Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

 

Σχισμή

 

Η σχισμή 

λεπτή ρυτίδα

όμορφη γραμμή

κάποτε απείθαρχη

γίνεται καμπύλη

ανοίγει ολόκληρη

γίνεται στόμα

ανοίγει διάπλατα

γίνεται αιδοίο

ανοίγει κι άλλο

γίνεται σπηλιά

 

και μέσα της ένας αρχαίος ήλιος

που ανασαίνει ακόμα

απρόθυμα όμως…

 

Η ροζ και απαλή

ρωγμούλα

πρόστυχο μειδίαμα

υπόσχεται

χυδαίο βλέμμα

αισθάνεται

πάλλεται από ηδονή

κάθε φορά που το φως της επιτίθεται

κάθε φορά που ένα όνειρο πεθαίνει

 

κάποτε ξέρω

το χρώμα της θ’ αλλάξει

η μεταξένια υφή της

θα χαθεί

θα γίνει ένα ρίγος απαλό

κι έπειτα θυμωμένο

σαν κύμα

στη ράχη του είναι

 

κι ύστερα τίποτε…

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

 

Έγκαυμα


ήταν το βήμα σου ήσυχο
στη ράχη της γης
κανείς δεν σε άκουσε να περπατάς
να μιλάς
ή να σωπαίνεις…
μα εγώ σε θυμάμαι
τόσο έντονα
όσο το σφυροκόπημα του αίματος
στις φλέβες μου
κι ακόμα νοιάζομαι για σένα

εάν ο ήλιος έσκυβε μια μέρα
πάνω απ’τη λησμονιά του ανθρώπου
θα του έδινα το χέρι μου
θα τον κοιτούσα ολόισια στα μάτια
ώσπου να τυφλωθώ…

χωρίς αισθήσεις
παύουν και τα ερωτήματα

μέσα στο αιώνιο έγκαυμα
σε χώρεσε ο πόνος
και σκιρτάς μονάχα πια
όταν πλένω στο νερό τις νύχτες
τις καμένες ανάσες
των φιλιών σου…




Burnt memories

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025




Μαύρος Υδράργυρος

Ο Σ. ταράχτηκε πολύ εκείνο το απόγευμα. Όταν κατάλαβε, όταν αντιλήφθηκε, όταν ανοίχτηκε ο νους του διάπλατα και τον πλημμύρισε ένα αλλόκοτο φως. Ένα παχύρευστο, σκοτεινό φως σαν… μαύρος υδράργυρος! Ήταν το απόγευμα που αποφάσισε να γράψει για τον Προμυθέα. Ήταν τέτοιος ο πυρετός που τον έκαιγε ώστε έπιασε το πρώτο μολύβι που βρήκε μπρος του, μάζεψε όποιο κουρελόχαρτο συνάντησε το βλέμμα του μέσα στο ακατάστατο δωμάτιο, και άρχισε να χαράζει τις λέξεις, με μανία.
 
Ο Σο. ολοκλήρωσε το μανιφέστο του Προμυθέα του, νωρίς το επόμενο πρωί. Σχεδόν με το αχνοχάραγμα του ήλιου, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν και  έπεσε λιπόθυμος… ο ήλιος που χώθηκε απ’το παράθυρο τον βρήκε ετοιμοθάνατο, κατάχλωμο και σωριασμένο στο πάτωμα. Ολόγυρά του οι σελίδες, σκόρπιες.
 
Λίγο πριν μεσουρανήσει, ο Σοε. είχε αναχωρήσει για μια άλλη πραγματικότητα.

Γράφω για τον Προμυθέα. Χρόνο δεν έχω, το νιώθω και ο πυρετός της ψυχής μου ανεβάζει την αγωνία μου μαζί με την θερμοκρασία αυτού του σώματος που για λίγο ακόμα θα με ανέχεται. Γράφω για τον ήρωα που δεν έγινε Άνθρωπος και την Αλήθεια που έγινε Μύθος. Γράφω για τον Δαίμονα που έκλεψε τη Φωτιά από τους Αθανάτους όχι για να την δώσει στους ανθρώπους αλλά για να την κρατήσει για τον εαυτό του. Γράφω για την αστραπή του κόσμου και την φενάκη της θυσίας. Γράφω για τον αποστερημένο από τις ηδονές και τον σκοταδισμένο πρόγονο και πατέρα μας. Είμαστε όλοι γιοι του. Είμαστε όλοι καταραμένοι, είμαστε όλοι λεροί, σάπιοι, καταδικασμένοι!
 
