Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016



Έγκαυμα


ήταν το βήμα σου ήσυχο
στη ράχη της γης
κανείς δεν σε άκουσε να περπατάς
να μιλάς
ή να σωπαίνεις…
μα εγώ σε θυμάμαι
τόσο έντονα
όσο το σφυροκόπημα του αίματος
στις φλέβες μου
κι ακόμα νοιάζομαι για σένα

εάν ο ήλιος έσκυβε μια μέρα
πάνω απ’τη λησμονιά του ανθρώπου
θα του έδινα το χέρι μου
θα τον κοιτούσα ολόισια στα μάτια
ώσπου να τυφλωθώ…

χωρίς αισθήσεις
παύουν και τα ερωτήματα

μέσα στο αιώνιο έγκαυμα
σε χώρεσε ο πόνος
και σκιρτάς μονάχα πια
όταν πλένω στο νερό τις νύχτες
τις καμένες ανάσες
των φιλιών σου…


Φεβ2015


Burnt memories

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016



το λεπτό σου σώμα
μου αφηγείται
έχεις φιλοξενήσει ήλιο και χώμα
από τα καλοκαίρια σου
στο στήθος
και αρμόζει καλύτερα στη νύχτα
να μου τα προσφέρει

μια στιγμή από Κυριακή
ένα πρόσφορο Σαββάτου

χαμογελώ λοιπόν
όπως μου ζήτησες...

ανεκτικός που στάθηκε ο πόνος
και μου επέτρεψε να σε αγκαλιάσω
πάνω που ξημέρωνε
η πιο μεγάλη Δευτέρα
της ζωής μου...

2009


akt multikolor
© Bartosz Polec

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016


Το πατρώνυμο του Αυγούστου


Σε εποχές ήσυχες
εσύ ανήσυχος

ραντισμένος από έναν αλήτη ήλιο
αυγουστιάτικο
να υποδέχεσαι τις ώρες
με τη μεγαλοπρέπεια του θανάτου
και τις στιγμές
με την αγιοσύνη της ζωής

σε εποχές ύποπτες
εσύ ανύποπτος

φυλακισμένος στο σώμα
ονειρεύεσαι
τη χώρα εκείνη της άχρονης σιωπής
τη μέρα εκείνη της ραστώνης
στον καθημέριο Αρμαγεδδώνα

το πρώτο βλέμμα
το ύστατο χαμόγελο

σε εποχές φλύαρες
εσύ σιγηλός

φέρνεις στα χέρια φρούτα
και καλοκαίρια στα χείλη
και έχεις αθανατίσει τον αέρα που αναπνέεις
και δεν λυγίζεις
στη σκέψη της αιφνίδιας αρπαγής…

σε εποχές φόβου


άφοβος εσύ… 


αυγ2014

August

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016




Cesset superstitio, sacrificiorum aboleatur insania…
[Ας σταματήσει η ψευδής πίστη
και ας καταργηθεί η τρέλα των θυσιών…]

Codex Theodosius XVI, [10,2...] - 341μ.Χ.



Pagano superstitio crimen publicum

«Επειδή τινες εύρηνται
τη των ανοσίων και μυσαρών Ελλήνων
κατεχόμενοι πλάνη…»


Ο Ιεροφάντης σήκωσε
το γερασμένο βλέμμα του
στον ουρανό
τρεμάμενες λέξεις
παιδιά θανάτου κιόλας
βγαίναν στο φως της μέρας
έπεα πτερόεντα…

‘που ενοικείτε πια
αν μας εγκαταλείψατε;
αν από τα ιερά σας απέχετε
αν στις καρδιές μας
αρνείστε πια
να εδράζεστε;
Απέπτη θλίψις
και κει που είστε
μακάριοι όντες
θ’ ανταμώσουμε…’

και λίγο πριν
σβήσει για πάντα
το ιερό πυρ
στον πανάρχαιο βωμό
το δηλητήριο γεύτηκε
που είχε αποσώσει ο Σωκράτης
χίλια χρόνια πριν
για τους αδελφούς της Αλύσου
να μην ακούσει
βαρβαρικές ιαχές
το τελεστήριο να ρυπαίνουν
να μολύνουν το είναι του
και μελανειμονούντων το μαχαίρι
να μην του σκοτεινιάσει
τον ήλιο…

σπαρτάρισαν τα μέλη
ελαφρά μειδίασαν τα χείλη
και η φτερωτή ψυχή
στα Ηλύσια απεδήμησε
των Ηρώων ομοτράπεζη
συγκαθήμενη των φιλοσόφων
των αθανάτων όντων λατρευτή…

‘Το Εν
Το Άχρονο
Το Αδιάστατο
μας γέννησε από τις φτερούγες της Νύχτας
ήρθαμε
δειλοί
σαρκωμένοι το Όλο
πώς να το ξέρουμε
άνθρωποι
γιοι ανθρώπων
εντούτοις ήρθαμε
να περπατήσουμε σε μια κουκίδα γης
να ψηλαφήσουμε το άπειρο
με τα μικρά μας χέρια
και δεν αντέξαμε
να πεθαίνουμε διαρκώς
στης άγνοιας την άβυσσο…

…δεν αρνηθήκαμε το σώμα
δεν αφυδατώσαμε το πνεύμα
δεν στερηθήκαμε τους ωκεανούς
για μια σταλιά ησυχίας
στο διψασμένο στόμα
έχουμε βλέμμα
έχουμε αίμα
σάρκα έχει και η ψυχή
και γραπώνεται στο τώρα
σπουδάζουμε διαρκώς
του ανθρώπου το φθαρτό
του βροτού το εφήμερο
της μητέρας φύσης
το μέγιστο κάλλος
της Νέμεσης
το σκληρό μαχαίρι
της Αδράστειας
το λευκό χαμόγελο
και της Ανάγκης
το απέριττο δραν…

…Μητέρα Μεγάλη
Κόρη αγαπημένη
Χρυσό μου Ρόδο
δεκαεξαπέταλο
αν με ακούει κάποιος
από των όλβιων τα δώματα
ας κόψει με το δρέπανο
τον μίσχο του είναι μου
και ας με παραδώσει στην αχλύ του χρόνου
να κυκλωθώ ειρηνικά
από όλα που αγάπησα
ν’αναχωρήσω
ευγενικά
εναγκαλισμένος
το Ιερό Μηδέν
που με περιέχει…

αγαπώντας ήρθα
αγαπώντας φεύγω…’


Στον Ιλάριο
τελευταίο (; )εν Ελευσίνι ιεροφάντη
των ιερών Μυστηρίων της Κόρης