Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

 

Ο λόφος του Σίσυφου

Τι συνέβη με τα πρόσωπα;
Με τις ρυτίδες που γέμισαν τσιμέντο
Με τα βλέμματα που μοιάζουν
εκμαγεία φωτός
Με τα δάχτυλα που αξεχώριστα γίναν;

Τι έγινε με τα πρόσωπα όσων αγάπησα;

Εσύ
αν ήσουν εδώ
θα μπορούσες να μου απαντήσεις…

Θα έπρεπε όμως πρώτα
να σου αφαιρέσω αυτό το ακάνθινο στεφάνι
απ’το χαμόγελο
κι αυτό το πικρό μαντήλι
με την αγωνία της νύχτας
απ’το μέτωπο
και θα έπρεπε ακόμα να σε κρατήσω για ώρα
να ζεσταθείς
μέσα στην αγκαλιά μου
να νιώσεις τον κόσμο φιλόξενο
και πάλι

και θα είχες κάτι να μου πεις
για εκείνα τα πρόσωπα
τα πρόσωπα
όσων αγάπησα
που έγιναν κηλίδες στον τοίχο
που έγιναν πατημασιές στην άσφαλτο
που έγιναν πέτρες
και στέκουν ασάλευτες
και σιωπηλές
στο λόφο του Σίσυφου….

 

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

 

Νημερτής


Δυναμένη

Φορεσιά απ’ το αρχαίο ύδωρ…

κλέβω απ’ το βλέμμα του Ποσειδώνα
μονάχα την ιερή οργή
ενός θεού εγκλωβισμένου
ενός ανθρώπου ξοδεμένου
ενός παιδιού αθάνατου
ενός θνητού πολεμιστή
κι εξαγοράζω δάκρυα
σταγόνες ευτυχίας
ρυτίδες από υδατώδες πυρ
πύρινα κορμιά
εωσφορικών τροχιών
στο απέραντο είναι…

(χιτώνας από νεραϊδοκλωστές
ο χρόνος πάνω μου
θωράκιο και πανοπλία μαγική
δεν ήρθα χθες
πριν από αιωνιότητες ήρθα
κι ακόμα μένω ανοιχτός
σαν πληγή απ’ την τρίαινα της Αμφιτρίτης)

Ευλιμένη
Δεν έβρισκα το δρόμο
ήμουν χαμένος
ανάμεσα σε ξάρτια κι άλμπουρα ναυαγισμένα
από μυθικές τριήρεις
των νικητών Αχαιών που ηττημένοι γύρισαν
από τη ματωμένη Τροία
πάλευα να ξεχωρίσω
ένα διάφανο ουρανό
ένα μονόκερω ολόλευκο
να με οδηγήσει
σ’ ένα λιμάνι απάνεμο
σε μια αγκαλιά ζεστή
σ’ ένα φωτισμένο αύριο
μακριά απ’ τη καταχνιά του Δία

(Το δρόμο μόχθησα να βρω
κι έχασα τον Οδυσσέα
στη φυλακή της Κίρκης
να ληστεύει τους αιώνες
με μια ματιά και μια ανάσα
καθώς η Ιθάκη αφανιζόταν
και ο μύθος ιστορία γινόταν
στο κέντημα της Πηνελόπης)

Κυματολήγη
Φορεσιά εξωτική και σπάνια
κι ένα χαμόγελο της Αφροδίτης
οι αγάπες μέσα μου
ένας Γαλαξίας ολόκληρος
στη χούφτα του Ηρακλή
και στο δρασκέλισμα της Νύχτας

συναπαντιέμαι με τον Έρωτα
αλητεύω στα σοκάκια
που πρώτος περπάτησε ο Σωκράτης
μιλώντας με τον Πλάτωνα
για την Αλήθεια και τη φύση του Είναι

Ανασαιμιές θεαινών
και αγγέλων φτερουγίσματα…

ύμνησα το θάνατό μου
και την ανάστασή μου είδαν πρώτοι
κάποιοι περίεργοι Μάγοι απ’ την Ανατολή

χωριστά το σκοτάδι απ’ το φως
χωριστά απ’ την αρχή το πέρας
χωριστά το εν απ’ το ουδέν
χωριστά κι ο κύκλος απ’ το διαβήτη

ο Πυθαγόρας με νανούρισε γλυκά
με το μονόχορδο και την τετρακτύ
κι ο Ματθαίος γυροφέρνει με τον Ιωάννη
σε πυρετικά όνειρα για τον Εσταυρωμένο

Τα κύματα θα πρέπει να ησυχάσουν
ο άνεμος να φιλιώσει με το θάνατο
ο Αδάμ να επιστρέψει στον Παράδεισο
και το νερό να παραδώσει τα σκήπτρα του στην πέτρα

Ευκράντη
Ανασηκώνω τα προσωπεία του υποκριτή
και τον αλώβητο υποκρίνομαι
έχω στ’ ακροδάχτυλά μου
πρησμένες φλέβες απ’ το Ιχώρ του Απόλλωνα
και στ’ αναφιλητά μου
με προδίδει ο σπαραγμός του Ναζωραίου ασκητή

