Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010


Μορικόνε

Άκουγα Μορικόνε
Και το είναι μου
έσταζε
τη φυγή σου
δάχτυλα
του χρόνου
φορούν το δαχτυλίδι σου
δείχνουν το φεγγάρι σου…
για μένα
ακόμα αόρατα είναι…

Πάνω στο τοίχο
έχει απομείνει η ανάσα σου
ξέχασες στο σεντόνι
ένα καλοκαιρινό σου βλέμμα
και δεν αντέχω
πια να σκεπαστώ…

Άκουγα Μορικόνε
και πέθαινα
ανοίγω τη παλάμη μου
σου είχα αρπάξει ένα χαμόγελο
και δεν στο δίνω
αν
λέω αν
απόψε αποδράσω
να χαμογελά κάτι επάνω μου…

Πάνω στο τοίχο
έχει σκαρφαλώσει η ζωή μας
φέρε μου το πρωί τσιγάρα
και καφέ
κι ένα ακόμη σ’αγαπώ
για να έχει το κουράγιο
ο ήλιος να ανατείλει πάλι

Ιουλ 09

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010



Κάποτε ο άνθρωπος των Ημερών που Ήταν, πλησίασε το μοναχικό κορίτσι που έπαιζε στην αμμουδιά.
Σε μια αμμουδιά που δεν είχε θάλασσα.

-είσαι ο θάνατος, του είπε
-είμαι ο απρόσωπος, απάντησε εκείνος
-δεν θα σου δώσω το χέρι μου… μπορώ αν θέλεις να σου δώσω μια ανάσα μου, ένα από τα όνειρά μου, αυτό το μικρό κάστρο που φτιάχνω στην άμμο…, του είπε ξανά.
-δεν σου ζητώ τίποτα, της είπε, τίποτε από όσα έχω…
-δεν ρέεις ποτέ;, τον μάλωσε εκείνη
-δεν έχω την εποπτεία της ροής μου, της είπε…
-δεν θα σου δώσω το χέρι μου… του ξανάπε
-μπορώ να διεκδικήσω ένα από τα χαμόγελά σου;, την ρώτησε σιωπηλός
-δεν ξέρω να χαμογελώ σε έναν άνθρωπο χωρίς πρόσωπο, είπε σιωπηλά κι εκείνη
-αν μου αρνούνται συρρικνώνομαι… , είπε με παράπονο εκείνος
-να γίνεις μικρός, να χωρέσεις στο κάστρο μου, είπε εκείνη

Και τον έκλεισε μέσα στο κάστρο

Αργότερα την πλησίασε ο άνθρωπος των Ημερών που Είναι.

-είσαι ο πόνος, του είπε.
-είμαι ο πόνος αλλά και ό,τι ακυρώνει το πόνο, της απάντησε
-χορεύεις;
-μπορώ να χορεύω όσο θέλεις αρκεί να μου χαμογελάσεις, της είπε
-δεν μπορώ να χαμογελάσω σε έναν άνθρωπο που είναι ο πόνος, του είπε
-είμαι η μήτρα και ο φόβος… θέλεις να παίξουμε;, την προσκάλεσε
-μπορείς να γίνεις άμμος;
-μπορώ να γίνω ό,τι θέλεις αρκεί να μην το ψελλίσεις, της είπε
-γίνε άμμος και μεγάλωσε το κάστρο μου, σκέφτηκε εκείνη

Και το κάστρο της έγινε μεγάλο όσο κι εκείνη.

Κι ύστερα την πλησίασε ο άνθρωπος των Ημερών που Είναι Να’ρθουν

-είσαι ο έρωτας, του είπε
-και αποσπώ από το σήμερα ό,τι μου αρνείται το όνομά του, της είπε
-δεν θα σου πω ποτέ το όνομά μου, απάντησε εκείνη
-αρκεί να μου χαμογελάσεις μια στιγμή
-πώς να χαμογελάσω στον άνθρωπο που ξέρει μονάχα να κλέβει, τον μάλωσε
-είμαι κλέφτης των προσευχών, μείνε ήσυχη και στατική για μια στιγμή, την προσκάλεσε
-κάνε μου μια θάλασσα, του είπε.
-αν σου κάνω μια θάλασσα θα μου χαμογελάσεις;
-κάνε μου μια θάλασσα, του είπε ξανά.
-αν σου κάνω θάλασσα θα χαθώ.
-κάνε μου μια θάλασσα να ξεπλύνει το κάστρο μου, του ξανάπε

Και η θάλασσα απλώθηκε μπροστά τους.
Το κάστρο διαλύθηκε στους αφρούς της.
Και το κορίτσι χαμογέλασε.

