Σάββατο 29 Ιουλίου 2023

 

Μέσα


Είμαστε μέσα
μέσα στον κορμό του δέντρου
μέσα στο αφιλόξενο πτώμα
του έφηβου θεού
μέσα στο χωματένιο κρεβάτι
του πόνου…

μέσα θα διαβάσουμε τυφλοί
το χθες
και το αύριο
μέσα θα αναλώσουμε γενναία
τους εαυτούς μας
μέσα θα λερώσουμε με περιττώματα αλήθειας
τα όνειρά μας
μέσα θα γεννήσουμε τα παιδιά μας
και πριν ακουστεί το αλύχτισμα
της πιο αθώας απελπισίας τους
θα τα σκοτώσουμε

Βρεθήκαμε εξόριστοι
έξω απ’τον ήλιο
έξω απ’τον χρόνο
ανεπιθύμητοι

εδώ
στο ασφυκτικό απέραντο
εδώ στο στενόχωρο ασύνορο
εδώ θ’ακρωτηριαστούμε
και δεν θα περιμένουμε την αναξιοπρέπεια
απ’τη πρόστυχη φθορά της σάρκας
και δεν θα εκλιπαρούμε έναν βιαστή
να σπλαχνιστεί τα δύσμορφα κορμιά μας
μόνοι θα το κάνουμε
στην ακραία απόλαυση της αποκοπής
εκείνων που περιττά πια
κρέμονται απ’τις ζωές
εκεί
ηδονικά θα αφεθούμε…

είμαστε μέσα
αγάπη μου
ο ένας
στο σώμα του άλλου
ο ένας
στο σήμα του άλλου
ο ένας
στο απεριχώρητο του άλλου

μακάβρια υπέροχοι
αισθαντικοί ακόμη
τα χέρια μας δεμένα απ’τους καρπούς
στα αιώνια δεσμά μας
χαμογελώντας
ανασαίνουμε
ένα προς ένα
τα πιο όμορφα
ζωντανά φιλιά μας…




 irrigation
 Stefano Castoldi

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023

 


Ζεύγη ομοίων
τόσο όμορφων
φυσαλίδες γαλακτόχρωμες
που ανέρχονται νωχελικά
στο αρχαιώνιο φως…

ζεύγη λυγμών
παράξενων κι ερωτικών
που έλκονται απ’το νάρκισσο φως
στην εμπνοή του κόσμου
ν’ανοίξουν μια
κι ύστατη μαζί φορά
να εκδηλωθούν
να ταξιδέψουν…

ζεύγη στιγμών
που δεν ενώθηκαν ποτέ
όμως μαζί βρήκαν το δρόμο
γλίστρησαν ανάμεσα
απ’τ’αμίλητα δέντρα
και τις κλεισώρειες του βυθού
πέρασαν απ’το σκότεινο στο ευγενές
θυσίασαν το πένθιμο
έκλεψαν τον ελιγμό του Ενός

και δραπετεύουν στο έσχατο…  


Σάββατο 8 Ιουλίου 2023

 


Όνειρα


Τα καλοκαίρια
σφάζαμε τη θάλασσα
πίναμε το άσπρο αίμα της
και κάναμε έρωτα
ώσπου να γίνει άηχη η απληστία μας

Απ'το μολυσμένο σώμα της
έρεε ανεμπόδιστο το ποτάμι του χρόνου
Ο πρώτος που την είδε νεκρή
ήταν Αυτός που φέρνει την Αυγή
την ήπιε με μια αβυσσαλέα δίψα
κι ύστερα σπάταλα τη ράντισε
στα πρωινά του ανθρώπου

Το φθινόπωρο
κάναμε ανίερες επικλήσεις
στους αρχαίους θεούς
τσακίζαμε το Ζαγρέα
πάνω στα βράχια
και η Κόρη
μας έδειχνε με προστυχιά
τους λευκούς μηρούς της
Οίκτο δεν είχαμε
και δεν ξέραμε καμιά αμυχή της ύπαρξης
με το πραγματικό της όνομα…

Εκείνος την αγάπησε
πιο πολύ απ’όλους μας
της έδωσε στα στήθια το αιώνιο γάλα
να μεγαλώσει τα βλάσφημα παιδιά του
της έδωσε το λίκνισμα της φθοράς
κι ύστερα την κλείδωσε για πάντα
στην ανάσα των βροτών…

Το χειμώνα
ικετεύαμε για λίγη αιωνιότητα
διψασμένα παιδιά
γυρνούσαμε στις αλάνες του απείρου
κανείς δεν είχε βλέμμα για μας
κι όταν απελπισμένοι πια
χτυπούσαμε τη πόρτα
στο Γέροντα – Δέντρο
εκείνος είχε πάντοτε για μας
μονάχα αλήθεια…

Η Άγνοια και η Πενία
ήταν οι τροφοί της
τη βύζαιναν κι οι δυο μαζί
από το στήθος της πρώτης
ρουφούσε όξινο αίμα
ενώ η δεύτερη
της έπλενε αργά το στόμα
με δάκρυα πικρής επίγνωσης
που ποτέ δεν έφτασαν
ως τα μύχια της ψυχής της…

