Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009


Αδειοσύνη

Κ

άποιο απόγευμα, μέσα Ιούλη, πριν χρόνια. Περπατούσαμε με τον δάσκαλο στην παραλία σιωπηλοί. Μέσα μου όμως δεν ήμουν καθόλου έτσι. Μέσα μου γίνονταν εδώ και καιρό μάχες και ήμουν συναισθηματικά μπλοκαρισμένος. Ο δάσκαλος ήταν ο μόνος που μπορούσε να με βοηθήσει. Είχα επιδιώξει να τον συναντήσω και ανταποκρίθηκε, όπως πάντα, αμέσως και με προθυμία. Ένας από τους λόγους που αγαπούσα βαθιά τούτο τον άνθρωπο ήταν πως δεν ρωτούσε ποτέ και δεν δίσταζε ποτέ όταν τον καλούσα. Δεν χρειαζόταν να του εξηγήσω, να του τεκμηριώσω το γιατί τον είχα ανάγκη, το γιατί ήθελα να βρεθώ κοντά του. Ήταν κιόλας εκεί!

Κάποια στιγμή σταματήσαμε να περπατάμε και καθίσαμε στην ακρογιαλιά. Ήταν μια όμορφη στιγμή. Σουρούπωνε και σε λίγο θα απλωνόταν ξανά η νύχτα. Και πάντα, τέτοιες στιγμές, είχαμε τις ωραιότερες συζητήσεις. Και τις πιο καθοριστικές.

"Πες μου λοιπόν", ξεκίνησε εκείνος.

"Όλα είναι τόσο παράξενα", ξεκίνησα με μια κοινοτοπία και ακολούθησε παύση. Όχι πως ο δάσκαλος θα με διέκοπτε γιατί ποτέ δεν το έκανε. Παρενέβαινε μόνο σε πολύ χαρακτηριστικές στιγμές.

"Λοιπόν, δάσκαλε, στο είπα αυτό γιατί είμαι πάλι σε κείνο το σημείο που δεν μπορώ να καταλάβω τον εαυτό μου. Ούτε αυτά που σκέφτομαι, ούτε αυτά που αισθάνομαι. Τίποτε δεν δείχνει να λειτουργεί όπως θα έπρεπε. Δηλαδή, έτσι φαίνεται...".

Διέκοψα εκεί την ροή του λόγου μου γιατί συνειδητοποίησα πως έλεγα πολλά χωρίς να λέω τίποτα. Κι αυτό καταδείκνυε βέβαια το πόσο πλήρης ήμουν από σύγχυση. Αναδιέταξα τις σκέψεις μου και ξεκίνησα απ'την αρχή.

"Μου είχες πει κάποτε πως ο συνειδητός άνθρωπος είναι ολόκληρος ο άνθρωπος. Πως όσο αυξάνει η συνειδητότητα τόσο αυξάνει και η ευθύνη που έχουμε απέναντι σε εμάς και τους γύρω μας. Κάθε τι πλέον παίρνει άλλες διαστάσεις, αντιλαμβανόμαστε την ιερότητα της ζωής αλλά όχι αφηρημένα, με την θρησκευτική έννοια αλλά πολύ συγκεκριμένα, πρακτικά. Αντιλαμβανόμαστε πως ό,τι κάνουμε ή δεν κάνουμε έχει βάρος, αξία και συνέπεια. Έτσι δεν είναι;"

Ο δάσκαλος κούνησε το κεφάλι του ελαφρά, επιδοκιμάζοντας κάθε λέξη απ'όσες άκουσε.

"Λοιπόν... αναρωτιέμαι τελευταία, με αφορμή μια καινούργια γνωριμία, μια σχέση ας πούμε που έχω, μια σχέση καλύτερα που πια δεν έχω, γιατί όλα αυτά δεν με αγγίζουν όσο πριν, γιατί με κυριαρχούν κατώτερα συναισθήματα, οργή, θυμός, αγανάκτηση ακόμα και εκδικητικές τάσεις ορθώνονται μέσα μου... Καταλαβαίνεις, έχω χάσει τον εαυτό μου, ή μάλλον, έχει μετατοπιστεί το κέντρο της ισορροπίας μου και...".