Και ο άνθρωπος των Ημερών που Είναι Να’ρθουν αφανίστηκε…

Σεπ2010

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010


Απλοϊκά…

Μου πήρε χρόνια
Μου πήρε εαυτούς
Ντροπές μου ζήτησε
Και χαμαιλέοντες φόβους
Μα προσαρμόστηκα...

Να περπατάω στον εαυτό μου
Και να μην με ανταμώνω
Φωτιές να ορθώνω στο κορμί μου
Και να τις βλέπω δροσερές πηγές
Να με αγγίζω
Και να’ναι η αίσθηση ενός άλλου…

Δύσκολο ήταν
Μονάχα στην αρχή
Μα η θυσία έγινε
Και η τελετή
Δεν είχε μεγαλείο κανένα
Το αίμα που έτρεχε
Πρόσεχα μόνο
Να μην ποτίζει τα όνειρά μου
Αλλά να πλένει από τις ενοχές
Όσες δεν καταδέχτηκαν
να γίνουν λέξεις

Το έμαθα λοιπόν
Το χάραξα
Στο μενταγιόν του πόνου
Να τρέφομαι
Μονάχα με τον ελάχιστο
Από τον ήλιο που δικαιούμαι

Να έχω δάνειες φωνές
Και να τις λέω δικές μου

Να με φονεύω ηρωικά
Και να με αθωώνω…

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Και πρόστυχα με βάφτισα ποιητή
Για να ξορκίζω το βλέμμα του οίκτου
Πάνω στην άθλια φορεσιά μου

Το σκάλισα λοιπόν κι αυτό
Στο εκκρεμές ομοίωμά μου
Να έχω πυρετούς εγωισμού
Και να τους λέω έρωτες!

Στην απέναντι όχθη να με αντικρίζω
Αλλά να μην μπορώ να φτάσω ως εκεί
Και κάποτε πια
Να μη με νοιάζει

Δεν κάνω για ξένος εγώ
Ούτε για οικείος
Δεν κάνω για ποιητής εγώ
άνθρωπος στο δρόμο του Ανθρώπου 
ίσως
Έτσι, σκανδαλωδώς απλοϊκά


Κι έχω οφειλές ακόμη…

Δεκ 2009

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010



Άλικο σώμα

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Αρνούμαι τη διαφυγή…

Δεν μπορώ να σου μοιάσω 
Αδελφέ μου άνεμε
Συμπαγής είμαι
Και πιο φθαρτός
Πιο δοκιμασμένος
Απ’όσο φαίνομαι…

Σε μακέλεψε 
Το ξέρω
Το χαμόγελό της
Έσπασε ο καθρέφτης σου
Και αποφεύγεις τα θραύσματα
Που σε ματώνουν…

Όπου πατάς πια
Είναι τα ίχνη της
Και αρκέσου 
στην ανάμνηση ενός κόσμου
Που δεν στερεώθηκε ποτέ στο άδολο βλέμμα…

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Αρνούμαι την υπεκφυγή…
Είμαι νοητός
Κι όμως ένσαρκος
Κι επιτέλους
Με αγγίζω
Και νιώθω πως πονάω…

Σε νίκησε
Το χαίρομαι
Η ζεστασιά της
Απλωνόσουν
Σαν καταχνιά 
Στη κάθε λέξη
Στη κάθε ανάσα μου
Και έχεις τώρα συρρικνωθεί
Σε ένα τόσο δα μικρό
Θαυμαστικό!

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Σε φιλοξενώ…

Αγνόησε τα σημάδια
Στο μαρμάρινο δέρμα μου
Αγνόησε τις λαιμητόμους
Στους ψιθύρους
Του αίματος
Αγνόησε τις στοιχειωμένες λίμνες
Στις σιωπές μου…

Αγκάλιασέ με μόνο
Κλείσε με στις παρενθέσεις
Της αποδοχής σου

Και νιώσε με που γεννιέμαι ξανά
στην επόμενη  
ζωντανή σου λέξη…

Ιαν2010

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010




Επικοίτιο άσμα

Προχώρησε δειλά η ψυχή μου
Στις όχθες της δικής σου
Κι έμοιαζες με λαμπερό ποτάμι
Που κατεβαίνει από΄να αρχαίο βουνό
Μυστικά και αθέατα
Δροσίζοντας
Δίνοντας ζωή
Σε κάθε τι ολόγυρα

Κι έσκυψε το είναι μου
Να πιει απ΄το δικό σου
Αθανασία να τρυγήσει
Απ’τη δική σου
Κι είχες τα χρώματα
Κι είχες τις μελωδίες
Κι είχες τις μυρωδιές
Και τις ανάσες
Της αγάπης μας…

Τόσο η ψυχή μου δονήθηκε
Τόσο το είναι μου σκίρτησε
Που το ιερότερο άσμα της Δημιουργίας
Απλώθηκε σαν μπέρτα υπέροχη
Στ’ακροδάχτυλα του Απείρου
Μας έντυσε ηδονικά

Και γίναμε ένα…

Σεπ 2009

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010



Οι Επτά Πύλες του Ιχνηλάτη


Η Πρώτη θα είναι φτιαγμένη από πλίνθους...

