Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015
Τρίτη 9 Ιουνίου 2015
Αθέατος
Λέω καμιά φορά
τι καλύτερα που θα ήταν
να μην με αγγίζουν
των φώτων οι ανταύγειες
και κρυμμένος να είμαι
σε σκιές και αθέατος…
Σκέφτομαι καμιά φορά
πόσο καλύτερα θα ήταν
αν δεν έκλαιγα όταν σκέφτομαι
πόση θλίψη περιέχει
και ο πιο στενός δρόμος
το πιο μικρό σπίτι
η πιο μικρή καρδιά…
Λέω καμιά φορά
πόσο πιο όμορφα θα ένιωθα
αν ήσυχος κοιμόμουν
που η μέρα πέρασε
χωρίς να τραυματίσει εμένα
χωρίς εμένα να σκοτώσει
κι αύριο αν είμαι τυχερός
θα έρθω αλώβητος πάλι πίσω…
Κι ύστερα σκέφτομαι πάλι
πως κάθε τι που τραυματίζει εσένα
πονάει κι εμένα
κάθε τι που εσένα ματώνει
ανοίγει μια πληγή και σε μένα
κάθε τι που εσένα κάνει ευτυχισμένη
ομορφαίνει τον κόσμο ολόκληρο
και μαζί του κι εμένα
και πετάω το σεντόνι από πάνω μου
και βγαίνω στους δρόμους του πρωινού
και λέω
ευλογήθηκα να είμαι ένα κομμάτι από
σένα
ευλογήθηκα να είμαι ένα δάκρυ δικό σου
κι ευτυχία είναι να ξέρω
πως προσεύχεσαι ακόμα για μένα…
16/11/98
Σάββατο 6 Ιουνίου 2015
Μια λέξη
Πρόλαβα να γράψω μια
λέξη
μια μεγάλη λέξη που
πάλεψα,
αλήθεια,
όλα να τα περιέχει
δεν ξέρω μόνο αν
ζωγράφισα σωστά
κείνο το μελί θάνατο
στο βλέμμα σου
δεν ξέρω αν φυλάκισα
ακέραιο
μέσα σ΄αυτή τη λέξη
το ρίγος του κορμιού
τη δροσιά του απογεύματος
το ψύχος του
αποχωρισμού
κι ακόμη δεν μπορώ να
πω με σιγουριά
αν αποτύπωσα σωστά
μέσα σ’αυτή τη λέξη
το πρόσωπό σου
ολόκληρο…
το φως που έσβηνε στα
όμορφά σου μάτια
παλλόμενο…
το πένθος του
αγγίγματός σου
υγρό…
ΑΝ…
5/12/2005
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015
Ονείρεμα
(Ο
Γέροντας)
Μπήκα
πάλι
στους
κόσμους των εικόνων
και των
ξεχασμένων τραγουδιών
κείνους
τους κόσμους που επινόησα κάποτε
και που
στοιχειώνουν πάντα τα όνειρά μου
κείνους
τους κόσμους που πια έχω μισήσει
αλλά
δεμένοι είναι αχώριστα με μένα
περπάτησα
πολύ και λίγο
σημασία
δεν έχει
ό,τι
κοιτούσα μόνο ερημιά και ερείπια
όπου
στεκόμουν άνυδρες χώρες
όπου
ανάσαινα
μονάχα
λίβας και σκόνη των αιώνων
κάποτε
βρήκα ένα
γέροντα θλιμμένο
να
κάθεται κάτω από ένα δέντρο χάρτινο
και τον
πλησίασα δειλά
γύρισε και
με κοίταξε
και είχε
στο βλέμμα του
κουρνιάσει
ένας λευκός θάνατος
κι είχε
στο πρόσωπό του
ξεκουραστεί
η αφθονία του τίποτα
"ήρθες
ξανά" μου είπε
και με
καλωσόρισε
"κάθισε
δίπλα μου λοιπόν
γιατί
είμαι μόνος αιώνες τώρα
και διψάω
να μιλήσω σ'ένα επισκέπτη..."
