Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024

 


Όλοι…



…Κι όλοι αυτοί
Οι πολύχρωμοι κόσμοι
Έγιναν για μένα!
Ένας φούρνος που μοσχοβολάει
Ζεστό, φρέσκο ψωμί αγιότητας
Ένα στενόμακρο μαγερειό
Που αχνίζει φίλαυτες γεύσεις
Απόστασης…

Κι όλοι αυτοί οι γενναιόδωροι άνθρωποι
Γεννήθηκαν για μένα!
Να χτυπάς στην καρδιά τους
Και να πονούν στις αναμνήσεις τους
Να ποδοπατάς τα όνειρά τους
Και να χαμογελά η αφροντισιά τους

Δεν ψηλαφείς άραγε πάντα
Στο βλέμμα των παιδιών
Τον χαμένο εαυτό σου;

Κι όλοι αυτοί οι κόσμοι
Αναπνέουν για μένα!
Να στερεώνεις τον ήλιο το πρωί
Και ώσπου να γυρίσεις τη πλάτη
Να’χει ξανά νυχτώσει
Να σμιλεύεις τον έρωτα στα στήθια της
Και ώσπου να πεις το πρώτο ‘σ’αγαπώ’
να οργώνεις απουσίες
Και ουδέτερες ματαιώσεις

Δεν κλέβεις άραγε
Στο χαμόγελο της
Όταν σου εμπιστεύεται το είναι της
Την ακέραια ηδονή
Της απόρριψης;

Κι όλοι αυτοί οι πρώτοι
Οι έσχατοι
Οι εαυτοί μας
Σαν δροσερές καλημέρες
ατμίστηκαν
Απόκαμαν κι αυτοί

Και αργοσβήνουν στα χέρια μας
Μαζί με την αυτού μεγαλειότητα
Τον ίδιο το χαμό μας…



Where Does The Time Go?
 
 

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

 



Ο Κάρλος φορούσε τα μάτια του αετού…

η μέρα ερχόταν καταπάνω μου, είπε, η μέρα πετούσε, είχε βγάλει τα φτερά της Άρπυιας και άπλωνε πάνω μας τα καινούργια της φτερά… η μέρα είχε γίνει πια ένας ουρανόφις… ένας άγνωστος ήλιος την έκαιγε, ένας μοχθηρός χρόνος την έκλεβε… κι όμως, ερχόταν σαν πεινασμένη λύκαινα πάνω μας… να μας κατασπαράξει, να μας αλώσει…

Δεν ήσουν ανυπεράσπιστος από τη γέννησή σου κιόλας;

δεν στεκόταν, δεν στεκόταν καμιά νύχτα στο παράθυρό μου, είπε, δεν σταματούσε εκείνη η ρυπαρή βροχή, όλα μου τα πρωινά σπατάλησα να καθαρίζω τη βροχή από το σπίτι μου και τις νύχτες, τις νύχτες φίλε μου εκείνη ξεκινούσε πάλι… τι απίστευτο σκουπιδαριό γέμισε τις πόρτες μας, τι μολυσμένα ταξίδια πότισε τα όνειρά μας…

Ο Κάρλος φορούσε τώρα τη μπέρτα του θεού-γύπα… κι έσταζε λάσπη στο πάτωμα…

δεν στεκόταν σου λέω, καμιά ολοκάθαρη νύχτα δεν καταδέχτηκε το παράθυρό μου… αρπαγμένη από τα παλιόξυλα, τα σαπισμένα ξύλα της βροχής έβρισκα τη μέρα, κάθε αυγή… είπε, κάθε αυγή άρχιζα τη δουλειά, κάθε βράδυ περίμενα τη ρομφαία της βροχής να με σκοτώσει πάλι…

Ο Κάρλος γυμνός, διάβαζε τα σημάδια στο σώμα του…

πενήντα εκατομμύρια χρόνια σ’αυτό το σώμα αδελφέ μου, αρχαίες λίμνες στέρεψαν, ποταμοί θρασείς και ατίθασοι αιμάτωσαν τα βουνά, πλάσματα παράξενα γέμισαν τις φωλιές της Γης, ήλιοι γεννήθηκαν και πέθαναν… κι αυτό το σώμα, ανασαίνει ακόμα σαν το στόμα της εκδίκησης που δεν κλείνει αν δεν πλημμυρίσει με ιχώρ φωτιάς… στον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί, σ’εκείνον το υπόσχομαι τούτο το σώμα, σαν μανδύα λέπρας… είπε… και αν περάσει ο τελευταίος χειμώνας πάνω απ΄την τελευταία άνοιξη των ανθρώπων, σε κείνον που θα γεννηθεί, σε κείνον υπόσχομαι τούτο το σώμα…