Και ο φύλακας θα είναι ένα γυμνό παιδί. Θα σε ρωτήσει σοβαρά:
«Ποια είναι η ουσία του κόσμου;» και θα πρέπει να απαντήσεις:
«κείνο που αντικρίζω κάθε πρωί στα μάτια της»
και θα σ' αφήσει να περάσεις.


Και η Δεύτερη θα είναι φτιαγμένη από φύλλα δρυός...

Και ο φύλακας θα είναι μια νέα κοπέλα. Θα σε ρωτήσει χαρούμενα:
«Τι υπήρχε πριν από σένα;» και θα πρέπει να απαντήσεις:
«Εγώ»
και θα σ' αφήσει να περάσεις


Και η Τρίτη θα είναι φτιαγμένη από πέτρα...

Και ο φύλακας θα είναι ένας Σειληνόs
Θα σε ρωτήσει παιγνιδιάρικα:
«Ποιος έφτιαξε την Ονειροχώρα;»
και θα πρέπει να απαντήσεις:
«Η ποίηση, ο φόβος και ο έρωτας»
και θα σ' αφήσει να περάσεις


Και η Τέταρτη θα είναι φτιαγμένη από Φωτιά...

Και ο φύλακας θα είναι μια γερόντισσα καμπουριασμένη.
Θα σε ρωτήσει αυστηρά:
«Τι'ναι κείνο που τώρα πια αρνούμαι να κοιτάξω;» και θα πρέπει να απαντήσεις:
«Όσα δεν έζησες γεμάτη αγάπη»
και θα αφήσει να περάσεις

Και η Πέμπτη θα είναι φτιαγμένη από Ομίχλη...

Και ο φύλακας θα είναι ένας γελωτοποιός.
Θα σε ρωτήσει γελώντας περίεργα:
«Ποιος είναι ο ήχος του θανάτου;» Κι εσύ θα γελάσεις τρανταχτά.
Και θα αφήσει να περάσεις


Και η Έκτη θα είναι φτιαγμένη από Σκοτάδι...

Και ο φύλακας θα είναι ένα ασώματο Τίποτε.
Θα σε ρωτήσει ψιθυρίζοντας:
«Τι αρκεί για να υπερβείς τον εαυτό σου;»
και θα πρέπει να τον προσπεράσεις σιωπηλός
και θα σ' αφήσει να περάσεις

Και η Εβδόμη θα είναι φτιαγμένη από τη σάρκα σου...

Και ο φύλακας θα είναι ο εαυτός σου.
Θα σε ρωτήσει χωρίς τα χείλη να κινούνται:
«Γιατί θέλεις να σ' αφήσω να περάσεις;» και θα απαντήσεις:
«Γιατί είναι αμέτρητες ακόμα οι Πύλες που είναι αόρατες και περιμένουν»
και θα είσαι εσύ που θα περάσεις ανεμπόδιστα προς τη Μοναξιά...

08/04/2000

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010



sensorium dei

ο θεός είναι ένα μικρό, κάτασπρο βότσαλο
σε μια παραλία με μαύρη άμμο
κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τη σημασία του εκεί
και κανείς δεν ξέρει αν τούτο το ασυμβίβαστο άσπρο στόμα
στο εβένινο πρόσωπο του αγνώστου
αναπνέει

ολόγυρά του
ίχνη από πέλματα
κανείς δεν ξέρει τα δικά του
κανείς δεν έχει βλέμμα
ολόγυρά του
παρουσία ζωής
και απουσία ζωντανών
ολόγυρά του
ούτε ένα χέρι συμπόνιας
ούτε ένα βλέμμα απαξίωσης
ούτε μια ρυτίδα χρόνου

ολόγυρά του
ούτε μια σκέψη
θετική ή αρνητική

και κανείς δεν ξέρει αν τούτο το λευκό φιλί
στο μαύρο πρόσωπο του απείρου
έχει την αγωνία της ύπαρξής του
αν έχει την μοναξιά της φυλακής του
κι αν ήθελε
κι εμείς να ξέρουμε

πως ανασαίνει…

αυγ2010