Νιώθω το αίμα να σφυροκοπάει τις αδυνατισμένες, στενεμένες φλέβες μου, νιώθω τη ψυχή μου να βροντάει κιόλας τις πόρτες του Αγνώστου, παλεύει να γυρίσει πίσω, εκεί απ’όπου κάποτε θέλησε σαν από καπρίτσιο να με ενοικήσει, να με βασανίσει, να με γεμίσει ώρες αγωνίας. Ναι, αγωνίας και τρόμου!
 
Είμαστε γιοι του Προμυθέα. Η κληρονομιά μας είναι η αέναη κλοπή του φωτός. Είμαστε η σκάρτη γενιά του πρώτου από τους άθλιους και του τελευταίου από τους τολμηρούς. Κάποιος έπρεπε να μας διδάξει την αποστολή μας, κάποιος έπρεπε να ξανοιχτεί πρώτος στα πελάγη του Χάους και κείνος ήταν ο Προμυθέας. Έκλεψε το αγνό Φως από τους Φύλακες και τους ξεγέλασε όλους. Δεν είχε ποτέ του σκοπό να το προσφέρει στους ανθρώπους. Είχε σκοπό να εξελιχθεί ο ίδιος. Είχε σκοπό να γίνει κι εκείνος Φως. Και Πυρ και Αθάνατη φρίκη!
 
Η μεγάλη, συγκλονιστική Αλήθεια έσκασε σαν τριαντάφυλλο που ανοίγει διάπλατα τα πέταλά του μέσα στα πιο κρυφά διαμερίσματα του είναι μου. Η μεγάλη, σκοτεινή, υδραργυρική αλήθεια με πλημμύρισε και πεθαίνω. Πεθαίνω από το υγρό της βάρος, από τη στυφή της γεύση, από το δηλητήριο στο αίμα της.
 
Και γίνεται και το δικό μου αίμα σκοτεινό σαν μαύρος υδράργυρος.
 
Τούτο είμαστε. Κλέφτες της φωτιάς των άλλων. Τούτο είναι να είμαστε. Κλέφτες του Πυρός των άλλων. Τούτο μπολιαστήκαμε να είμαστε. Κλέφτες του Φωτός των άλλων.
 
Πώς να αγαπήσουμε; Λιμοκτονούμε, πεθαίνουμε, κρυώνουμε στους παγετώνες της Ύπαρξης. Πώς να αγαπήσουμε; Πεινάμε. Είμαστε παλλόμενα σκοτάδια, είμαστε δονούμενες νύχτες, είμαστε ασημένιες κηλίδες νοσηρών φαντασιώσεων. Πώς να αφεθούμε; Είμαστε προορισμένοι να κλέψουμε, να ληστέψουμε, να αρπάξουμε.
 
Πώς να γελάσουμε; Ανοίγουμε τα χείλη και εκρέουμε πόνο. Πώς να μεταβολίσουμε το χρόνο σε τρυφερότητα; Κοιτάζουμε το πρόσωπο του άλλου και αυτό που βλέπουμε είναι η σπηλαιώδης ανάγκη μας. Πώς να μετασχηματίσουμε το θηριώδες σε ευγενές; Οι κυνόδοντές μας ψηλαφούν κιόλας την καρωτίδα της ψυχής του άλλου. Πώς να χαϊδέψουμε; Τα χέρια μας τρέμουν από την τυραννική επιθυμία να στραγγαλίσουν. Πώς να ανασάνουμε; Οι μαστοί μας έχουν πρηστεί από την δίψα για ιχώρ και πνεύμα.
 
Είμαστε τα παιδιά του Προμυθέα. Ο πατέρας μάς δίδαξε την μοναδική του Τέχνη. Και αποσαρκώθηκε, αποφλοιώθηκε, μαγαρίστηκε, εξοντώθηκε, έγινε μύθος, έγινε ήρωας, διαστρέβλωσαν την αλήθεια του, τον παραμόρφωσαν, τον λάτρεψαν με άλλο όνομα, τον κρέμασαν στον Καύκασο και τον έραναν με αθανασία.
 