και
κάθισα κοντά του
κάτω
απ'το χάρτινο κείνο δέντρο
κι ένιωσα
πως ο γέροντας αυτός
ήταν εκεί
για μένα από πάντα
κι ένιωσα
τόσο περίεργα όταν τον αισθάνθηκα
τόσο
αλλόκοτα νεκρό
τόσο
γεμάτο από Τίποτα...
"μη
με κοιτάζεις όσο θα σου λέω
μη με
αγγίξεις
τίποτε
είμαι γεμάτος
και δε θα
νιώσεις παρά τίποτα
μη με
ρωτήσεις πόσο έζησα
γιατί το
έχω ξεχάσει
μη με
φοβάσαι
η μοναξιά
και η έπαρση
προξενούν
μονάχα θλίψη"
άρχισε να
λέει
και η
φωνή του χάιδευε τ'αυτιά μου
και σκιά
δεν έριχνε το ψεύτικο αυτό δέντρο...
"χρειάζεσαι
ένα κόσμο αλλιώτικο
αυτός που
ζεις είναι αυταπάτη
χρειάζεσαι
πολέμους με άλλες μάχες
τούτες
που δίνεις κιόλας σε κουράσανε
χρειάζεσαι
ανθρώπους με καρδιά
αυτούς
που αγάπησες
όλοι
πεθάνανε..."
είπε ο
γέροντας και είχα κλειστά τα μάτια
και το κεφάλι
μου σκυφτό
να μην με
αρπάζει η τρέλα του τοπίου
"χρειάζεσαι
άλλες μουσικές
τούτες
που ακούς σε ανισορροπούν
είναι
κραυγές αρρώστων, είναι νυχτωδίες
άλλες
χρειάζεσαι αυγές
οι ήλιοι
που ανατέλλουν στη ζωή σου
κι αυτοί
ψεύτικοι είναι
όπως αυτό
το δέντρο..."
είπε ξανά
ο γέροντας και στο μυαλό μου
σφυροκοπούσε
μια φρενήρης άρνηση
να μην
αλλοιώνομαι άλλο στο πουθενά
να φύγω
να
επιστρέψω
να
ξυπνήσω!
"εμένα
σύντομα θα με ξεχάσεις
τίποτε
είμαι
και δεν
γεμίζω πια ούτε τον εαυτό μου
εμένα
γρήγορα θα με περάσεις
αλλά,
πόσο σε συμπονώ,
μ'εσένα
θα εξακολουθείς να συνυπάρχεις!"
είπε ξανά
και άκουσα το γέλιο του
κραυγή κι
αυτό
παράφωνη
οιμωγή απ'το τίποτα
και
προσευχήθηκα να αδειάσω ξαφνικά
να τρέξω
πίσω, να χαθώ,
να νιώσω
εμένα ακέραιο,
να
ξυπνήσω!
"κράτησε
τούτο που σου λέω
πριν να
ξυπνήσεις κει απ'όπου ήρθες
όλα είναι
όπως εγώ
τίποτε
αν δεν
γεμίσουν από σένα
όλα είναι
όπως το δέντρο αυτό
ψεύτικα
αν δεν
δονούνται από σένα
όλα είναι
χαμένα
όπως ο
χρόνος σου μαζί μου
αν δεν
ντυθούν αγάπη
από
σένα!"
τούτα
είπε ο γέροντας
πριν με
αφήσει
και τον
αφήσω κι εγώ
και έχω
μια εικόνα τελευταία
πριν πάλι
ευλογηθώ
στον
κόσμο των ανθρώπων να ξυπνήσω
ο
γέροντας να εξαφανίζεται
το δέντρο
να αφανίζεται
κι εμένα
να στέκω ολομόναχος
σ'ένα
απέραντο τοπίο
από
περίεργο φως
και να
μιλάω σε μένα...
