Σάββατο 1 Αυγούστου 2015



Εσύ άγνωστε
που με προσπέρασες με το βλέμμα στο δρόμο
τον ιδρώτα στο πρόσωπο
τη σιωπή στο πουκάμισο
δεν ήξερες
πως με διδάσκεις
στην ένταση του πρώτου στοχασμού
να υποδέχομαι την κάθε σταλαγματιά φωτός
σαν δώρο απρόσμενο!

Κι εσύ
που με το φίλο σου αρπάζεσαι
και αραδιάζεις τα τεκμήρια του θριάμβου σου
ενώ εκείνος συρρικνώνεται ολοένα
μπροστά στο ανάστημά σου
δεν ήξερες
πως με διδάσκεις
να αντισταθμίζω στο πυρωμένο χτύπημα της φλέβας
της άρρωστης από το νέκταρ της αλαζονείας
ένα χαμόγελο αδειοσύνης
και την απουσία της ώρας
από το λεπτό
και του λεπτού
από το δευτερόλεπτο…

Όμως κι εσύ
που φωνάζεις
κρυμμένος πίσω από μια στολή
ή μια θέση
ή ένα πρόσκαιρο αξίωμα
δεν ήξερες πως με διδάσκεις
να στερεώνω κάθε βράδυ στον ουρανό
με υπομονή ασκητή
και πείσμα ερημίτη
όλα τα πληγωμένα άστρα
που θα ήταν κιόλας νεκρά
αν δεν προλάβαινε ο Τρελός με τη μαγκούρα
να τα μαζέψει στην αρχαία του αγκαλιά
και να τα εμπιστευτεί
σ’ένα παιδί
ή σ’έναν ονειροπόλο
για να τα θεραπεύσει…

και αν δεν έχουν επιβιώσει όλα τους
ως το επόμενο πρωινό
η τιμωρία μου θα είναι
να μένω σιωπηλός
ώσπου εντός μου ν’αναστηθεί ξανά
σαν φως
σαν έρωτας
σαν λόγος

ο Ένας και ακέραιος
που με διδάσκει διαρκώς
πως
διδάσκαλοι
δεν υπάρχουν
μονάχα
διαρκής μαθητεία…

κι αγάπη


διαρκής…


αυγ2014

Σάββατο 25 Ιουλίου 2015



sensorium  dei


ο θεός είναι ένα μικρό, κάτασπρο βότσαλο
σε μια παραλία με μαύρη άμμο
κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τη σημασία του εκεί
και κανείς δεν ξέρει αν τούτο το ασυμβίβαστο άσπρο στόμα
στο εβένινο πρόσωπο του αγνώστου
αναπνέει

ολόγυρά του
ίχνη από πέλματα
κανείς δεν ξέρει τα δικά του
κανείς δεν έχει βλέμμα
ολόγυρά του
παρουσία ζωής
και απουσία ζωντανών
ολόγυρά του
ούτε ένα χέρι συμπόνιας
ούτε ένα βλέμμα απαξίωσης
ούτε μια ρυτίδα χρόνου

ολόγυρά του
ούτε μια σκέψη
θετική ή αρνητική

και κανείς δεν ξέρει αν τούτο το λευκό φιλί
στο μαύρο πρόσωπο του απείρου
έχει την αγωνία της ύπαρξής του
αν έχει μοναξιά η φυλακή του
κι αν ήθελε
κι εμείς να ξέρουμε

πως ανασαίνει…

αυγ2010

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015


Το Άδειο


Θυμάμαι λοιπόν εκείνη τη μέρα
που έφυγες

δεν θα υποκύψω στον ελεεινό πειρασμό
να την αποκαλέσω αποφράδα
όπως βραβεύει κάποιος μεγαλαυχώντας
σαν επηρμένος αθλοθέτης
τον έσχατο με το αριστείο του πρώτου

το βήμα σου που άνοιξες
για να μπεις στο τελευταίο λεωφορείο
κάπως βιαστική
κι όχι ακριβώς
λυπημένη
περισσότερο αμήχανη

‘θα τα πούμε’
μα ποτέ δεν τα’παμε ξανά
το ξέραμε

από τον ήχο των ανθρώπων
ολόγυρα
από το βάρος του ουρανού
πόσο παράξενο!
από την έλλειψη οξυγόνου

