Κυριακή, 13 Ιουνίου 2021


Μοιραστήκαμε τον κόσμο
σε μια δρασκελιά φωτός
σε μια νύχτια μέθη
αλλά ξένοι απομείναμε

Απόμερα

Στου πρωινού αστεριού 
το ουράνιο πλήγμα
εμείς
Ανέκπληκτοι…
 
Είχε λοιπόν
αποσώσει ένα δάσος από ανάσες το χαμόγελό σου

στο είπα
φεύγοντας μόνη
στερεώνεις μονάχα το κενό
κι είχε το βλέμμα σου τόση λαχτάρα
να βουτήξει στο Ένα
που βουβός το άπλωσα στο πρόσωπό μου
ακέραιο
να μην ραγίσει…

Μοιραστήκαμε το δέος
σε μια γουλιά σελήνης
κρατήσαμε στα χέρια μας το αιώνιο θαύμα
κι όμως
ανέκφραστοι χαρήκαμε

Στου βραδινού ναυαγισμένου ήλιου
την έκπληκτη αποδρομή
εμείς

Ανέκπληκτοι…


Another Plane Went Down

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2021

 


Εδώ θα μείνω
ως το τέλος
ώσπου να σιγήσει τούτος ο παλμός
ώσπου το σκοτάδι να προσκυνήσει το φως
και μη φοβάσαι…

Έτσι όπως μοιραστήκαμε
για αιωνιότητες
το πεπερασμένο
έτσι θα υποδεχθούμε σε μια στιγμή
το άπειρο

εσύ τα μάτια
εγώ το βλέμμα
εσύ το στόμα
εγώ το χαμόγελο
εσύ τα χέρια
εγώ το άγγιγμα

εδώ ήμουν πάντα
κι εδώ θα μείνω

και δεν θα μιλήσουμε
λέξη δεν πρόκειται άλλη να πούμε

ποιος έχει ανάγκη το φθαρτό
όταν έχει κοινωνήσει το αιώνιο;

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2021

 

σιγῇ ἀπώλοντο…


κι έτσι αρθρώθηκαν οι πρώτοι λόγοι...
πάνω στο σεμνό κύμα
μέσα στο όνειρο
έξω από το σκοτεινό δωμάτιο

ο νους
κροτάλιζε ξόρκια
και αυτοσχεδίαζε κατάρες
σπαρτές
ασήμαντες
λυγρές
όμως ανάπνεε
πάνω στα ίχνια της Νύχτας

δεν σε αγνόησα ποτέ
να ξέρεις
σε νοσταλγούσα
ακόμη και τις στιγμές
που ήμασταν μαζί
πάνω στο λυπημένο κύμα
μέσα στο λάμπον όνειρο

έξω απ'το μικρό δωμάτιο

ίμερος
γλυκύς
ό,τι κρατώ
ό,τι θυμάμαι

σιγή...

...κι ότι δεν σε συνάντησα

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2021

 

Σέλας


Αμείλικτο
το σέλας του μεσονυχτίου

συντροφιά είχα τον άνθρωπο – μαχαίρι
και το φορτίο ακέραιο
μοιρασμένο δίκαια

στο χθες
ό,τι έμεινε αναπαλλοτρίωτο
στο σήμερα
ό,τι στέκει αγέρωχο
στο αύριο
ό,τι δεν λέρωσε η αγοραία ελπίδα…

συμβολικά πεθαίνω
είπα στον άνθρωπο – λαιμητόμο
συμβολικά αγοράζω λεπτά και ώρες από το μέλλον
μην με νομίσεις ρυπαρό τυχοδιώκτη

άλλωστε
ποιος τόλμησε να διαπραγματευτεί τον ήλιο
και δεν κάηκε;

 

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2021

 



