμμένες κάπου
κάπου κρυφές
για να εκκαλώ την ήττα μου
δεν επέστρεψε κανείς
από την προκεχωρημένη γραμμή του πυρός
για να μ’εδοφιάσει με ζωτικές
και σφριγηλές
ελπίδες νίκης

κι έτσι

στο σπίτι αυτό
που μεγάλωσα οικέτης
και τόσο καλά γνώρισα
ως και τις υγρές ανάσες στις κόχες
δεν απαντά κανείς
στις ιαχές μου
ούτε κι εγώ πια
απαντώ
στην ηχώ του μυαλού μου

έγινα
ίσως πει κανείς
τόσο πιστό
και θαυμαστό
αντίγραφό μου

δεκ2010

6 σχόλια:

ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΠΥΡΦΟΡΟΣ είπε...

Μισός αιώνας και
Πάνω κάτω το
Σπίτι μου
Πάνω κάτω
Σαλόνι – τραπεζαρία –
Κουζίνα
Πάνω κάτω
Κρεβατοκάμαρα – μπάνιο και
Παιδικό
Να λούζομαι στις βροχές
Να πνίγομαι στις καταιγίδες
"Βοήθεια", να φωνάζω
Και πάνω κάτω τα
Φαντάσματα
Δεν έχουν μυρωδιά
Τα φαντάσματα
Σε σκιάζουν μόνο
Και σέρνουν τις παντόφλες σου
Κι εγώ με τις κάλτσες
Να υποψιάζομαι
Τους τοίχους
Που μούσκεψαν από υγρασία –
Σωλήνες που έσπασαν νερού
Πάνω και κάτω στο στερέωμα
Κι εσείς – σκιές μου
Ακίνητες
Και το ραδιόφωνο
Ξελαρυγγιάζεται
Για μια γκαρσόνα
Που σφυρίζει μάγκικο σκοπό
Κι οι φίλοι
Που δεν ήρθαν
Κι οι πόνοι έρχονται
Και το μωρό κλωτσάει
Και πάνω κάτω
Προφυλαγμένη, όπως το
ήθελες μπαμπά, από τ’ αστέρια
Που με μάλωσαν πολύ

Και σπάνε τα νερά
Κι εγώ να ανεβαίνω με
τα τέσσερα
Να κατεβαίνω σέρνοντας
Και τα φαντάσματα
Τα δάση που μουσκεύουν
Οι βάρκες…τι κρίμα που
Δεν έφυγα τότες παιδί
Να με ψάχνουν
Να μη με βρίσκουν πουθενά

Άνω κάτω το σπίτι μου
Κατσαρόλες παντού
Να μαζεύουν τα νερά μου
Που σπάσαν
«μην κλαις, μωρό μου. Όνειρο είναι»
Οι φίλοι ακόμη να φανούν
Κι ο μπαμπάς κουρασμένος
στο μνήμα κοιμάται

Σαλόνι - κρεβατοκάμαρα ∙
Μια βροχή ακόμη..
Κι ο γιατρός αργεί
Κι οι τοίχοι περπατούν
Πάνω κάτω κι αυτοί
Μ’ ακολουθούν
Όσο πιάνει ένα μνήμα -
Μεγάλο ταξίδι
Το σπίτι μου..

Σ' αγαπάω Νημερτή!

ΛΥΧΝΟΣ ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ είπε...

μπήκα στο σπίτι σου... την ώρα του ύπνου σου... τα φαντάσματα να διώξω... ξάγρυπνος άγγελος-φύλακάς σου εγώ...
στου μυαλού σου την ηχώ με τις ιαχές μας απάντησα... γιατί οι εμείς, πιστό αντίγραφο ένα γεννηθήκαμε...

nimertis είπε...

κι εγώ σ'αγαπάω Ευαγγελία μου... να το ξέρεις αυτό... [σ'ευχαριστώ που τούτους τους στίχους τους εμπιστεύτηκες κι εδώ... από τις γραφές σου τις πολύ ξεχωριστές...]

καλημέρα Λύχνε... με γλύκαναν τα λόγια σου...

λογια εικονες τραγουδια είπε...

και δε ξερεις τι να κανεις μ αυτο το σπιτι, να φυγεις, να το πουλησεις , να κατοικεις, να φερεις κι αλλο ανθρωπο μεσα, να το νοικιασεις,

καθε φορα που μπαινεις αισθανεσαι οτι εδω ειναι οι αλλοι, οι αγαπημενοι, θα σε χαιρετησουν , θα σε περιμενουν, κι οταν φυγεις θα σε ξεπροβοδισουν,

με μια λαχταρα πας εκει, ειναι και φορες που ησυχαζεις , που λες ,

να , αυτο ειναι το μονο μερος που μπορω να ζω κι ας ειμαι μονος,
κι ερχονται οι ιστοριες και σε τυλιγουν, τα λαθη , τα σωστα , οι ενοχες , οι χαρες,

δυσκολη υποθεση αυτο το σπιτι, εχει τη δικη του ζωη , τους δικους του χρονους, σου μιλαει με τον τροπο του , δισταζεις να μετακινησεις το παραμικρο επιπλο, ακομη και τη σκονη δε θελεις να "χαλασεις",

κι ας λενε οτι σημασια εχουν μονο οι ανθρωποι, ναι, σημασια εχουν μονο οι ανθρωποι,
κι οταν φυγουν αφηνουν τ αποτυπωματα τους , κατι μενει σ αυτο το σπιτι απ αυτους που να το αρνηθεις δε μπορεις, ουτε να τ αντεξεις,

καλε μου φιλε ολα τα γραπτα σου μ αγγιζουν,
τουτο δω λιγο παραπανω

ποιώ-ελένη είπε...

Στη γραμμή του πυρός
τοποθετώ τις ελπίδες μου
και στην ηχώ του μυαλού μου
ανασύρω τις μνήμες μου
σαν θαυμαστό αντίγραφο
σε προφυλάσσω
Την ενδέκατη ώρα θα έρθω
Σε φιλώ

nimertis είπε...

σε φιλώ κι εγώ Ελένη...
κι ένα μεγάλο ευχαριστώ!