Ο Κάρλος προστάτευε σαν στοργική μητέρα τον μικροσκοπικό ήλιο στη χούφτα του…

έκλεψα τούτο τον ήλιο απ’τα όνειρά μου αδελφέ μου…

Μόνον οι δειλοί, μόνον οι δειλοί Κάρλος αρνούνται το θάνατο του ήλιου… γιατί; Γιατί προσπέρασες τις αφετηρίες σου; Γιατί;

φοβόμουν ότι θα οχυρωθώ για πάντα πίσω από τις ουτοπίες μου… αδελφέ μου, είμαι ένας γέροντας Σαμάνος, ορθώνω το ανάστημά μου στο στερέωμα και δεν πληγώνομαι… ανοίγω τις φτερούγες μου πάνω απ’τους γκρεμούς και ξέρω πως Εκείνο που δεν μιλάει, με βλέπει, Εκείνο που δεν θυμάται την αρχή Του, με θωρεί, με αναστατώνει… με οργώνει… μάθε απ΄την αρχή τις λέξεις, μάθε τις σου λέω γιατί τούτες που έχεις τελειώνουν και θα ξυπνήσεις ένα πρωί και δεν θα έχεις γλώσσα να περιγράψεις τον κόσμο…

Μηχανεύεσαι πάλι μια καινούργια απόδραση, γαλάζιε πολεμιστή;

Ο Κάρλος είχε κουρνιάσει στην αθέατη γωνιά του δωματίου και έψελνε…

...είναι ακατάληπτη τούτη η γλώσσα… δεν την ξέρεις, κανείς δεν την ξέρει αδελφέ μου… Σου λέω, πρέπει να ιδρύσεις μια καινούργια γλώσσα, πάρε τον εαυτό σου και γύρνα τον τα μέσα έξω… άσε τα εντόσθια της ήττας να πέσουν στο πάτωμα, άσε τα αχνιστά, βρώμικα σπλάχνα σου να χυθούν στο πάτωμα! Δεν τα χρειάζεσαι πια…

Με σκοτώνεις!

εκείνα σε σκοτώνουν… και δεν έχεις πια γλώσσα για το θάνατο…

Ο Κάρλος ετοιμαζόταν να πετάξει…

να, κράτησε τον μικρό μου ήλιο… άνοιξε τη χούφτα σου αδελφέ μου και πάρε τον… κλείστον καλά… είναι ένα ευαίσθητο, μικρό, νεογέννητο άστρο… μην τον υποσχεθείς στον εαυτό σου, μονάχα να τον φροντίζεις όσες αιωνιότητες θα λείψω…

Φεύγεις; Πάλι;

αν δεν φύγω τώρα, δεν θα μπορέσω να δω τον εαυτό μου ποτέ ξανά… κάθε λεπτό κοντά σου η φθορά μου επιταχύνεται… όλα τρέχουν γρήγορα σε τούτο τον κόσμο, ως και η φθορά… κράτησε τον ήλιο… μην τον σπαταλάς… να τον φροντίζεις… είμαι εγώ!

Ο Κάρλος άνοιξε τα σάρκινα, υπέροχα φτερά του, μου έριξε μια παράξενη ματιά σαν να ερχόταν από τα έγκατα του αρχαίου του είναι.

και απλά πέταξε στο αύριο…

κάτι σπαρταρούσε στη χούφτα μου…

ο μικρός ήλιος είχε γίνει ένας νιογέννητος, λευκός αετός
και με κοιτούσε με δυο ήλιους – μάτια…

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2024

 

  

Πέμπτη Εποχή

 

Σκεφτόμουν λοιπόν

όμορφα πως ερχόταν η Άνοιξη κι εμείς

δεν βλέπαμε

δεν την υποδεχόμασταν

παρά με ανάσες δύσκολες

και με βλέμματα απουσίας

 

περνούσες από μέσα μου

σα να ήμουν ολότελα διάφανος

και ήμουν

κι εγώ μετρούσα κάθε ανασήκωμα του στήθους σου

μέρα και νύχτα

λεπτό το λεπτό

 

έτσι που λες

σκεφτόμουν

δεν την γευόμασταν

γεύση δεν είχαμε πια

από χρόνια

 

δεν τη μυρίζαμε

μονάχα λάθρα βρίσκαμε σε κάποια μυρωδιά

κάτι από λουλουδιών πνοές

κάτι από ήλιο

 

χειμώνας για μας

όλος ο χρόνος

επί χρόνια αμέτρητα

 