Πρόσεχε, λέω στον εαυτό μου
να μη χαθείς σα θραύσμα
από τη γη της Ατλαντίδας
και μην απαρνηθείς στη θλίψη αυτής της προσευχής
την πρωταυγή της ύπαρξής σου

(Στο τραγούδι της Θελξιόπης
εγώ θα υποκύψω
με κερί τ’ αυτιά μου
δε θα κλείσω
είναι ο προορισμός μου
στον οργασμό του Νου ν’αφανιστώ
και τα φτερά
για τη βουτιά στην Αίτνα μου θ’ ανοίξω
έναν που έρωτα δικαιούμαι
όσο η ψυχή μου γυρεύει ν’ αναλώνεται
όσο το σώμα αντέχει να εκπυρώνεται
ακέραιο και ολόφωτο θα ζήσω)

Νημερτής
Στον πρόναο του Υδροχόου
κρύβομαι κι είμαι φανερός
είμαι ακόμη διάφανος και αναιμικός
σα πεθαμένος Σάτυρος
σαν κουρασμένος Σειληνός

στ’ αριστερά μου ξεψυχάει ο Προμηθέας
κι ανασταίνεται ο Κερασφόρος
στα δεξιά μου φάτνη ετοιμάζεται
να γίνει Αλήθεια και Οδός
στο τρίστρατο του αείποτε ξαπλώνω
να υποδεχθώ φωτιά και λάμψεις κι αίματα ηρώων
οι χρυσοφόροι Μήδες του Μεγάλου Βασιλιά
του Αλέξανδρου οι αήττητοι σαρισοφόροι
οι λεγεώνες του Ιούλιου Καίσαρα
κι οι Σταυροφόροι Ιππότες του Ναού
επάνω μου να περπατήσουν
να με μπολιάσουν με χλομά αδιέξοδα
να με σκοτώσουν άπειρες φορές
να με πουλήσουν
να με ξεγελάσουν
να’ ρθω ξανά και πάλι απ’ την αρχή
από το χθες γεμάτος
απ’ το αύριο άδειος
απ’ το κενό αιώνιος
χωρίς λαλιά ανώνυμος
χωρίς ματιά αστερέωτος
ζευγαρωμένος μόνο με τον τυφλό ποιητή
σαν ραψωδία ιερός 
 
κι απρόσιτος…
 
 

Σάββατο 25 Μαΐου 2024

 
Ψαθυρή βοή

Μου είπες κάποτε
οι φίλοι σου όλοι
είναι νεκροί
αρχαίοι ποιητές
και τροβαδούροι
πολεμιστές που έσβησαν
σε απελπισίας ιαχές
και οράματα θεών
που έχει λησμονήσει πια
ως και ο νύχτιος βρόμος
γύρνα σε μένα!
γύρνα στο τώρα!
κοίταξέ με
είμαι για σένα ζωντανή!

δεν σου είπα τίποτα
δεν σε ντρεπόμουν
όμως δεν είχα λέξεις
για να σε ξεδιψάσουν
αναπαυόμουν πάντοτε
από παιδί σχεδόν
στο σπαραγμό των αδελφών μου
στο λύγμιο πόνο τους
στον μεθυσμένο θάνατό τους
πώς να προδώσω σου έλεγα
το αρχαίο ρίγος;
αφού απ’αυτό αρύομαι φως
αφού απ’αυτό ανασαίνω
αφού αυτό ενδύομαι κατασάρκιο
τη γύμνια μου να υποφέρω…

κι έγινες μικρή σιωπή
και κρύφτηκες
σε κείνη των ανθρώπων
την ψαθυρή βοή
που ξημερώνει το μάταιο

κι έστρεψες μακριά μου
πρώτα το σώμα
κι έπειτα το βλέμμα…



Her Guilty Pleasure Art Print by tomorca
 

Σάββατο 18 Μαΐου 2024

  

Amor fati


Κι έτσι λοιπόν βρίσκομαι εδώ
Μονάχος
Απέναντι στο Όλο

Τι έμελλε να γίνω
το αγνοώ

βούτηξα στον ποταμό
του σκοτεινού Εφέσιου
κι αλλιώτικος βγήκα
στην απέναντι όχθη

κι όμως
ξανά ο ίδιος!
τον άκουσα να λέει θυμωμένος

Τι σκόπευα να γίνω
ακόμη το αγνοώ

Και δεν θυμάμαι
αν κάποτε σκεφτόμουν

Όσο που τέντωνα το τόξο
για να δοκιμάσω
της χορδής τη γενναιότητα
όχι γιατί έπρεπε να σπάσω πρώτα
κι έπρειτα να τεντωθώ ξανά
μα γιατί η δύναμη τυραννιέται μόνον
από εκείνον που τη δυναστεύει

Λοιπόν ο Ιθακήσιος βασιλιάς
καλά το είχε στοχαστεί
και ντροπαλός εστάθη
μπροστά στη Ναυσικά

από το βλέμμα του
κρατώ ένα νεύμα
ψίθυρος αύρας βραδινής
σ' ερημικό ακρογιάλι

Γιατί στη συστολή την κερδισμένη
στο εργαστήρι της σιωπής
η αποκοτιά κλίνει το γόνυ
αφού μπροστά της ορθώνεται η σοφία

Τι μου έπρεπε να γίνω
αδιαφορώ

Αφρόντιστος μια μέρα
όρμηξα στον ποταμό του Εφέσιου μονώτη
άλλος που μπήκα στο ανήλικο νερό
κι άλλος που βγήκα
στην αρχαία όχθη

κι όμως
τον άκουσα να λέει


ο ίδιος πάντα...

