Νηλεές ήμαρ
Κι έφευγαν οι άθλιοι
λογισμοί
οι γκρεμοτσακισμένοι
σέρνοντας τις φτερούγες τους
πάνω στο σεντόνι
ντροπιασμένοι
μουρμουρίζοντας ωστόσο
πίσω από συριγμό βαρύθυμο
την επιστροφή
και ότι κανείς δεν έζησε πολύ
αφότου εξόρισε στο Αχανές
τα ατίμητα
δώρα του πόνου
κι ότι κανείς δεν πρόφτασε να πει
εκείνο το άσμα που όλοι κάποτε αρχίζουν
κι όλοι αφήνουν μισακό
για την άρπυια εκείνη μέρα
την αποφράδα
το νηλεές ήμαρ
που κι αν ακόμα δεν σε διαπερνούν σαν ρίγος
σύνεση κι ευγένεια
ή το κεφάλι αστόχαστα
αποστρέφεις με απέχθεια
θα σε ραντίσει ο τελευταίος ήλιος
με άψυχο φως
και αυτό μαζί σου παίρνεις
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου