Τρίτη 30 Ιουλίου 2019




χωμάτινος θεός

θα λέγαμε για κείνο
που στις ρυτίδες του αναπαύεται
το φως
εκείνο που σου χαμογελά
αν του μιλήσεις τρυφερά
εκείνο που λυπημένο
διαρκώς στοχάζεται
το αρχαίο κάλλος
θα βλέπαμε στον υπερόπτη ουρανό
την όψη ενός παιδιού
θα κλείναμε τα μάτια
όταν φιλιόμασταν
κι ο ένας απ’τους δυο
θα τα άνοιγε
βέβαια στα κρυφά

θα παίζαμε πολύ
αν ήσουν τώρα εδώ μαζί μου

απρόσμενα
ο γαλαξίας έγινε ένας περαστικός
φώναξε δυνατά
χωμάτινος βάρβαρος θεός
σα να σε άκουσα να λες

δεν έφυγες ποτέ απ’το κελί μου…

ιουλ2019

Memories In Love

Art Print by jay satriani

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Ανίδρωση φωτός




Γύρισα πάλι απ’το χθες
το σήμερα είχε μια γεύση από σκουριά
φτηνό κρασί
ψωμί μπαγιάτικο
αφημένο μόνιμα στο νεροχύτη

γύρισα και έψαχνα για σένα…

λέω είσαι παντού
και απαντάς
ολόγυρα

λείπουν δυο ώρες
κάποιες μέρες
πρωινά
απογεύματα
μού λείπουν βλέμματα
φυλακισμένα δευτερόλεπτα
τα θέλω πίσω
και τις ανταύγειες εκείνης της Κυριακής
οι πλάτες γυρισμένες
που έβρεχε
για μένα μόνο

ανίδρωση φωτός

λέω ψέματα
και νιώθω
πως είναι η αλήθεια…

Γύρισα απ’το χθες
μαρμαρυγή φιλιών
στο ήπαρ
ουρλιάζει ο αόριστος
και στα νεφρά
κρυώνει ο ενεστώτας

το σχίσμα ετούτο δεν χωρίζει πια
οι όχθες αφανίστηκαν…
μοιάζει να γεφυρώνει δυο εφιάλτες

λείπουν στιγμές
ο μέλλοντας ένα μικρό σκουλήκι
τρώει το μυαλό μου
και όπου να’ναι
περιμένω
να σηκωθεί
η μπότα του ποτέ
να το συνθλίψει…

ιουλ2019


Steps of Light
Art Print by Mark Seawell 

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019





Εδώ θα μείνω
ως το τέλος
ώσπου να σιγήσει τούτος ο παλμός
ώσπου το σκοτάδι να προσκυνήσει το φως
και μη φοβάσαι…

Έτσι όπως μοιραστήκαμε
για αιωνιότητες
το πεπερασμένο
έτσι θα υποδεχθούμε σε μια στιγμή
το άπειρο

εγώ το βλέμμα
εσύ τα μάτια
εγώ το χαμόγελο
εσύ το στόμα
εγώ το άγγιγμα
εσύ τα χέρια

εδώ ήμουν πάντα
κι εδώ θα μείνω

και δεν θα μιλήσουμε
λέξη δεν πρόκειται άλλη να πούμε

ποιος έχει ανάγκη το φθαρτό
όταν έχει κοινωνήσει το αιώνιο;



Κυριακή 23 Ιουνίου 2019





Το χνώτο του χρόνου
και το αλλοπρόσαλλο της μνήμης…

κρατούσες στα χέρια σου
κείνη τη κλεμμένη άμμο
από το περιθώριο της θάλασσας
ο ήλιος σε διαπερνούσε
εκατοστό εκατοστό
και τόσο αργά
που δεν καταλάβαινες το θάνατο
παρά σαν χάδι τρυφερό…

από το έλλειμμα της αρχαίας συμπόνιας
ζούμε
να το ξέρεις
κι όχι απ’το περίσσευμα…

Ο πύργος αυτός στην αμμουδιά
μάς περιμένει ακόμα

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019


Κομμάτι, κομμάτι
μάς μαζεύω
και μάς πετάω στα σκουπίδια…
και ταυτόχρονα ακούω
και βλέπω
και περπατάω
και αγγίζω
και τρώω
και σκέπτομαι
και ξαποσταίνω
και ξαναρχίζω…

και αυτό το αλύχτισμα εντός μου
λέω πως δεν υπάρχει
κάνω πως δεν υπάρχει
και το αγνοώ…

το ξέρω όμως
αποθρασύνεται
μάς ορέγεται…

και του υπόσχομαι
λοιπόν
να το χορτάσω

με κουρασμένο φως…


ιουν2019


Parts Art Print by Golubeva Nataly

Σάββατο 1 Ιουνίου 2019


Το σώμα δεν άντεξε
μια πληγή όλα
και όλα μια κουρασμένη δίνη

το στερέωμα σχίζεται
στα δυο
όπως το παραπέτασμα εκείνου του Ναού
και μολυσμένο αίμα
αφιονίζει στους δρόμους