Εκεί σταμάτησα και ξεφύσησα βγάζοντας από μέσα μου το πλάκωμα και τη σκοτεινιά που με είχε πλημμυρίσει. Δεν ανακουφίστηκα ακριβώς αλλά ήταν απαραίτητο να γίνει.

"Λοιπόν;", με ρώτησε και περίμενε την συνέχεια του λόγου μου.

"Λοιπόν, ήθελα να μου πεις απόψε για την απώλεια, και πως πρέπει να την αντιμετωπίζει ο συνειδητός άνθρωπος, ο ισορροπημένος άνθρωπος. Γιατί η απώλεια ενός αγαπημένου ανθρώπου μας βυθίζει σ'αυτή τη θλίψη, σ'αυτή τη μαύρη θάλασσα της αδράνειας ή του θυμού και της άρνησης; Γιατί η απώλεια είναι τόσο δυνατή; Τι συμβαίνει με όλα αυτά δάσκαλε;"

Όταν τελείωσα αυτές τις κουβέντες, αισθανόμουν κιόλας κάπως καλύτερα. Είχα εκφράσει αυτά που με βάραιναν όσο μπορούσα καλύτερα και ήξερα πως ο δάσκαλος μπορούσε να με νιώσει.

Δεν χρειάστηκε να περιμένω πολύ μέχρι να ακούσω τη φωνή του.

"Θυμάσαι τι είχαμε συζητήσει την πρώτη κιόλας φορά που είχαμε συναντηθεί;", με ρώτησε και φυσικά θυμόμουν. "Είχαμε πει για την μοναξιά και την διαφορά της από την μοναχικότητα. Θυμάσαι;"

"Ναι, θυμάμαι πολύ καλά".

"Θυμάσαι μεν αλλά δεν πήρες φαίνεται τίποτε από κείνη τη βραδιά", είπε με αυστηρό τόνο. "Εάν είχες πάρει κάτι, τώρα δε θα αισθανόσουν τόσο μπερδεμένος αν και είμαι βέβαιος πως θα αισθανόσουν το ίδιο δυστυχισμένος. Υπάρχει διαφορά, δεν υπάρχει;"

Προσπαθούσα να καταλάβω αλλά συνέχισε.

"Στο βαθμό που μπορείς να συνδέσεις την δυστυχία και την μοναξιά με την απώλεια, έχεις κιόλας την απάντηση που ζητάς. Όμως, δεν είναι αυτό για το οποίο ήθελες να με δεις απόψε. Πες μου λοιπόν, γιατί ήθελες να με δεις απόψε...", είπε και με αποσβόλωσε".

Έκανα αρκετή ώρα ψάχνοντας τις κατάλληλες λέξεις, ώσπου στο τέλος μίλησε εκείνος.

"Αυτό για το οποίο με ήθελες απόψε είναι πιο συγκεκριμένο φίλε μου. Ήθελες να μάθεις πως μπορείς να απαλλαγείς από τη θλίψη, άμεσα, τώρα, με το άγγιγμα ενός μαγικού ραβδιού. Δεν ήθελες ερμηνείες και αναλύσεις. Θέλεις θεραπεία, ίαση, εδώ και τώρα! Συμφωνείς;"

Είχα μείνει βουβός και ανίκανος να διαφωνήσω. Για μια ακόμη φορά ο δάσκαλος ήταν πολύ μπροστά από μένα, για μια ακόμη φορά με έκανε να αισθάνομαι ένα μυρμήγκι δίπλα του.

"Ναι, έχεις δίκιο. Δεν ξέρω τι να πω, έχεις δίκιο", ξανάπα.

"Το σημαντικό δεν είναι όμως αυτό. Το αληθινά σημαντικό φίλε μου είναι να διαλύσω τις ψευδαισθήσεις σου. Ακόμη κι αν είχα ένα τέτοιο μαγικό ραβδί που με ένα άγγιγμα θα έπαιρνε το μαύρο σύννεφο από μέσα σου, δεν επρόκειτο ποτέ να το χρησιμοποιήσω! Θα το πέταγα στη θάλασσα!", είπε και ο τόνος του ήταν πάντα αυστηρός.