το νιώθαμε

‘να τα λέμε’
και ποτέ δεν τα’παμε ξανά

βλέπεις η σιωπή
είχε ένα κύρος και μια ιερότητα
σαν στοργική τροφός
που τρυφερά το σκέπασε
αυτό το ιλιγγιώδες χάσμα που ανοιγόταν

και δεν τολμήσαμε ποτέ
να την ταράξουμε

‘τα λέμε λοιπόν’
και κρεμόταν απ’τα χείλη μας
το Άδειο


ιούλ2015

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015



Υπήρχε κάτι πένθιμο
σε τούτη τη σιωπή
σαν το χαρταετό
που κόβεται απότομα το νήμα του
αυτό που τον συνδέει με τον άνθρωπο
αυτό που τον συνδέει με το χαμόγελο
και ταξιδεύει για λίγο
όσο να ψελλίσεις ένα
‘μα, πως… πως γίναμε τόσο σιωπηλοί;’
κι ύστερα…
γκρεμίζεται στη γη

Ναι
υπήρχε κάτι πένθιμο
στο τρόπο που έλεγες ‘καλημέρα’
στο τρόπο που έστρωνες το τραπεζομάντηλο
στο τρόπο που ξάπλωνες στο κρεβάτι
για να με υποδεχθείς ερωτικά

Κι αυτός δεν ήταν έρωτας
ήταν μια πρόσκαιρη συμμαχία
με το εγώ μας
μια θορυβώδης παράσταση σκιών
τόσο ώστε να μη μας ξεκουφαίνει
η κραυγή της θλίψης

Εσύ να δώσεις στο γκρι
μια απόχρωση γαλάζιου
να δώσω εγώ στο σκοτάδι
μια ρυτίδα από φως…

Κι όταν δεν θα’χω;
αναρωτιόμουν
όταν δεν θα’χω πια;
εσύ μου απαντούσες με κείνο το δειλό
σα ρωγμή στον κατάλευκο τοίχο
πένθιμο χαμόγελό σου



Ιουλ2010

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2015


Ένδυμα


Κι έτσι να ξέρεις χάνονται οι άνθρωποι μάτια μου
όχι στο χρόνο
αλλά στη θλίψη…

κι όταν μετά
από αιωνιότητες πόνου
ανταμώσουν πάλι
δεν έχουν λόγια να πουν
μα κι αν τα πουν
είναι ακατανόητες λέξεις
σε μια άγνωστη
παράξενη γλώσσα…

κάτι στο βλέμμα
ή στο χαμόγελο
έστω στων φρυδιών το σμίξιμο
ίσως προδώσει την ταυτότητά τους

όμως
τι σημασία έχει
πόσες χιλιάδες νύχτες μεσολάβησαν
για να φορέσεις ένα πρωινό βροχής
το ένδυμα του Απρόσωπου;




Ιουλ2015

Path

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015




Απέναντι

Μια σπουδαία ευκαιρία
να περάσουμε το ποτάμι
να πάμε απέναντι
απέναντι είναι όλα αυτά που ονειρευτήκαμε
απέναντι είναι όλα εκείνα που φανταστήκαμε
να περάσουμε τούτο το ποτάμι
το ποτάμι της θλίψης
το ποτάμι της ανάγκης

Μια μεγάλη ευκαιρία
να δούμε επιτέλους τον εαυτό μας
πώς είναι ολόκληρος
πώς είναι ακέραιος
πώς είναι «πραγματικά» ο εαυτός μας
όχι τούτος ο μικρόσωμος που μας φορτώσανε
όχι τούτος ο αναιμικός που κουβαλάμε
μα ο άλλος, ο αληθινός
ο ηρωικός εαυτός μας
απέναντι
στην απέναντι όχθη

Μια σπουδαία ευκαιρία
να γιορτάσουμε την υπέρβασή μας
επιτέλους δικαιώθηκε η ζωή μας
και περιεχόμενο έχει
αυτό που πάντα πιστεύαμε
μονάχα ένα εμπόδιο έχει απομείνει
τούτο το στενό ποτάμι να διαβούμε
δέκα, είκοσι, σαράντα βήματα
να γίνουμε ό,τι ήταν να γίνουμε
να ορθώσουμε το ανάστημά μας
μονάχα λίγα βήματα
εκατό, διακόσια, χίλια τόσα

Μια τελευταία ευκαιρία
πριν ο καιρός μας τελειώσει
στην απέναντι όχθη
ένας άλλος κόσμος
ένας άλλος εαυτός
όχι αυτός εδώ που χρόνια και αιώνες
σαν αλυσίδα σέρνουμε μαζί μας
όχι αυτή η άθλια, φτωχή σκιά
η σκοτεινιά του είναι μας
ένας άλλος άνθρωπος
ένας άλλος εαυτός
ναι, ένας άλλος
ολόφωτος, αθάνατος εαυτός!

