Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Falling-Spirit-1

Ίχνη Αιματογράφου…

Έτσι στεκόμουν

βουβός

τίποτα δεν σκεπτόμουν

μονάχα βίωνα

τον αρυτίδωτο πόνο

να χτίζει φράχτες

από παγωμένο χρόνο

ολόγυρά μου

Ο δολιοφθορέας

[Φεβ 2003]

Ο δολιοφθορέας

ήξερε το δρόμο

φοβόταν τις σκιές

την αίσθηση κέρδιζε

βήμα το βήμα

καθώς κρατούσε το χθες

στ’ απλωμένα του χέρια

[ανασαίνει βαριά

λαβωμένος

από ματωμένα σ’ αγαπώ]

Ο δολιοφθορέας

έκαψε τις απαιτήσεις του

ζωντάνεψε ένα μύθο ξεχασμένο

ζητιάνος έγινε

στο κόσμο των λεπρών

και αγνόησε από τα περιττά

ως και τη δύναμή του

[στην αλλαγή

θα υπάρχει ακεραιότητα

σαν κρύσταλλος αρχαίος καθαρή

σαν ελιξίριο δαιμόνων ισχυρή

αλλά καταραμένη]

Ο δολιοφθορέας

περπάτησε στο μνήμα του πατέρα του

χωρίς αιδώ

ζωγράφισε στο μάρμαρο

έναν γύπα που αιμορραγεί

από το βέλος ενός πολεμιστή φωτός

και οσμές θανάτου γεύτηκε

σαν μυρωδιά ζωής

[πεσμένος καταγής θρηνεί

ένα είδωλο που έγινε θεός θυσιασμένος]

Ο δολιοφθορέας

αρνήθηκε την ύπαρξή του

αναζητούσε τον εαυτό του

στις αναμνήσεις

στα όνειρα

στη θάλασσα των προσευχών του

σε όσα ματαιώθηκαν

και όσα ματαίωσε

[στέκεται μπρος στον εαυτό του

δεν του είναι γνωστό το είδωλό του

στο πρόσωπο που βλέπει

αναγνωρίζει

ένα φοβισμένο θάνατο

του απλώνει το χέρι στοργικά

και στου καθρέφτη το χαμόγελο

ευτυχισμένος εγκαταλείπεται]

Ο δολιοφθορέας

ένα μικρό παιδί

αγαπημένο

όμορφο

στεφανωμένο

από ήλιους άλικους

γυρνά αέναα

στον ίδιο πάντα κύκλο

είναι ο χρόνος που εκπυρώθηκε

κι έγινε περιδέραιο της Νύχτας

[ένας Ορφέας θλιμμένος

μια Ευρυδίκη αστόλιστη

ένας Χριστός ορφανεμένος

κι ένδοξος

και μια μοναξιά

σαν αιώνας

και σαν δάκρυ

στο πρόσωπο του κόσμου…]

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Πρωτόγονη ορμή


Σου γράφω σ’ αγαπώ

κι αισθάνομαι

κείνη τη πρωτόγονη ορμή

όπως το αίμα χτυπάει στην αρτηρία

το ανελέητο της ζωής

και το υπέροχό της

το κραυγάζω

το δονούν όλα μου τα εσώψυχα

όπως στα μάτια

στους πόρους του είναι μου

σπαρταράει όλη η αθανασία

από τ’ αγγίγματά σου..

κι έρχεται στα δάχτυλα μεγάλο

πλατύ

ολόκληρο

και απορώ

που έχω το θράσος

την αποκοτιά

να εγγράψω

το άπειρο

σ’ ένα χαρτί…


Κι όμως

ερωτευμένος είμαι

και το κάνω…


(στην Ε...)