2001
Old man sitting under the tree
by Katherine-BlackΤετάρτη 27 Μαΐου 2015
Ο ουρανός
είχε σπάσει
σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομμάτια
έβρεχε τον εαυτό του
αδιάκοπα
μέρες τώρα
μήνες τώρα
στον καινούργιο κόσμο
των ανθρώπων
σε βρήκα
κρυμμένη κάτω απ'τα χαλάσματα
της παγωμένης καρδιάς σου
το κορμί σου χαραγμένο
από γραμμές εκδίκησης
τα μαλλιά σου
κρατούσαν τη σκόνη του χτες
όμως στα μάτια σου
ανάσαινε ένας λυγμός αθανασίας
με υποδέχτηκαν
με την λαμπρότητα του αιώνιου...
ο ήλιος
κατανάλωνε αργά
το φως του
και πέθαινε
όποια ζωή
πάσχιζε να υπάρξει
στο ημίφως του θνήσκοντος άστρου
αγωνιζόταν
σε μια ύστατη διαπνοή
να μεταβολίσει
την ήττα
σε χρόνο
με βρήκες
να ρουφάω μορφάζοντας
λίγες σταγόνες πόνου
με κοίταξες ολόισια στα μάτια
είπες
δεν έχω πια την πολυτέλεια
του άλλου βλέμματος
ένα απόλυτο δώρο
μου δίνεις
το χέρι μου κρατώντας...
αγκαλιαστήκαμε
σα να μην είχε σημασία πια
ούτε η Ειμαρμένη
ούτε το μολυσμένο πύο
της ανάγκης
χαμογελάσαμε
και περπατούμε μαζί
από τότε
κάτω απ'τον μοναχικά δικό μας
αφιλόξενο ουρανό...
ιαν2012
The flood
Παρασκευή 22 Μαΐου 2015
Σκορπιός
[γραφή πρώτης ανάσας]
Είσαι σαν ένας μικρός σκορπιός
Μέσα σ’ένα ποτήρι
Σε βλέπω απ’τα τοιχώματα
Εγκλωβισμένο
Αλλά ξέρω πως είσαι δυνατός
Θα επιβιώσεις
Κι άλλωστε
Όποτε θέλω
Σε γυρίζω ανάποδα
Κι ελευθερώνεσαι
είσαι χλομός λιγάκι
αδελφέ μου
να τρως καλά
να
λίγα ακόμη χρήματα
όχι μονάχα για τσιγάρα
μα για να τρως καλύτερα
λόγια μέσα απ’τα δάκρυα
λόγια μέσα απ’το θολό του χρόνου
δεν ξέρω πως το άντεξα
να σε βλέπω εδώ μέσα
αλλά έπρεπε…
Είσαι σαν ένας τόσο δα σκορπιός
Μέσα στο ποτήρι…
και κάτι ακόμα
όλες τις λέξεις που δικαιούσαι
δεν στις είπα αδελφέ μου
γιατί δεν το αντέχω
όταν γράφω
να με σκίζουν οι αναμνήσεις
πίστεψέ με
αν είχα κι άλλο στήθος
σε σένα θα το έδινα
λόγια του απείρου
να με τεντώσεις άλλο;
δεν γίνεται
αν σωριαστώ μια μέρα
στο ξέφωτο του παρελθόντος
σαν το σκορπιό
να ξέρεις
δε θα τρέξω πέρα
ελεύθερος
γιατί σε περιμένω
ακόμα…
vii 09
Πέμπτη 14 Μαΐου 2015
…Ποιος είπε ότι δεν έχω σύμμαχο τα άψυχα;
Εκεί είμαι, κάθε μέρα, στο μικρό βραχάκι που σε πρωτογνώρισα, εκεί είναι όλα, η θάλασσα, ο ίδιος χρόνος, ο ίδιος πυρετός, ο ίδιος πόνος, εκεί είναι τα άγια σου χέρια που με άγγιξαν για πρώτη φορά, εκεί είναι τα ακροδάχτυλα του θανάτου που παγώνει τις αστρικές εκρήξεις και τις κάνει παραγράφους σε βαρετά βιβλία σχολικά, εκεί είναι η μυρωδιά της άμμου, εκεί είναι τα σώματα ξαπλωμένα, ο άνθρωπος που είναι όλοι οι άνθρωποι, οι ανάσες που δεν λυπήθηκαν τη φθορά και την προσκάλεσαν στο βραδινό μας τραπέζι…