μα κι ούτε καν χειμώνας

 

ζούσαμε πια σε μια δική μας

Πέμπτη Εποχή

άξενη, πικρή, σκληρόκαρδη

 

και οι δυο καλά

ξέραμε τ' όνομά της

 

σιωπή…

 

 


Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2023

 

Time illusion   Victoria Ivanova

 

Αντιπραγματισμός

 

Δεν ήξερα πως χρειαζόταν

να κάνω αυτό το μεγάλο διασκελισμό

για να μετακινηθώ αυτό το λίγο

μια τόσο δα μικρή περιοχούλα γης

αυτή περπάτησα

 

πόσο περίεργα σε αποζημιώνει ο χρόνος

εσύ του δίνεις όλα σου τα όνειρα

κι αυτός σου επιστρέφει

λίγες φτυαριές χώμα

 

και τη στιγμή που σκύβεις

να γευτείς το χάλκινό του χρώμα

κλείνουν τα μάτια

και είσαι πάλι δώδεκα χρονών

 

και αγέραστος…

 

Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2023

 


Εύθραυστος


Κάποτε γνώρισα έναν άνθρωπο
εύθραυστο
σαν την πρωινή δρασκελιά της θάλασσας
είχε δυο χέρια
σαν πήλινες προσευχές
ζεστά και όμορφα
μα φοβόσουν να τα σφίξεις δυνατά
μήπως και σπάσουν…

περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους
και άφηνε ίχνη ζωηρά
χαμογελούσε
και η ανάσα του
ζωγράφιζε ξανά τον κόσμο
κοιτούσε με ένα βλέμμα
που είχε την αλήθεια του πόνου
και την ιερότητα του χώματος

περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους
και η ευγένειά του
χαράκωνε τη χυδαιότητα
σαν το διαμάντι το γυαλί…

κι όμως
τούτος ο απλός ουρανός
έγινε μεγάλος και απέραντος
έγινε μικρός και αθέατος

μια μέρα

τούτος ο δροσερός καημός
ανάσανε μια τελευταία φωτιά
και από τους πνεύμονές του
ξεχύθηκαν τα μικρά παιδιά
του Απείρου

και αγκάλιασε την ύπαρξή του
δυνατά
πολύ δυνατά

κι έσπασε σε μικροσκοπικά
υπέροχα

αστέρια…






**+**

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

 

 σιγῇ ἀπώλοντο…
 
κι έτσι αρθρώθηκαν οι πρώτοι λόγοι...
πάνω στο σεμνό κύμα
μέσα στο όνειρο
έξω από το σκοτεινό δωμάτιο

ο νους
κροτάλιζε ξόρκια
και αυτοσχεδίαζε κατάρες
σπαρτές
ασήμαντες
λυγρές
όμως ανάπνεε
πάνω στα ίχνια της Νύχτας

δεν σε αγνόησα ποτέ
να ξέρεις
σε νοσταλγούσα
ακόμη και τις στιγμές
που ήμασταν μαζί
πάνω στο λυπημένο κύμα
μέσα στο λάμπον όνειρο

έξω απ'το μικρό δωμάτιο

ίμερος
γλυκύς
ό,τι κρατώ
ό,τι θυμάμαι

σιγή...

...κι ότι δεν σε συνάντησα
 

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023

 


Ο ποιητής όργωνε με μανία το χωράφι του εαυτού του
Χρόνια και χρόνια δούλευε, κοπίαζε, στερήθηκε τον ύπνο, στερήθηκε τον κόσμο, στερήθηκε τη γλυκιά ανάπαυση της παραίτησης…
‘αφρόντιστο τούτο το κληροδότημα της Ειμαρμένης δεν θα αφήσω’ έλεγε και αρνιόταν την ‘πνευματικότητα’ με ένα μειδίασμα εωθινής ηδύτητας…

‘Ποιος είναι ο... 'πνευματικός' άνθρωπος;’, ρωτούσε τον εαυτό του, ‘μονάχα εκείνος που ξέχασε πως ποίηση είναι τα χέρια, είναι το βλέμμα, είναι η απαντοχή… 'πνευματικός' είναι κείνος που λησμόνησε τον εαυτό του σε μια πολυθρόνα και αρνείται να επιστρέψει στη σκληρή καρέκλα… 'πνευματικός' είναι κείνος που αφέθηκε στη τρυφή του μαλακού στρώματος και παράτησε το άβολο ντιβάνι εκστρατείας…’
‘στρατευμένος γεννήθηκα… στο χαράκωμα του είναι μου θα τελευτήσω…’ μονολογούσε