απέναντι
στην απέναντι όχθη



07/03/2006


Solos
Mikael Lastra

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015




Κορδόνι

Το μαύρο κορδόνι
Έγινε λευκό σχοινί
Τυλίχτηκε γύρω απ’το λαιμό
Και στον επιθανάτιο ρόγχο
Είδα τον κόσμο
Όπως αληθινά είναι

Είδα χέρια αποσαρκωμένα
Αιδοία και πέη ματωμένα
Είδα υγιείς λερωμένους με ζωή
Και αρρώστους πρησμένους
Απ’το σφρίγος του θανάτου
Είδα παιδιά σκελετωμένα
Και υπέρβαρους φιλάνθρωπους
Να στάζουν λίπος και δάνειο οίκτο
Είδα ανθρώπους λουσμένους στο φως του έρωτα
Και είδα πως τούτο το φως
Ήταν γεμάτο φλύκταινες και πύο

Το μαύρο περιλαίμιο
Έγινε άσπρη λαιμαριά
Με τύλιξε ακόμη πιο σφιχτά
Καθώς ακόμη όλα δεν τα είδα

Γέροντες είδα που εκπόρνευαν τη σοφία τους
Και νέους που εκπόρνευαν το σώμα τους
Είδα χαμαιλέοντες με μορφή ανθρώπου
Και αγνούς σακάτηδες που σέρνονταν κοντά μου
Κοπέλες δρόσινες
Να ξεπουλιούνται για μια κίβδηλη ζωή
Και αγόρια που λάτρεψε ο ήλιος
Να σκάβουν το σκοτάδι
Με τα ωραία τους δάχτυλα


Μάτια βγαλμένα
είδα
Από τυφλούς
Που σιχάθηκαν να βλέπουν
Και σαν τον Ωριγένη
Ευνούχους που λάτρεψαν
Την αναπηρία τους

Πονούσα
Σχιζόταν η καρδιά μου
Και η μαύρη ζώνη
Έγινε λευκή φωτιά
Και λίγο πριν με αναλώσει ηδονικά
Είδα κι εμένα
Να περιφέρομαι
Σα να μην συμβαίνει τίποτα
Ανάμεσά τους…

Σεπ 2009




Inverted World

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015




Στοιχιζόμαστε πίσω απ’το Αχανές
και στους λειμώνες μιας φθαρτής αγάπης
όμοιοι φαινόμαστε
τόσο διάφανοι
και τόσο μόνοι
κι αρπαζόμαστε απ’τα πύρινα φιλιά
που δυναμώνουν όσο τ’αποφεύγουμε
και μέσα μας απλώνουν
σαν μανδύες πλεγμένοι
από νοσταλγία και δάκρυα…

Στοιχιζόμαστε πίσω απ’το Διαρκές
ίδια στεκόμαστε
ορθωμένοι στο Χάος
λίγες ανάσες
κάποιες υποσχέσεις και χαμόγελα δειλά
αγγιγμένοι για πάντα απ’τη Νύχτα
για το προσωρινό της αιωνιότητας
τάχα νοιαζόμαστε

κι όπου ανασαίνουν
τ’ακριβά της μοναξιάς που υφαίνουμε
εκεί γεννιόμαστε

κι εκεί πεθαίνουμε…




Χίος  21.2.2001


Eternity

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015



Τετρ-ακέφαλος


θα περάσεις προφήτη τη διχασμένη θάλασσα;
θα λερώσεις τα πόδια σου στο χώμα των χρονισμένων ανθρώπων;
έχει μπροστά σου το χρυσό μοσχάρι ανατείλει
κι εσύ ακόμη ονειρεύεσαι
τη μοναδικότητά σου…

αλλά η καταγωγή
έχει το αίμα της δαμασκηνό
έχει τη φωτιά της λήθης
κι το χαμόγελο έχει
της μεθυσμένης άγνοιας