…μην πλησιάζεις το κύμα, σε παρακαλώ, αισθάνομαι ανήσυχος να σε συγκρίνω με τη θάλασσα, δεν θέλω την αιωνιότητα της Μητέρας να σε σκεπάζει, έλα, έλα κοντά μου, πες μου για τα καθημερινά σου, πες μου για τη ληστεία στη τράπεζα, τον αγενή πελάτη το πρωί, πες μου πράγματα μικρά, δεν αντέχω άλλο τα μεγάλα, πες μου για τα γενέθλια της αδερφής σου, τι φαγητό σου αρέσει, πες μου για κείνα που αύριο χάνονται, πες μου για κείνα που χτες δεν υπήρχαν, πες μου, μίλησέ μου…
…η μέγγενη του ποτέ μας σφίγγει, η μάστιγα του χρόνου τσακίζει τις σάρκινές μας πλάτες, δώσε μου το χαμόγελό σου, δώσε μου το βλέμμα σου, δώσε μου κάτι να πιαστώ, γίνε εσύ εγώ, πιάσε με κι εσύ, γίνομαι εγώ εσύ να μην φοβάσαι τον νυχτερινό αφανισμό του ήλιου…
ποιος είπε ότι απαρνήθηκα το αιώνιο της σάρκας για μια λίβρα πνεύματος;
… ήξερες είπες; ήξερες πως είμαστε θνητοί;
σ’ευχαριστώ που ποτέ δεν μου το είπες…
Ιαν 2010
Τετάρτη 6 Μαΐου 2015
Το απέραντο χυμούσε μέσα μου
Γινόταν ένα με τη σάρκα μου
Ένα με το αίμα μου
Το στερέωμα με τρυγούσε
Και δεν το αρνιόμουν
Δεν το φοβόμουν
ήθελα να γίνω αόρατος
και μαζί ορατός…
Το αδιανόητο με κατοικούσε
Γινόμουν ξενιστής του
Γινόμουν δέσμιος
Και φύλακάς του
Έπρεπε να μάθω
Να μάθω να ψελλίζω απ’την αρχή
Ως και τ’όνομά μου
Στη δική Του αρχαία γλώσσα
Έπρεπε να μάθω
Ν’ακούω την ύπαρξή μου
Μέσα απ’τη δική Του μουσική…
Το Υπέροχο με άλωνε
Ένα προς ένα όλα τα κύτταρά μου
Του παραδίνονταν
Γινόμουν η εταίρα του
Η πόρνη του
Με εκφύλιζε
Με εξαγόραζε
Και ήταν το μόνο που είχα τόσο πολύ ποθήσει
Από την αυγή της ζωής μου
Το Κοσμικό Διανόημα
Το Δέντρο
Ο Όφις και ο Κήπος
Η δίχως αρχή Αρχή Όλων
Με διαπερνούσε
Με έναν ασύλληπτο ρυθμό
Απλωνόταν μέσα μου
Δήωνε τις αντιστάσεις μου
Φυλάκιζε τις ενοχές μου
Με απελευθέρωνε…
Ξέρω πως πια θα είμαι σιωπηλός
Αδελφέ μου
Αρχίζει εκείνο που δεν έχει όνομα
Να με βαφτίζει στο Ιχώρ του
Ανασαίνω το πρώτο Φως
Κι έχω τη γεύση όλων των ανήλικων ωκεανών
Της Δημιουργίας
Στα χείλη μου…
Αν θελήσω να πιω θα πεθάνω
Αν θελήσω να εισπνεύσω αναλώνομαι
Αν τολμήσω να εκπνεύσω…
Θα γεννηθώ ξανά
και δεν θα σε γνωρίζω...
και δεν θα σε γνωρίζω...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)