Το Νέρωνα είδα
ναι, τον Κλαύδιο Αύγουστο τον ίδιο
να κατεβαίνει στην αρένα
για να μου σφίξει το χέρι
‘μπράβο σου, τα κατάφερες’
μου είπε και δεν τον κοίταζα στα μάτια
μα ερχόταν στ’αυτιά μου η θεϊκή
μελωδική φωνή του
και έτσι γεμάτος αίματα, λερός και άθλιος
καθώς ήμουν
από τη σφαγή που επί ώρες
είχε προηγηθεί
ένιωσα ντροπή
που λέρωσα το απαλό του χέρι
με το δικό μου που έσταζε ακόμα
μα δεν τον ένοιαξε στιγμή
και άρχισε σε λίγο να γελάει
κάπως παράξενα
σαν να’βλεπε μπροστά του
το πιο αστείο απ’όλα ένας θεός μπορεί
να αντικρίσει
‘μα ήσουν καταπληκτικός!
δυο, τρεις φορές την ώρα που ρευόμουν
αλήθεια στο λέω
διέκοψα το φαγοπότι μου
και στύλωσα το βλέμμα μου σε σένα
καθώς έκοβες τους λαιμούς
και άνοιγες στομάχια
με πόση δεξιότητα
με πόση χάρη!
Ποιητής εγώ, το ξέρεις
μπορώ να εκτιμήσω τη λεπτότητα,
την ομορφιά, την αρμονία,
σε κάθε τι…’

Είχε το κέφι του ανέβει και φλυαρούσε
Αυτός, ο άρχοντας του κόσμου
μ’έναν απλό πολεμιστή της άμμου
που διεκδικούσε μια ώρα ακόμα
κάτω απ’το θεό Ήλιο.
Κι ύστερα είδα
τον άνθρωπο με τη μαύρη μάσκα
και το ξιφίδιο στο χέρι
να έρχεται κοντά μας
‘…κι άλλο, πιστεύω, σαν εσένα
αδύνατο τώρα κοντά να βρούμε
το πιστεύω
όλοι το έλεγαν
από τους καλεσμένους μου στο θεωρείο
άλλος καθώς έφτυνε τα κουκούτσια
απ’τα σταφύλια
κι άλλος καθώς ξέσκιζε σάρκες ψημένες
ρόδινες στο πλούσιο γεύμα
βλέπεις
η ώρα πέρασε
και πείνασαν οι αυλικοί μου
λοιπόν να ξέρεις…’
άκουγα τον αυτοκράτορα
να εκστομίζει τη μια λέξη πίσω απ’την άλλη
ενώ η ανάσα του μύριζε κόκκινο κρασί
από την όμορφη Ετρουρία πιστεύω
που στις πλαγιές της ξαπλωμένα είναι μαγικό να βλέπεις
τα μυθικά αμπέλια της
και ο μασκοφόρος με τη μπέρτα που ανέμιζε
ερχόταν πιο γοργά τώρα κοντά μας
και το ξιφίδιο σήκωσε και η λάμα γυάλισε
στον ήλιο
ενώ από τις κερκίδες μια ιαχή ακούστηκε
και ο αυτοκράτορας
ίσα που πρόλαβε να κάνει ένα μορφασμό
πολύ χαριτωμένο
και ώσπου να στρίψει το σώμα του να δει
τι ερχόταν στην καρδιά του
ήταν αργά
και ο άγνωστος δολοφόνος
εν μέσω ιαχών και αλαλαγμών του όχλου
βύθιζε το ξιφίδιο στην ευγενική καρδιά του
θόλωσε από έκπληξη και αγωνία το βλέμμα του άρχοντά μου
και από τα χείλη του έβγαιναν μαύροι αφροί
θέαμα φρικώδες κι ελεεινό
για ένα θεό!