και η στάχτη
βάρυνε πολύ
έκατσε στα ρουθούνια
έκατσε στα πεζοδρόμια
κάλυψε τα σωθικά των αγγέλων

το σώμα δεν άντεξε
το πνεύμα ριγούσε
και φλεγόταν
ιδρωμένος ρόγχος
υδατώδες πυρ
και πόνος

ίμερος μόλυνε τα ύδατα με λήθη
ο τρόμος σάστισε
ως και ο χρόνος…

που πρόκειται να πας;
σε ρώτησα
έχεις αφήσει πίσω σου φωτιά
και λέξεις δίχως συλλαβές
και καλοκαίρια
που δεν γιορτάστηκαν ακόμα
και τα γενέθλιά σου που έρχονται
και λέμε να ουρλιάξουμε μαζί
ανέκπληκτοι
όπως πάντα
για τη ριπαία τροπή
του είναι

που πρόκειται να πας;

το σώμα δεν άντεξε
ράγισε
έσπασε σε αναρίθμητα κομμάτια

κι όπου στρέφω το βλέμμα
υπάρχει ένα μικρό σύμπαν
ασχημάτιστο ακόμα
έτοιμο ν’ανθίσει σαν λουλούδι
με το άρωμά σου

και το βλέμμα σου

να κουρνιάζει σαν μικρό πουλί
στη χούφτα του απείρου…



Ιουν2019

Rose Garden Entrance  Art Print by Roswitha Schleicher-Schwarz


Να πάρεις όλο το πρόστυχο φως από τα μάτια
Να το πλύνεις στο πυρ που ξεμπροστιάζει το αίμα
Να το κρατήσεις αλώβητο απ’το πένθιμο σέλας
Να το γευτείς… ολόκληρο…
Κι ύστερα αν το αντέχεις
Να περάσεις απ’το εδάφιο πνεύμα
Στον μετάρσιο χιτώνα
Κι απ’το λυπρό του κόσμου δέρμα
Στο άπεφθο των αιώνων βλέμμα…

Να το σηκώσεις
αν μπορείς
το σώμα σου…

Από τη μέρα Εκείνη
δεν επέστρεςψες ακόμη…


[για τον αδελφό μου…]


The Bird 02

Παρασκευή 31 Μαΐου 2019


Εμείς
Οι εγκλωβισμένοι του Χθες
Στο φρικαλέο τριγμό του Σήμερα
Επικαλούμαστε ένα διωγμό
Ένα ανάθεμα
Ή μια ανάσα εφιάλτη
Για να επιστρέψουμε εκεί
Όπου βιώνουμε το Υπέροχο
Το Απόλυτο
Το Αληθινό
Και κατοικία μας είναι
Όχι ο χρόνος
Ούτε ο πόνος
Αλλά οι στίχοι απ’τα τραγούδια
Των βάρδων…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’ οποιονδήποτε ‘άλλο’
Εμείς ξέρουμε καλύτερα
Τι σημαίνει ν’ανήκεις στο Χθες
Και να προσδοκάς το Αύριο
Να επιστρέφεις
Για να ησυχάσεις
Και να γαληνέψεις
Κι όχι για να βιώσεις ξανά
Ό,τι για πάντα χάθηκε…

Περισσότερο απ’όλους
Κι από καθέναν χωριστά
Σ’εμάς ανήκει το Αύριο
Γιατί θυσιάσαμε όλη μας την ακεραιότητα
Κι όλη μας τη ρώμη
Οραματιζόμενοι ευρύχωρους κόσμους
Από ηδονές και αγιοσύνη
Γιατί δεν ρίξαμε κάτω
Τις ασπίδες στις ήττες
Γιατί δεν τραγουδήσαμε ποτέ
Όπως το αξίζαμε
Στους λιγοστούς θριάμβους…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’όλους τους άλλους
Εμείς
Αγαπήσαμε τη ματαιότητα
Λατρέψαμε το πρόσκαιρο
Υμνήσαμε το φθαρτό
Σμιλέψαμε το Απρόσιτο
Και κατοικήσαμε μέσα του
Και σήμερα μπορούμε
Αν το θελήσουμε αληθινά
Ν’αναστηθούμε από τη τέφρα μας
Να σηκωθούμε αγέρωχοι
Να ξεκινήσουμε ξανά
Να στοχαστούμε απ’την αρχή
Όχι σ’ένα τέλος που θα αρμόζει
Στην αποκοτιά μας
Να υπάρχουμε
Μα σ’ένα πέρας μυητικό
Ένα ολοκαύτωμα ανδρείο
Ένα στροβίλισμα φωτός και χάους
Πριν σφαίρες γίνουμε
Από αστρόσκονη και Νύχτα

Κι αναλωθούμε οριστικά
Και υπέροχα…

Τετάρτη 22 Μαΐου 2019



Απλοϊκά…


Μου πήρε χρόνια
Μου πήρε εαυτούς
Ντροπές μου ζήτησε
Και χαμαιλέοντες φόβους
Μα προσαρμόστηκα...

