Αχανές
Η σχισμή
λεπτή ρυτίδα
όμορφη γραμμή
κάποτε απείθαρχη
γίνεται καμπύλη
ανοίγει ολόκληρη
γίνεται στόμα
ανοίγει διάπλατα
γίνεται αιδοίο
ανοίγει κι άλλο
γίνεται σπηλιά
και μέσα της ένας αρχαίος ήλιος
που ανασαίνει ακόμα
απρόθυμα όμως…
Η ροζ και απαλή
ρωγμούλα
πρόστυχο μειδίαμα
υπόσχεται
χυδαίο βλέμμα
αισθάνεται
πάλλεται από ηδονή
κάθε φορά που το φως της επιτίθεται
κάθε φορά που ένα όνειρο πεθαίνει
κάποτε ξέρω
το χρώμα της θ’ αλλάξει
η μεταξένια υφή της
θα χαθεί
θα γίνει ένα ρίγος απαλό
κι έπειτα θυμωμένο
σαν κύμα
στη ράχη του είναι
κι ύστερα τίποτε…
Σε φθινόπωρο τόπο
θ’ αποθέσω τους νεκρούς μου
ένας προς έναν
θα φωλιάσουν στο έμψυχο χώμα
και το αίμα τους θα πιει ο πρανής
γενέθλιος ήλιος
οι ανάσες όσων κρεμάστηκαν
απ’τα σύννεφα
θα μπερδευτούν με το ιχώρ του ανέμου
οι ματιές όσων ξοδεύτηκαν στην άνιση πάλη
φυλακισμένα θα έχουν για πάντα
όσα βιώθηκαν την ύστατη ώρα
και στο στερέωμα του Άδη
τα βλέμματα του πόθου
θα μιχτούν
με τις ιαχές των προγόνων
περιμένουν
οι ώρες με δόντια που τρίζουν
περιμένουν
οι λαχτάρες των αγέννητων ανθρώπων
κι εγώ έχω το φορτίο μου ολόκληρο σύμπαν
Άτλαντας
στο σημείο που στέκομαι τώρα
Όρθιος λοιπόν
και στητός ακόμη
πασχίζω
πάνω στο κέντρο του κύκλου
τα χέρια μου
απ’το κορμί
κεραυνούς ν’απλώσω
μυαλό και σώμα ν’αρμονίσω
το μέγα Ύψιλον
αυτό να αιωνίσω…
Ένας παρατημένος κόσμος
μεθοκοπάει στη γύμνια του
μπροστά από οθόνες που χαμογελούν
σαρκαστικά
σαν μονομάχοι σε αρένες
που δεν έχουν πια αντιπάλους
και στα μεγάλα βάθη του είναι
άηχος πόλεμος
σιωπή και θάνατος
ακόμα δεν βιώθηκε
όλη η απουσία
κι όλο το σάπιο
δεν χωνεύτηκε
όλο το σκότος
δεν μεταβολίστηκε σε χρόνο
όχι ακόμα…
Ένας παραιτημένος κόσμος
γλεντοκοπάει τη φτήνια του
σε ανταμώματα του σπέρματος
και κάποτε
του χυδαίου πνεύματος
και στα έγκατα
η λαχτάρα για το αείποτε
κάθε πηγή νοήματος υψηλού
και το Ωραίο
φωλιάζουν ανυπεράσπιστα
αβοήθητα
και αχνίζουν το αιώνιο
Ένας ηττημένος κόσμος
και η αυγή
του νέου ανθρώπου
αργεί ακόμα…
Through the curtain