Το τελευταίο που θυμάμαι
είναι να βγάζω μια κραυγή ουρανομήκη
για το χαμό του αγαπημένου Αυγούστου
και δίπλα του να γονατίζω
όταν η σκιά εμφανίστηκε
ενός χεριού που ανέβαινε ξανά
για να κατέβει πάλι
κι έπεσα ευθύς
χωρίς να το σκεφτώ
το σώμα του αθανάτου που έθνησκε
ν’αγκαλιάσω…

με σκέψη τελευταία
τα αμπέλια της Ετρουρίας
κατάφορτα από τις πρησμένες ρώγες
να με μεθούν με το άρωμά τους
και να χαμογελώ
νεκρός και ζωντανός μαζί

πάνω απ’το άψυχο κιόλας
μαύρο βλέμμα
του ποιητή – αυτοκράτορα…




Colosseum

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2021

 

Ο άνθρωπος
που ήταν να φέρει τη βροχή
δεν ήταν άγγελος θανάτου
δεν είχε εκστομιστεί
από την μήτρα της Ατης
δεν είχε λύσει τα δεσμά
του Προμηθέα
από τον Καύκασο του Απείρου

υπεράνθρωπος
δεν ήταν
ούτε περπάτησε ποτέ με τους θεούς…

στα χέρια του
αναπαριστούσε
την πρώτη του ανθρώπου αγάπη
και την εμπιστοσύνη μας είχε
στη φαρέτρα του
για να ξορκίζει την αιώνια μοναξιά του

δεν είχαμε άλλο να του δώσουμε
δεν είχαμε άλλο πιο ακριβό
να του κληροδοτήσουμε
μόνος θα έπρεπε να πολεμήσει
να ηττηθεί
ή να νικήσει…

Ο άνθρωπος
που ήταν να φέρει τη βροχή
αδελφός μας ήταν
από τους πιο αγαπημένους
πατέρας
εραστής και ερωμένος ήταν
από κείνους που προικίστηκαν με αθανασία 
από όλους μας
ο πιο καταραμένος…

δεν είχαμε βλέμμα να τον ξεπροβοδίσουμε
δεν είχαμε χέρια να τον αγκαλιάσουμε
δεν είχαμε το αύριο
να τον παρηγορήσουμε…

Ο άνθρωπος που ήταν
κάποια από τις μέρες των αιώνων
να φέρει τη βροχή
έγινε βροχή
κόκκινη σαν το αίμα του
κι έπεσε στα χωράφια της καρδιάς μας

για να τον καλούμε πάντα στα όνειρά μας
και να μας χαμογελά…
 
 

Σάββατο, 22 Μαΐου 2021

 


Γιατί όλος αυτός ο θόρυβος;
γιατί θορυβούμε τόσο πολύ;
γιατί φωνάζουμε τόσο πολύ;
γιατί γεμίζουμε πάντα το μέσα μας
από το έξω;
τι φοβόμαστε;
από τι κρυβόμαστε;

δεν θέλουμε ειλικρινά να ακούσουμε
ό,τι συμβαίνει εντός μας
δεν θέλουμε να υπάρξουμε ακέραιοι
ίσως γιατί δεν αντέχεται

ξέρουμε
και κάνουμε πως δεν ξέρουμε

όλος τούτος ο θόρυβος
είναι η διάχυση στο τίποτε
που ανακουφίζει

γέμισε από πλήθη
για να χάσεις εσένα

σκέδαση
διασπορά
θρυμμάτιση
‘ψαθυρή’ θραύση

Διάλυση…

Διάλυση;
κι όμως
το βλέμμα του ενός
που άρχει
και εποπτεύει όλων
δεν επιτρέπει τη διάλυση…

εκείνο που είναι να βιωθεί
θα βιωθεί ολόκληρο

κι εκείνο που είναι να μας σκοτώσει
το κυοφορούμε
 

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2021

 

Επίκληση


Μετράω τις μέρες μου
αναρίθμητες
λίμνη έγιναν μέσα μου
καύσωνας υγρός
μετράω τις ώρες
σαν κόκκοι σκόνης μέσα στο δωμάτιο
με δυσκολία που ανασαίνω
την κάθε μια
που αντιστοιχεί σ’ένα χαμόγελο
σε μια φωνή
σε μια ματαίωση
σε μια ηλικίωση νύχτια
άγρια
θυελλική
μια καλοκαιρινή φρενίτιδα
που την αρνήθηκαν οι πόροι μου
ένας προς έναν…