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

Μέγιστο…


ένα κλεμμένο βλέμμα

στο νερό η φωτιά βαφτίζεται

και παίρνει τ’όνομά σου


ένα ριπαίο νεύμα

αρπάζεται η γη απ΄τον ουρανό

αλλά δεν αφανίζεται


ένα βαθύ τραύμα

διατρέχει ο ήλιος το στερέωμα

και ιχνεύει

τον αφανισμό του


ένα άδειο στρώμα

αγγίζουν τα χέρια το κενό

αλλά δεν απελπίζονται


μια επίκληση άηχη

στον έρωτα που δεν γονάτισε

στα δάχτυλα του φόβου

στέγνωσε το αίμα


αλλά κι ο νύχτιος πυρετός

καλοδεχούμενος κι αυτός

σε τούτο τον ασύνορο κόσμο…


(της ανάσας σου

καθώς πατάς τη νότα

στο ΄ν΄του ονόματός μου…


…της μουσικής στους φθόγγους σου

καθώς αφηγείσαι το ελάχιστο

πριν το αφομοιώσει το Όλο

και ήδη μέγιστο είναι…)


Noe 2008-Sep 2009

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009




ΜΕΤΑΤΡΟΝ


«Όποιος στοχάζεται πάνω στα τέσσερα πράγματα,

καλύτερα γι αυτόν να μην είχε έρθει καθόλου

πάνω στον κόσμο. Τα πράγματα αυτά είναι:

ό,τι βρίσκεται επάνω, ό,τι βρίσκεται κάτω,

ό,τι υπήρχε πριν και ό,τι θα υπάρξει μετά»

Μισνά


Πυρακτωμένο πνεύμα

διατρέχει το νυχτερινό στερέωμα

και οι καρδιές των Αγίων Οντων

πάλλονται σε συνήχηση

Μουσικές υπερ-ουράνιες

ντύνουν το μαύρο θόλο

καθώς ο Άρχοντας των Προσώπων

εργάστηκε για να εφελκύσει γύρω του

όλη τη θέρμη του Ισχυρού

όλη την δροσιά του Τέλειου

και τέσσερις εσθήτες έπλεξε

για να εισέλθουν ασφαλείς οι μύστες

στα Μυστήρια του Θρόνου

και την απρόσιτη Άμαξα

να αξιωθούν ν’αντικρίσουν…


καρδιές εκστατικές

που γλείφουν πύρινες ανάσες

χρειάζονται

και βλέμμα αγνό, καθάριο

και άγρυπνο

και νου

απ΄της επίκλησης το σφρίγος

ακονισμένο

για να Δουν

ν’αντέξουν…


μα ο πρώτος που εισήλθε

«είδε και πέθανε»

εκατομμύρια κύματα φωτός

τον σάρωσαν

και τον αγνόησε

ως και ο Χρόνος...


και ο δεύτερος

«είδε και χτυπήθηκε»

τα λογικά του σάλεψαν

καθώς στα Δώματα της Αγιοσύνης

ο αδύναμος δεν έχει θέση...


αλλά και ο τρίτος

«είδε και στράφηκε αλλού»

το βηματισμό του έχασε

το θάρρος του άδειασε γρήγορα

και βρέθηκε

στην άλλη όχθη της ματιάς του

να ξημερώνεται αιώνια

στα σωθικά του Φόβου…


μονάχα ο τέταρτος

«ανέβηκε ειρηνικά

και ειρηνικά κατήλθε»

το σκεύος του εαυτού του

χώρεσε, άντεξε,

δεν έσπασε

και ευλογημένος δεξιώθηκε

τη θέα της Αμαξας…


κι όμως

δεν του ήταν αρκετό…


φωτιά από σπέρματα

αγνώστων Ήλιων

και σαρκοφάγο Φως

το Αρχαίο Ρίγος των Δυνάμεων

το Αίμα των Τροχών…

δηλητήριο για τον επηρμένο…


στα Παλάτια της Σιωπής

πως τόλμησες να εισέλθεις

μιαρός

και ανέτοιμος;


ως το Εβδομο Ανάκτορο

τον ουρανό των Αβαρώτ

τόλμησε ο ευσεβής

να σύρει τη θνητή σκιά του

κι ύστερα θέλησε

να διαβεί

το Απαγορευμένο Κατώφλι

μα εκεί ο χολωμένος Χρόνος

τον έφερε γονηπετή

στη Θεϊκή Σοφία!