Κι εμείς ξεχάσαμε… βυθιστήκαμε στη λήθη… μα, η αλήθεια του εργάζεται μέσα μας. Η αλήθεια του καίει τα σπλάχνα μας. Κάθε φορά που αγγίζουμε το λατρεμένο πρόσωπο, κάθε φορά που ερωτοτροπούμε, κάθε φορά που επιδιδόμαστε σε περιπτύξεις, κάθε φορά που ορκιζόμαστε στο όνομα της Αγάπης, κάθε φορά που… μηχανευόμαστε τρόπους για να κλέψουμε το φως και να χορτάσουμε την αρχέγονη πείνα μας, να κορέσουμε την προαιώνια δίψα μας…

Όταν αποχώρησε, αργά το απόγευμα, ο ήλιος από το δωμάτιο, ο Σόεθ, είχε γίνει ένα παχύρευστο, μαύρο υγρό, σε σχήμα ανθρώπου που απλωνόταν νωχελικά στο πάτωμα…

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025


Πρώτη ως Εβδόμη



Πρώτη θα καταναλίσκεται
η Δύναμη
γεννημένη από αιώνων στοχασμούς
και δακρυσμένη
βουβά θα περιμένει
το Απροσδόκητο

κάπως σαν το τελευταίο σου φιλί
κείνο το βράδυ που μου είπες
"να προσέχεις"
κι ύστερα χωρίσαμε...

Δεύτερη θα εκπυρώνεται
η Αμετροέπεια
όχι πως ποτέ στάθηκε μάνα άστοργη
όλων εκείνων των πόθων που χρεώθηκε
μα από παιδί κλονίζομαι σαν έρχομαι
του χρόνου ερωμένος κι όχι εραστής
και αδικαίωτος αρνούμαι να σε εγκαταλείψω
σε μια λήθη
που θα είναι μεγαλύτερη από σένα...

Τρίτη θα αποδομείται
η Ισορροπία
και θα βουλιάζει σε μια σήψη
σχεδόν ονειρική
αφού σε μια λίμνη ασέβειας
μέσα μου απλώθηκε
τώρα με ορθώνει ανδρείο
και νεκρό συνάμα
σε βαρβάρων ιαχές...

Τέταρτη θα συντρίβεται
η Νύχτα
και όχι αδικαιολόγητα
τα αρχαία της γράμματα θα ξεθωριάζουν
εμπρός σε μια νέα Νύχτα
που θα την σκεπάσει
με λογισμούς βαλπούργειους και βάσανους
το εφιαλτικό της είδωλο
σε κάποιο Αύριο που άργησε τόσο να'ρθει...

Πέμπτος θα κομματιάζεται
ο Χρόνος
και συ μαζί του πρώτη του σύμμαχος
και στο κρεβάτι του αγοραία Αφροδίτη
μυστικά
θα εκπορνεύεις όλες σου τις υποσχέσεις
κι όλα σου τα "σ'αγαπώ"
θα επινοείς απ'την αρχή για κάποιον άλλο...

Έκτη θα διακορεύεται
ξανά και ξανά
η Μοναξιά
που ακούραστα με συντροφεύει
αιώνες τώρα...

Έβδομη θα ξοδεύεται
η Ποίηση
και θα χρειάζεται εικόνες
και λέξεις
και ανάσες φλογισμένες
και ιερά κειμήλια
ψέματα και αλήθειες
και "πάντοτε" και "τώρα"
και ήλιους ματωμένους
κι έρωτες και οσμές και δάκρυα

και το άπειρο στα υγρά σου μάτια
κείνο το βράδυ
καθώς τρεμόπαιζαν οι συλλαβές
"να προσέχεις"

κι ύστερα χωρίσαμε...

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

  

 

Τι όμορφες εκείνες οι Κυριακές

και οι γιορτές

μεγάλες και άσπρες πάντα

και ακριβές

 

μεγάλες και λευκές

 

ακόμα λίγη απ’τη γεύση τους μένει

ακόμα

δεν ξεθώριασε τίποτε

ακόμα 

δεν έδυσε ο σάρκινος ήλιος

 

τα βήματα

ακούγονται

στο διάδρομο τις νύχτες

στη σκάλα

στο κατώφλι

ακούγονται…

 

ακόμα

δεν συρρικνώθηκε ο εαυτός μου τόσο

που να μην σε περιέχει…



Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025


Το Άδειο


Θυμάμαι λοιπόν εκείνη τη μέρα
που έφυγες

δεν θα υποκύψω στον ελεεινό πειρασμό
να την αποκαλέσω αποφράδα
όπως βραβεύει κάποιος μεγαλαυχώντας
σαν επηρμένος αθλοθέτης
τον έσχατο με το αριστείο του πρώτου