"Ναι, όμως...", πήγα να πω αλλά εκείνος δεν είχε ολοκληρώσει.

"Κι όχι μόνο δε θα το χρησιμοποιούσα αλλά θα σου έλεγα πως πρέπει να είσαι ευγνώμων γι'αυτό που σου συμβαίνει! Γιατί αυτό ακριβώς θα έπρεπε να είσαι. Ευγνώμων! Και μπορείς να καταλάβεις, ή μάλλον, μπορείς να κατανοήσεις το γιατί;"

Είχα αρχίσει να τον παρακολουθώ και να συντονίζομαι μαζί του.

"Νομίζω ναι", είπα και γύρισε και με κοίταξε χαμογελώντας.

"Πες μου! Πες μου γιατί;"

"Γιατί... μέσα στην αρνητικότητα αυτή, υπάρχει... ενέργεια...."

"Και τι άλλο;", είπε ενθουσιασμένος.

"Και... επίγνωση", συνέχισα.

"Και τι άλλο, τι άλλο;", φώναξε σχεδόν σε έξαρση.

"Και... συνειδητότητα, καθαρή, κρυστάλλινη συνειδητότητα!", φώναξα κι εγώ και τον είδα να σηκώνεται και να με αγκαλιάζει ευτυχισμένος.

"Από δω και πέρα μπορούμε να αρχίσουμε να συζητάμε!", είπε μετά και ξανακάθισε χαρούμενος στη θέση του.

Αισθανόμουν περίεργα. Αλαφρωμένος και κάπως σαστισμένος. Είχα μια συναισθηματική ποιότητα καθαρότητας και αδειοσύνης. Ναι, αυτή ήταν η λέξη. Αδειοσύνη. Και μου άρεσε τόσο πολύ αυτό!

"Κράτα αυτή την ποιότητα που έχεις τώρα και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να σταθεί στο δρόμο σου!", τον άκουσα να λέει.

Ο δάσκαλος έσφιξε το χέρι μου στο δικό του και με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Τον αγαπούσα αυτόν τον άνθρωπο!


[πρωτογραφή αρχές του αιώνα αυτού]

* * *

4 σχόλια:

nkarakasis είπε...

Υπέροχο φίλε μου. Ο Κρισναμούρτι να υποθέσω;
Η συνειδητοποίηση είναι καρκίνωμα της πραγματικότητας, το Θαύμα είναι η ανατροπή της πραγματικότητας.
Πόσο δυστυχής μπορεί κάποιος να είναι όταν δεν πιστεύει ότι δικαιούται ένα θαύμα τουλάχιστον στην ζωή του;
Και πάνω εκει ζούμε, με την ελπίδα να γυρίσουμε απο την δουλειά μας καθημερινά, να ξοδέψουμε τον μισθμό μας, να αποπληρώσουμε τις δόσεις. Ακόμα και να είμαστε μαζί με κάποιον για χρόνια.
Η Ελπίδα, αύτή η παράλογη σκέψη της πραγματικότητας, είναι αυτή που μας ξυπνάει κάθε πρωι, μα κάνει να συνεχίζουμε. Και τι περίεργο, χωρίς καν να το σκεφτούμε...
Ισως αυτό να είναι το ραβδάκι που έψαχνες στο κείμενο.. η ασυνειδητοποίητη ελπίδα ..

goofyMAGOUFH είπε...

"Γιατί... μέσα στην αρνητικότητα αυτή, υπάρχει... ενέργεια...."

"Και... επίγνωση"

"Και... συνειδητότητα, καθαρή, κρυστάλλινη συνειδητότητα!", φώναξα.

"Από δω και πέρα μπορούμε να αρχίσουμε να συζητάμε!"

nimertis είπε...

κάπως διαφορετική φίλε Καρακάση θα έλεγα ότι βρίσκω τη δική σου προσέγγιση στο συγκεκριμένο κείμενο... αλλά πάντως σ'ευχαριστώ για τις σκέψεις σου...

nimertis είπε...

Ναι Γκούφυ... εκεί είναι ο πυρήνας... σ'αυτή τη ποιότητα της επίγνωσης...