και τούτη η Δόξα

δεν ήταν για το αλαζονικό του αγγείο

τα χέρια γύρισαν

τα πόδια λύγισαν

τα μάτια βγήκαν απ΄τις κόγχες

η φτωχή καρδιά του έσπασε

και η φωνή του χάθηκε

ρυτίδες στα σεντόνια της Υπαρξης

ο Αρχοντας της Παρουσίας

θέρισε το πνεύμα του

το φτηνό σαρκίο του

έριξε μακριά

στο χώμα των πρωτόπλαστων

και το αίμα του σοφού

πότισε τα διάφανα νερά

των γήινων αιώνων…


και οι αναρίθμητες νύχτες

που κληροδότησε ο Άνθρωπος

στον άνθρωπο

διαδέχονται η μια την άλλη

ποτισμένες απ΄το αίμα της φθοράς

και του θανάτου…


Οκτ 2009

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009


Αρνούμαι…

Είπες ότι μπορείς
ν’ ακινητοποιήσεις το χρόνο
μέσα στη χούφτα σου
να κλείσεις όλους τους ιλίγγους
να περπατήσεις το άπειρο
μέσα σε μια νύχτα
να σιωπήσεις δυνατά
και η σιγή σου να είναι αθανασία
δεν έμαθα ποτέ
αν είχες δίκιο
αλλά τούτα τα ασημόγκριζα πρωινά
δεν μπορώ να ψηλαφίσω άλλο τίποτε
από τον κενό μου αντίλαλο…

και αν εκκρεμώ ως προς τον εαυτό μου
αρνούμαι να σε εκμισθώσω
ούτε καν ως ανάμνηση
για ενός απογεύματος
φτηνή απόλαυση

κομμάτι κομμάτι
τη Νύχτα
στο είπα
δεν μπορώ να στην προσφέρω…

κι αν κράτησες το τελευταίο φιλί
για να εκβιάζεις την ευαισθησία μου
νομίζω σου οφείλω ακόμη ένα

κομμάτι κομμάτι
τον εαυτό μου
αρνούμαι να σου τον προσφέρω…

Sep2009

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

Όραμα


Είχα

Ένα περίεργο όραμα

Ο Ιησούς

Αιμόφυρτος

Κατέρχεται απ΄το Σταυρό

Βαδίζει ανάμεσα στους έκπληκτους στρατιώτες

Πλησιάζει τη μητέρα του

Της χαρίζει ένα βλέμμα απορίας

Πλησιάζει τον Ιωάννη

Του χαρίζει ένα χαμόγελο στοργής

Πλησιάζει έναν άγνωστο

Του χαρίζει σταγόνες απ’το αίμα Του

Συνεχίζει τον αργό βηματισμό Του


Κι ενώ σχίζεται ο ουρανός

Και σείεται η Γη

Εκείνος φτάνει αγέρωχος

Και σιωπηλός

Στο δέντρο που φιλοξενεί

Τον κρεμασμένο Ιούδα

Του αγκαλιάζει τα πόδια

Τον φιλά

Κάτι του ψιθυρίζει

Χαιδεύει τρυφερά

Το άψυχο κορμί

Τον λύνει

Τον παίρνει στ’Αγια χέρια Του

Και τον πηγαίνει ως τον Τάφο

Που ήταν προορισμένος για Κείνον…


Το στερέωμα πλένεται

Από βροχή και αίμα

Από οργή και ανάσες

Τα χώματα της σκέψης

Καθάρονται σε μια στιγμή

Απ’τη σιωπή όσων

Ευλογήθηκαν

Να Δουν…

Να καταλάβουν…


Κι ο Κύριος τον φίλο Του

αποθέτει στη πέτρα

τον σκεπάζει με καθαρό σεντόνι

τον σκεπάζει με στοργή

Του χαρίζει μια αιωνιότητα αγάπης

Δακρύζει ο Διδάσκαλος

Και η σπηλιά ανασαίνει

Σαν ζωντανός οργανισμός


Κι ύστερα βγαίνει

Επιστρέφει

Βαδίζει πάλι ανάμεσα στο κόσμο

Οι ποταμοί βροχής

Πλένουν το άχραντο κορμί

Οι αιώνες πάνω Του

Ρυτιδώνουν τον αέρα που αναπνέει

Και τα ρυάκια από νερό

Και αίμα

Γίνονται ύστερα από λίγο

Ιαχές

Ρομφαίες Πυρός

Και δέσμες άκτιστου Φωτός


Κι Εκείνος

Πλησιάζει το φοβισμένο Εκατόνταρχο

Και του ζητά

Απλά

Πολύ απλά

Να Τον καρφώσει πάλι

Στο Σταυρό Του…


Σεπ 2009