στο κάτω κάτω
μοχθηρέ προφήτη
οι άνθρωποι ζουν
γιατί εμπιστεύονται το χθες
και όχι το αύριο…

από τους λόγους που δεν σου αρμόζουν
φύλακα των Τόπων της Ματιάς
το σημείο στο κέντρο του κύκλου
οι τρεις ευθείες στο ισόπλευρο τρίγωνο
το ισοσκελές τετράπλευρο
ο κύβος που απλώνεται
για να γίνει σταυρός
η σφαίρα που θέλγει 
με την απροσδόκητη αρμονία της…

κι από τους όρκους που σου αρμόζουν
μύστη της χώρας με τη μαύρη άμμο
η χαίνουσα πληγή του βασιλιά
το σκοτωμένο νερό των ποταμών
οι πρωτότοκοι γιοί που τουμπάνιασαν

αλλά
στο λέω ξανά
η καταγωγή
έχει δαφοινό το αίμα της
το υδατώδες έχει
πυρ της λησμονιάς
κι έχει το βλέμμα της σελήνης που κοιμάται

στο κάτω κάτω
νοσηρέ προφήτη
οι άνθρωποι ερωτεύονται
με τα χέρια τους
κι όχι με την καρδιά τους…

Μάιος 2012

Rider of the Tempest

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015




με την περίσσεια της πρώτης νύχτας
στα φιλιά σου
και με το μαχαίρι που έκοβες τις μέρες
καρφωμένο στο στήθος σου
μου συστήθηκες

εμπρός λοιπόν
είπα
σηκώσου
και αν σε βαστάνε οι σιωπές σου
κοίταξέ την!

έτσι
να ξέρεις
δεν τόλμησε ο μαστρωπός
χρόνος
να σε χαρακώσει…



Οκτ2012

The Seaweed Man

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015


Αθέατος


Λέω καμιά φορά
τι καλύτερα που θα ήταν
να μην με αγγίζουν
των φώτων οι ανταύγειες
και κρυμμένος να είμαι
σε σκιές και αθέατος…

Σκέφτομαι καμιά φορά
πόσο καλύτερα θα ήταν
αν δεν έκλαιγα όταν σκέφτομαι
πόση θλίψη περιέχει
και ο πιο στενός δρόμος
το πιο μικρό σπίτι
η πιο μικρή καρδιά…

Λέω καμιά φορά
πόσο πιο όμορφα θα ένιωθα
αν ήσυχος κοιμόμουν
που η μέρα πέρασε
χωρίς να τραυματίσει εμένα
χωρίς εμένα να σκοτώσει
κι αύριο αν είμαι τυχερός
θα έρθω αλώβητος πάλι πίσω…

Κι ύστερα σκέφτομαι πάλι
πως κάθε τι που τραυματίζει εσένα
πονάει κι εμένα
κάθε τι που εσένα ματώνει
ανοίγει μια πληγή και σε μένα
κάθε τι που εσένα κάνει ευτυχισμένη
ομορφαίνει τον κόσμο ολόκληρο
και μαζί του κι εμένα
και πετάω το σεντόνι από πάνω μου
και βγαίνω στους δρόμους του πρωινού
και λέω
ευλογήθηκα να είμαι ένα κομμάτι από σένα
ευλογήθηκα να είμαι ένα δάκρυ δικό σου
κι ευτυχία είναι να ξέρω
πως προσεύχεσαι ακόμα για μένα…

 


16/11/98

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015


Μια λέξη


Πρόλαβα να γράψω μια λέξη
μια μεγάλη λέξη που πάλεψα,
αλήθεια,
όλα να τα περιέχει
δεν ξέρω μόνο αν ζωγράφισα σωστά
κείνο το μελί θάνατο στο βλέμμα σου
δεν ξέρω αν φυλάκισα ακέραιο
μέσα σ΄αυτή τη λέξη
το ρίγος του κορμιού
τη δροσιά του απογεύματος
το ψύχος του αποχωρισμού
κι ακόμη δεν μπορώ να πω με σιγουριά
αν αποτύπωσα σωστά
μέσα σ’αυτή τη λέξη
το πρόσωπό σου
ολόκληρο…
το φως που έσβηνε στα όμορφά σου μάτια
παλλόμενο…
το πένθος του αγγίγματός σου
υγρό…

ΑΝ…




5/12/2005