Seasons of Farwell
Jim Hunt
Ανίδρωση φωτός
φριχτά όνειρα
έκαναν τους ανθρώπους
να μοιάζουν με ασήμαντες στιγμές
κοιλότητες στο ματωμένο χρόνο
αυτό έγιναν
και άδεια λόγια
και ποιος αξίζει το βλέμμα του;
ποιος αξίζει τα όνειρά του;
ποιος αξίζει να φλέγεται
στο διηνεκές
χωρίς να καίγεται;
τα χέρια σήκωναν ψηλά
οι προπάτορες
είχαν ακόμη χέρια
να συνομιλούν με τους θεούς
έσφαξαν τον γιο του Πρώτου
βίασαν ξανά και ξανά
την θυγατέρα του Έσχατου
διαμέλισαν τον αποφλοιωμένο Προμηθέα
και τον δειπνούσαν κάθε εποχή φωτός
για να μην τους μισήσει το σκότος...
και ποιος αξίζει τη φωνή του;
ποιος αξίζει το σπέρμα του;
ποιος λέγεται ακόμη θεός θνητός
και ποιος ορέγεται το ήμαρ της Πενθεσίλειας;
βλάσφημοι εφιάλτες
έκαναν τους ανθρώπους άπληστους
έκαναν τους γόνους τους
ουτιδανούς και αχρείους
έκαναν τα δειλινά τους
να μοιάζουν με κόκκινα πρωινά στον Άδη
έλα
μου έγνεψε ο Έλληνας
εκείνο το απόγευμα
που έλιωνε ο κόσμος ολόγυρα
και περπατούσαμε ανέμελοι
πάνω στα λευκά κρανία
των συντρόφων...
Ο καιρός διατάζει
Το σώμα υπακούει
Η ψυχή δυσφορεί
Και δειλά
Τα φτερά της απλώνει
Δεν είναι κανείς εδώ
Σταλμένος από τον Βασιλιά-Νου
Που να ορθώνει ανάστημα πλέον
Στον Μεγάλο Ενιαυτό
Και η σιωπή βασιλεύει
Αφύσικα ατάραχη
Ανήθικα ανεμπόδιστη
Κι αυτό δεν αλλάζει
Ο καιρός διατάζει
Το σώμα υπακούει
Και η ψυχή τα φτερά της διπλώνει
Και κουρνιάζει
Δεν είναι η ώρα της
ακόμη…
Ως που;
Και κάποια μέρα
θ’ακουμπήσουμε τον ουρανό στο χώμα
θα πάρουμε βαθιές ανάσες
θα κοιταχτούμε για ώρα
μέσα από τα δάκρυα
και θα χαμογελάσουμε
έχουμε ακόμα…
θα πεις
ναι, έχουμε, πολύ ακόμα…
θα σου πω
θέλω το χέρι σου
θα πεις
θέλω την καρδιά σου
θα σου απαντήσω
θα σε πάρω μια μεγάλη αγκαλιά
πολύ μεγάλη
κι έπειτα
ξανά βαθιές ανάσες
τον ουρανό ξανά στους ώμους
το πρώτο βήμα εγώ
να πάρεις δύναμη
και μετά εσύ…
ώσπου…
(ως πού;)