 

Δευτέρα 13 Μαΐου 2024

 

  

Ο άνθρωπος
που ήταν να φέρει τη βροχή
δεν ήταν άγγελος θανάτου
δεν είχε εκστομιστεί
από την μήτρα της Ατης
δεν είχε λύσει τα δεσμά
του Προμηθέα
από τον Καύκασο του Απείρου

υπεράνθρωπος
δεν ήταν
ούτε περπάτησε ποτέ με τους θεούς…

στα χέρια του
αναπαριστούσε
την πρώτη του ανθρώπου αγάπη
και την εμπιστοσύνη μας είχε
στη φαρέτρα του
για να ξορκίζει την αιώνια μοναξιά του

δεν είχαμε άλλο να του δώσουμε
δεν είχαμε άλλο πιο ακριβό
να του κληροδοτήσουμε
μόνος θα έπρεπε να πολεμήσει
να ηττηθεί
ή να νικήσει…

Ο άνθρωπος
που ήταν να φέρει τη βροχή
αδελφός μας ήταν
από τους πιο αγαπημένους
πατέρας
εραστής και ερωμένος ήταν
από κείνους που προικίστηκαν με αθανασία 
από όλους μας
ο πιο καταραμένος…

δεν είχαμε βλέμμα να τον ξεπροβοδίσουμε
δεν είχαμε χέρια να τον αγκαλιάσουμε
δεν είχαμε το αύριο
να τον παρηγορήσουμε…

Ο άνθρωπος που ήταν
κάποια από τις μέρες των αιώνων
να φέρει τη βροχή
έγινε βροχή
κόκκινη σαν το αίμα του
κι έπεσε στα χωράφια της καρδιάς μας

για να τον καλούμε πάντα στα όνειρά μας
και να μας χαμογελά…
 

Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

 

Εμείς
Οι εγκλωβισμένοι του Χθες
Στο φρικαλέο τριγμό του Σήμερα
Επικαλούμαστε ένα διωγμό
Ένα ανάθεμα
Ή μια ανάσα εφιάλτη
Για να επιστρέψουμε εκεί
Όπου βιώνουμε το Υπέροχο
Το Απόλυτο
Το Αληθινό
Και κατοικία μας είναι
Όχι ο χρόνος
Ούτε ο πόνος
Αλλά οι στίχοι απ’τα τραγούδια
Των βάρδων…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’ οποιονδήποτε ‘άλλο’
Εμείς ξέρουμε καλύτερα
Τι σημαίνει ν’ανήκεις στο Χθες
Και να προσδοκάς το Αύριο
Να επιστρέφεις
Για να ησυχάσεις
Και να γαληνέψεις
Κι όχι για να βιώσεις ξανά
Ό,τι για πάντα χάθηκε…

Περισσότερο απ’όλους
Κι από καθέναν χωριστά
Σ’εμάς ανήκει το Αύριο
Γιατί θυσιάσαμε όλη μας την ακεραιότητα
Κι όλη μας τη ρώμη
Οραματιζόμενοι ευρύχωρους κόσμους
Από ηδονές και αγιοσύνη
Γιατί δεν ρίξαμε κάτω
Τις ασπίδες στις ήττες
Γιατί δεν τραγουδήσαμε ποτέ
Όπως το αξίζαμε
Στους λιγοστούς θριάμβους…

Περισσότερο από τους άλλους
Απ’όλους τους άλλους
Εμείς
Αγαπήσαμε τη ματαιότητα
Λατρέψαμε το πρόσκαιρο
Υμνήσαμε το φθαρτό
Σμιλέψαμε το Απρόσιτο
Και κατοικήσαμε μέσα του
Και σήμερα μπορούμε
Αν το θελήσουμε αληθινά
Ν’αναστηθούμε από τη τέφρα μας
Να σηκωθούμε αγέρωχοι
Να ξεκινήσουμε ξανά
Να στοχαστούμε απ’την αρχή
Όχι σ’ένα τέλος που θα αρμόζει
Στην αποκοτιά μας
Να υπάρχουμε
Μα σ’ένα πέρας μυητικό
Ένα ολοκαύτωμα ανδρείο
Ένα στροβίλισμα φωτός και χάους
Πριν σφαίρες γίνουμε
Από αστρόσκονη και Νύχτα

Κι αναλωθούμε οριστικά
Και υπέροχα…