Την ιερότητα δεν ήθελε να εξοστρακίσει ο ποιητής
Κείνη τη μυστική ανάσα που σχηματίζει τον Λόγο στο θολό τζάμι της μοναχικής του καλύβης
Κείνο τον ερωτικό εαυτό που αναρπάζεται από τη Νύχτα και αξιώνει μια ομορφότερη μέρα…
Κείνο το σεμνό χαμόγελο της παιδικότητας που ζωγραφίζεται στα χείλη όταν όλος ο υπόλοιπος εαυτός δεν το γνωρίζει
 
Όταν ο νους δεν το γνωρίζει
Όταν η ψυχή δεν το γνωρίζει
Όταν ο χρόνος δεν το γνωρίζει…

Την μυστική συνάφεια με την Αλήθεια δεν ήθελε να προδώσει ο ποιητής
Και στερήθηκε Κυριακές με ηλιόλουστα παραδείσια βουλεβάρτα γεμάτα κοπελιές χαρούμενες και παιδιά θορυβώδη
Και στερήθηκε απογεύματα δίπλα στην αιωνιότητα της σιωπηλής θάλασσας
Και στερήθηκε πρωινά ζεστά που ακουμπάς τον ήλιο στο μάγουλο και είναι σα χάδι ερωμένης
Και είναι σα φιλί μοναχοκόρης πριν φύγει για το σχολειό…

Την αδειοσύνη της επίγνωσης αναζήτησε ο ποιητής
Και εργάστηκε σκληρά
Φιλόπονα
Απάνθρωπα
 
Στο εργαστήρι του εαυτού
Στο λατομείο της θλίψης
Στο εργοτάξιο της φθοράς

Έμεινε ως το τέλος όρθιος
Δάκρυσε μονάχα λίγο στο στερνό του συναπάντημα με τον ήλιο
‘δεν σε γνώρισα καλά αδελφέ μου, δεν σε φίλεψα σάρκα, δεν σου χάρισα αίμα, δεν σ’έκλεισα στη χούφτα μου με μανία…’ ψιθύρισε κομπιάζοντας
‘με συγχωρείς… απλώθηκα πολύ ως το απέραντο του φόβου και δεν σε πρόλαβα… χάραξέ μου το σαρκίο πριν αποδρομήσω… δεν φεύγω ικέτης… έρχομαι θεωμένος, έρχομαι φωτεινός!’

Κοίταξε τα κουρασμένα χέρια του
Και δεν λυπήθηκε
Άγγιξε τα κουρασμένα μάτια του
Και δεν λυπήθηκε
Χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά του
Και δεν λυπήθηκε
Γύρισε, κοίταξε το φτωχικό του δώμα
Και δεν λυπήθηκε

Έγλειψε τα στερημένα χείλια του
 
Και αναλύθηκε σε λυγμούς


"Temenos #8: The Poet"  Oil, Acrylic on Canvas (46 in x 66 in)  (Collection of Jason Hughes)

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

 

Αχανές

(απόσπασμα)