η αλήθεια μού επιτίθεται
όλος αμύνομαι
όλος που τρέμω
έχω το ρίγος απ’την πρώτη μέρα
και το δεξί μου χέρι που παρέλυσε
έχω το βήχα που μου καίει το στήθος
και δεν το νιώθω πια
πάνω στο δέρμα μου
πέτρα έγινε κι αυτό…

μετράω τις ώρες
επαναστάτησα
σηκώνομαι
λέω να κάνω μια μαύρη τελετή απόψε
μια σκοτεινή
βλάσφημη επίκληση
λέω να γδάρω τη ψυχή μου απόψε

σκέφτομαι πάλι
θα ξυπνήσεις το πρωί
δεν θα με δεις
και θα σου λείψω…



Κυριακή, 16 Μαΐου 2021

 



Ψαθυρή βοή

Μου είπες κάποτε
οι φίλοι σου όλοι
είναι νεκροί
αρχαίοι ποιητές
και τροβαδούροι
πολεμιστές που έσβησαν
σε απελπισίας ιαχές
και οράματα θεών
που έχει λησμονήσει πια
ως και ο νύχτιος βρόμος
γύρνα σε μένα!
γύρνα στο τώρα!
κοίταξέ με
είμαι για σένα ζωντανή!

δεν σου είπα τίποτα
δεν σε ντρεπόμουν
όμως δεν είχα λέξεις
για να σε ξεδιψάσουν
αναπαυόμουν πάντοτε
από παιδί σχεδόν
στο σπαραγμό των αδελφών μου
στο λύγμιο πόνο τους
στον μεθυσμένο θάνατό τους
πώς να προδώσω σου έλεγα
το αρχαίο ρίγος;
αφού απ’αυτό αρύομαι φως
αφού απ’αυτό ανασαίνω
αφού αυτό ενδύομαι κατασάρκιο
τη γύμνια μου να υποφέρω…

κι έγινες μικρή σιωπή
και κρύφτηκες
σε κείνη των ανθρώπων
την ψαθυρή βοή
που ξημερώνει το μάταιο

κι έστρεψες μακριά μου
πρώτα το σώμα
κι έπειτα το βλέμμα…



Her Guilty Pleasure Art Print by tomorca
 

Σάββατο, 15 Μαΐου 2021

 

Το Άλλο Εκείνο



Αν τα γυμνά ανθρώπινα κορμιά
υψώθηκαν και κρέμονται
στο σκοτεινό όργιο του σύμπαντος
κι αν φλέγονται
και ψύχονται μαζί

απ'το "ενεργεία" στο "δυνάμει"

κάτω απ'τα βλέμματα ανήλικων θεών
 
είναι που ακόμη ο αιώνιος οδοιπόρος
πραγματώνει αέναα
την Οδύσσειά του
και απ'την αγκαλιά της Κίρκης
κι απ'τους μηρούς της Καλυψούς
ορμάει στο φως
του έσχατου θανάτου
κι απλώνει στην επιστροφή
που τόσο πόθησε
μια επίκληση
στο μαύρο δίχτυ της Ανάγκης
για ν'αφανιστεί
όχι ως βασιλιάς
αλλά ως ζητιάνος

Κι η επίκλησή του
θα έχει λέξεις από αίμα
σύμφωνα από πέτρα
φωνήεντα από φως
και στο ουράνιο βλέμμα του
το Άλλο Εκείνο
 
που τον στερέωσε στο Είναι...


Και με ορθάνοιχτα τα μάτια
δικαιούσαι να ονειρεύεσαι

Και με κλεισμένους πνεύμονες
δικαιούσαι ν'ανασαίνεις


Ένα χωρίς Αυτό

χωρίς το Κάτοπτρο
χωρίς το Χάσμα


Εν εσαεί...