το βήμα σου που άνοιξες
για να μπεις στο τελευταίο λεωφορείο
κάπως βιαστική
κι όχι ακριβώς
λυπημένη
περισσότερο αμήχανη

‘θα τα πούμε’
μα ποτέ δεν τα’παμε ξανά
το ξέραμε

από τον ήχο των ανθρώπων
ολόγυρα
από το βάρος του ουρανού
πόσο παράξενο!
από την έλλειψη οξυγόνου

το νιώθαμε

‘να τα λέμε’
και ποτέ δεν τα’παμε ξανά

βλέπεις η σιωπή
είχε ένα κύρος και μια ιερότητα
σαν στοργική τροφός
που τρυφερά το σκέπασε
αυτό το ιλιγγιώδες χάσμα που ανοιγόταν

και δεν τολμήσαμε ποτέ
να την ταράξουμε

‘τα λέμε λοιπόν’
και κρεμόταν απ’τα χείλη μας
το Άδειο

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

 

Ο λόφος του Σίσυφου


Τι συνέβη με τα πρόσωπα;
Με τις ρυτίδες που γέμισαν τσιμέντο
Με τα βλέμματα που μοιάζουν
εκμαγεία φωτός
Με τα δάχτυλα που αξεχώριστα γίναν;

Τι έγινε με τα πρόσωπα όσων αγάπησα;

Εσύ 
αν ήσουν εδώ
θα μπορούσες να μου απαντήσεις…

Θα έπρεπε όμως πρώτα
να σου αφαιρέσω αυτό το ακάνθινο στεφάνι
απ’το χαμόγελο
κι αυτό το πικρό μαντήλι
με την αγωνία της νύχτας
απ’το μέτωπο
και θα έπρεπε ακόμα να σε κρατήσω για ώρα
να ζεσταθείς
μέσα στην αγκαλιά μου
να νιώσεις τον κόσμο φιλόξενο
και πάλι

και θα είχες κάτι να μου πεις
για εκείνα τα πρόσωπα
τα πρόσωπα
όσων αγάπησα
που έγιναν κηλίδες στον τοίχο
που έγιναν πατημασιές στην άσφαλτο
που έγιναν πέτρες
και στέκουν ασάλευτες
και σιωπηλές

στο λόφο του Σίσυφου…


Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

 

Ρίγος…

Ο δρόμος αυτός
έμοιαζε με παγωμένο σώμα
πάνω του ξεκουραζόταν
ολόκληρος ο εφηβικός μου ήλιος
τα βλέφαρα είχαν στερεωθεί
σπλαχνικά
σε μια γωνία φιλόξενη
τα χείλη ζωγράφιζαν την προσδοκία
και τα δάχτυλα έδειχναν
στο μόνο που κυοφορεί το Εν
το αλλιώς...

ρίγος…

το ρίγος των χιλίων αιώνων
που ο Άχρονος εισπνέει το σκοτάδι του
μέχρι να το εκπνεύσει πάλι
σάρκινο φως…

περπατούσα μόνος
σε μια απέραντη ολάνθιστη θάλασσα
ακόμη δεν είχες φανεί
κρυβόσουν πίσω από τις αγκύλες του νου
περίμενες
το βήμα μου να γίνει δίψα για έρωτα
το βλέμμα μου
να γίνει χορός ερωτικός
το αίμα μου
να κοχλάσει από τον πυρετό
και είχες δυο μάτια λόγχες
και με κοιτούσες…

αυτός ο δρόμος
μοιάζει με το πέπλο της Ίσιδας
αργολικνίζεται στο σούρουπο της κατάβασης
υπόσχεται την αποκάλυψη
υπόσχεται την χιλιοπόθητη ένωση
με κείνο το άγγιγμα
που απελευθερώνει
που μαχαιρώνει
που λυτρώνει…

ρίγος…

το ρίγος των μυρίων αιώνων
που ο Άνθρωπος
ο γιος του Ανθρώπου
αποποιείται το απρόσιτο
και σαρκώνεται
φιλόδοξα
και λάγνα
στο δέμας του φθαρτού
στο σπέρμα του θνητού
ενηλικιώνεται…

ήρθες
μου κράτησες το χέρι σφιχτά
χαμογελούσες
δεν είπες τίποτα
δεν σπατάλησες σε λέξεις
τούτο που βιώνεται
μονάχα στη σιωπή του Ιερού

και στο αρχαίο

ρίγος…



Out of Darkness