Να περπατάω στον εαυτό μου
Και να μην με ανταμώνω
Φωτιές να ορθώνω στο κορμί μου
Και να τις βλέπω δροσερές πηγές
Να με αγγίζω
Και να’ναι η αίσθηση ενός άλλου…

Δύσκολο ήταν
Μονάχα στην αρχή
Μα η θυσία έγινε
Και η τελετή
Δεν είχε μεγαλείο κανένα
Το αίμα που έτρεχε
Πρόσεχα μόνο
Να μην ποτίζει τα όνειρά μου
Αλλά να πλένει από τις ενοχές
Όσες δεν καταδέχτηκαν
να γίνουν λέξεις

Το έμαθα λοιπόν
Το χάραξα
Στο μενταγιόν του πόνου
Να τρέφομαι
Μονάχα με τον ελάχιστο
Από τον ήλιο που δικαιούμαι

Να έχω δάνειες φωνές
Και να τις λέω δικές μου

Να με φονεύω ηρωικά
Και να με αθωώνω…

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Και πρόστυχα με βάφτισα ποιητή
Για να ξορκίζω το βλέμμα του οίκτου
Πάνω στην άθλια φορεσιά μου

Το σκάλισα λοιπόν κι αυτό
Στο εκκρεμές ομοίωμά μου
Να έχω πυρετούς εγωισμού
Και να τους λέω έρωτες!

Στην απέναντι όχθη να με αντικρίζω
Αλλά να μην μπορώ να φτάσω ως εκεί
Και κάποτε πια
Να μη με νοιάζει

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Δεν κάνω για ποιητής εγώ
άνθρωπος στο δρόμο του Ανθρώπου 
ίσως
Έτσι, σκανδαλωδώς απλοϊκά


Κι έχω οφειλές ακόμη…

Σάββατο 11 Μαΐου 2019



Ξεκούτης


Κάποτε συνάντησα
εκείνον τον ξεκούτη
καθισμένο
στον κορμό ενός πανάρχαιου δέντρου
να καθαρίζει ένα μήλο
μόλις με είδε να πλησιάζω
έκανε νεύμα με την παλάμη του
να σταματήσω
χαμογέλασε νομίζω
και μου είπε
«είμαι ένας αμαρτωλός ξεκούτης
ταξιδευτή
και βγήκα απ’το σπίτι μου
για να σε ανταμώσω…»

είπε και ξαφνικά
το μήλο ήταν πια στην εντέλεια καθαρισμένο

«…σ’εξορκίζω
μη δένεσαι πολύ με τους ανθρώπους
όταν αγαπάς πολύ
είναι σα να ρίχνεις μια θεόρατη άγκυρα στη πιο βαθιά θάλασσα
μονάχα που είναι η αλυσίδα της
δεμένη στο λαιμό σου»
μου είπε ο άθλιος και στύλωσε το βλέμμα του
στο πουθενά
το μήλο του έπεσε απ’τα χέρια
κι ύστερα από λίγο
έπεσε και το κεφάλι του
κι άρχισε να κυλάει προς τα μένα!

μονάχα
που το στόμα του δεν έλεγε να κλείσει

«να εμπιστεύεσαι μονάχα
ό,τι μπορεί να σε κάνει να θυμώσεις
να αποφεύγεις όλα εκείνα
που υπόσχονται την ακεραιότητα
και πιο πολύ, αληθινά στο λέω
πάρε το βλέμμα σου απ'το Άπειρο
ό,τι χωράει στη χούφτα σου
τούτο σου αρκεί
κι ό,τι καλπάζει στα όνειρά σου
να μην το επικαλείσαι»

και να, πως έγινε
που το κεφάλι γύρισε προς τα πίσω
ανέβηκε ξανά στο σώμα
κάθισε στη θέση του

το βλέμμα έφυγε απ΄το Απέραντο
και γύρισε σε μένα

«που είναι το μήλο μου;»
με ρώτησε ο Ξεκούτης

έσκυψα παγωμένος
το έπιασα
και του το έδωσα…

τα μάτια του γέμισαν συμπόνια
και μου είπε
«πάρε την καρδιά σου απ'το Ανεκδήλωτο
αδελφέ μου
και μην σηκώνεσαι τις νύχτες ρημαγμένος
όσο έχεις ακόμα ένα δάκρυ
για το Μάταιο
να ελπίζεις
πιο ακριβό από τούτον τον καρπό
δεν αξιώθηκα να γευτώ ποτέ
πιο σπάνιο
 ακόμη και οι λέξεις
ναι
ακόμη και οι λέξεις
δεν έχουν την αιώνια θλίψη
αλλά αν ακούς τη μουσική μου μέσα τους
αυτό αρκεί…»

είπε

και το μεγάλο δέντρο
άνοιξε την αρχαία του αγκαλιά
και τον έκλεισε μέσα του…