Αχανές δεν είναι μονάχα ό,τι δεν μπορεί να περι-οριστεί, να τοπογραφηθεί με τον θεοδόλιχο του νου και να υψομετρηθεί με τον χωροβάτη της αντίληψης. Αχανές δεν είναι απλά ένας μη-μετρήσιμος γεω-χώρος, φυσικός ή φαντασιακός. Στην πραγματικότητα, Αχανές είναι ο μόνος αληθινός χώρος και ας μην είναι ‘πραγματικός’. Δεν τον αναγνωρίζει η μεθοδολογία του νου, δεν τον εμπεριέχει στην ΄διδαδκτέα’ του ύλη, τον απορρίπτει εξ αρχής. Αχανές είναι οτιδήποτε αναφέρεται στη ματιά. Είναι, με άλλα λόγια, το υποκείμενο και το αντικείμενο σε μια ταυτότητα δι-ύπαρξης στο διηνεκές… εντατική, δυναμική, αλληλοπεριχωρική δι-ύπαρξη. Γιατί στο αχανές, η συνομιλία με τον εαυτό δεν υπόκειται σε ψυχαναλυτικούς όρους και η συνομιλία με το θείο δεν έχει την μηχανιστική επαναληπτικότητα του διαλογισμού. Ακόμη και η προσευχή, δεν ανήκει στο αχανές. Ακόμη και ο έρωτας, ο άπτερος έρωτας, ο θείος έρωτας, δεν ανήκουν στο αχανές. Γιατί στο αχανές έχει την πανάρχαια γλώσσα του ωκεάνιου βιώματος. Μια γλώσσα ακατάληπτη, άγνωστη, ξεχασμένη, απρόσιτη από οτιδήποτε μπορεί να γίνει μέρος της κοινής αντίληψης.
Μονάχα η Αγάπη γνωρίζει το Αχανές και το Αχανές την Αγάπη.
Αγάπη και όχι… αγάπη. Γιατί δεν πρόκειται για μια ακόμη συναισθηματική, ευγενής έστω και εκλεπτυσμένη έκφραση του ανώτερου εαυτού. Ακόμη και ο ανώτερος εαυτός είναι μολυσμένος από τα κατάλοιπα της σαρκικής όρασης, δεν μπορεί να δει τόσο βαθιά, στα έγκατα του αχανούς.
Η συναισθηματική αγάπη είναι ένα απλό και μειονεκτούν υποσύνολο της Αγάπης. Είναι η κατακτητική, εγωτική, άπληστη ‘αγάπη’ της ηδονολατρείας, της ηδυπάθειας, της περιέργειας, της επεκτατικής δράσης του συναισθήματος. Πλημμυρική  η φύση της κι όμως δεν έχει τη δύναμη να πληρώσει σε βάθος τίποτε. Μοιάζει με ένα θρασύ αλλά ρηχό ρυάκι που παλεύει να ξεδιψάσει ένα απειράριθμο στρατό. Τούτη η άγρια και επιδρομική αγάπη δεν έχει σχέση με το μεγαλείο και το Ολύμπιο ύψος του Αχανούς. Γιατί το Αχανές προϋπήρχε της αγάπης.
Το Αχανές, γεννήθηκε όταν όλα βρίσκονταν στο γνόφο του σκότους.
Πως μπορεί να συνομιλήσει κανείς με το Αχανές; Πως μπορεί να βυθιστεί ένας κόκκος ζάχαρης στη θάλασσα και να μην διαλυθεί, να μην αφανιστεί; Πως μπορεί μια πυρετική ψυχή να εμπιστευτεί την ανάσα της στο άπειρο και να μην σκορπίσει σε εκατομμύρια και δις εκατομμύρια φλόγες που τίποτε δεν μπορούν να ζεστάνουν και κανέναν χώρο να φωτίσουν;
Το να μιλάς για το Αχανές είναι μια δράση αυτό-υπονομευόμενη. Είναι μια δοκιμασία μαζί και μια πρόκληση του νου να εισέλθει στο παράδοξο. Μοιάζει με το ταξίδι στο παρελθόν. Είναι αδύνατο και μαζί δυνατό. Η σκέψη γυρίζει στο παρελθόν καταργώντας όλους τους περιορισμούς, ανεμπόδιστη, θριαμβική, υπερπηδά κάθε φράγμα και επιτυγχάνει εκείνο που το σώμα δεν μπορεί. Η σκέψη καταργεί κάθε έννοια παράδοξου και δεν γνωρίζει νόμους φυσικούς ή μετα-φυσικούς. Η σκέψη όμως δεν μπορεί να εισέλθει στο Αχανές. Γιατί εκεί, ο χρόνος και ο χώρος, οι δυο άξονες που «κατασκευαστικά» απαιτούνται για να μπορεί να τροχιοδρομεί η σκέψη, δεν υπάρχουν, είναι ανύπαρκτοι και μαζί υπαρκτοί, όπως ή έννοια του Άγιν, στην καβαλιστική μυητική ανθρωπο-θεοσοφία. Το Άγιν είναι μια δυνατότητα ύπαρξης αλλά δεν υφίσταται. Είναι οντολογικά α-όριστο, μη ορίσιμο αλλά διανοητικά αναγκαίο. Είναι το ‘απόλυτο μηδέν’ απλώς για να έχει ένα όνομα. Και με την έννοια αυτή, εισάγεται στην κοσμολογική ερμηνευτική της Καμπαλά ώστε να είναι μετά δυνατή η εισαγωγή του Χρόνου στο ‘σύστημα’. Και ο νους πάντοτε διαβάζει τον κόσμο με ονόματα. Με ονόματα και με το Χρόνο.
Μιλώντας για το Αχανές, ο άνθρωπος τεντώνεται, η διάνοιά του ανοίγει, εκτείνεται, εκπτύσσεται, όμως και πάλι, δεν μπορεί παρά να αγγίξει τους τοίχους του αυτό-ορισμού του. Όπως ακριβώς ο έγκλειστος με τα χέρια σε έκταση αγγίζει ίσως το πολύ πολύ τα ασφυκτικά όρια της φυλακής του…


Fantastic scenery of Antelope Canyon