Την Άνοιξη
κλαίγαμε για τις νοσηρές ιαχές μας
στη θεά με τα επτά πέπλα που ερχόταν
κλείναμε την πόρτα
κι ετοιμαζόμασταν
να συμφιλιώσουμε
ξανά
το αχώρητο με το ενσαρκωμένο

Ο ερμαφρόδιτος
ήταν ο πατέρας
που λιμοκτονούσε από την πρώτη Αρχή
για λίγη αγάπη
κι όταν την γέννησε
την έσφιξε τόσο δυνατά στα χέρια του
που το βλέμμα της χύθηκε απ’τις κόρες
κι έλουσε βροχή από όνειρα
τον ύπνο των ανθρώπων…





Lines world
Late spring. The first lily rise to the surface.

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2023

 

το λεπτό σου σώμα
μου αφηγείται
έχεις φιλοξενήσει ήλιο και χώμα
από τα καλοκαίρια σου
στο στήθος
και αρμόζει καλύτερα στη νύχτα
να μου τα προσφέρει

μια στιγμή από Κυριακή
ένα πρόσφορο Σαββάτου

χαμογελώ λοιπόν
όπως μου ζήτησες...

ανεκτικός που στάθηκε ο πόνος
και μου επέτρεψε να σε αγκαλιάσω
πάνω που ξημέρωνε
η πιο μεγάλη Δευτέρα
της ζωής μου...



akt multikolor
© Bartosz Polec

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2023

 


Το λάθος του Ορφέα

Εάν κάποτε επιστρέψεις
δε θα’θελα να είναι ένα ανοιξιάτικο πρωινό
με τον ήλιο χαμογελαστό
και την καρδιά μου ζεστή και έτοιμη
να σε υποδεχθεί ξανά
μα θα’θελα να είναι ένα βροχερό σούρουπο
με έρημους δρόμους
σιωπηλούς ανθρώπους
και λογισμούς θανάτου
στο μυαλό μου
και λόγια να μην ανταλλάξουμε
μονάχα να φωνάξουμε δυνατά
με τη σιωπή μας
και να ουρλιάξουμε αν το θέλεις
με τα ζεστά μας δάκρυα…

Εάν επιστρέψεις
κάποτε
δε θα’θελα να με ανταμώσεις
σε κάποιο πολύβουο σταθμό
στη πλατφόρμα του Μετρό
στη στάση κάποιου λεωφορείου
μα θα’θελα να είναι σε κάποια θλιβερή γωνιά
στη συμβολή δυο δρόμων ασήμαντων
και ερημικών
και ίσα που να διακρίνονται οι φιγούρες μας
στο σκοτεινό σοκάκι
και σκιές να μην έχουμε
καθώς οι ίσκιοι
δεν δικαιούνται σκιάς

Εάν επιστρέψεις
σε κάποια μακρινή
προβολή του χρόνου
σε κάποια αδιόρατη
μονάδα του απείρου
μην μου μιλήσεις
αν μπορείς
κι αν με κοιτάξεις
μη με δεις
καλύτερα άσε
το βλέμμα σου να με προσπεράσει
σαν φυσικό εμπόδιο να είμαι
και συνέχισε
το βλέμμα σου
κaι τάχυνε
το βήμα σου
και το λάθος του Ορφέα
να μην κάνεις

να κοιτάξεις πίσω…

 

Κυριακή 4 Ιουνίου 2023

 


Σκορπιός

[γραφή πρώτης ανάσας]

 
Είσαι σαν ένας μικρός σκορπιός
Μέσα σ’ένα ποτήρι
Σε βλέπω απ’τα τοιχώματα
Εγκλωβισμένο
Αλλά ξέρω πως είσαι δυνατός
Θα επιβιώσεις
Κι άλλωστε
Όποτε θέλω
Σε γυρίζω ανάποδα
Κι ελευθερώνεσαι...

είσαι χλομός λιγάκι
αδελφέ μου
να τρως καλά
να
λίγα ακόμη χρήματα
όχι μονάχα για τσιγάρα
μα για να τρως καλύτερα

λόγια μέσα απ’τα δάκρυα
λόγια μέσα απ’το θολό του χρόνου
δεν ξέρω πως το άντεξα
να σε βλέπω εδώ μέσα
αλλά έπρεπε…

Είσαι σαν ένας τόσο δα σκορπιός
Μέσα στο ποτήρι…

και κάτι ακόμα
όλες τις λέξεις που δικαιούσαι
δεν στις είπα αδελφέ μου
γιατί δεν το αντέχω
όταν γράφω
να με σκίζουν οι αναμνήσεις
πίστεψέ με
αν είχα κι άλλο στήθος
σε σένα θα το έδινα

λόγια του απείρου
να με τεντώσεις άλλο;
δεν γίνεται
αν σωριαστώ μια μέρα
στο ξέφωτο του παρελθόντος
σαν το σκορπιό
να ξέρεις
δε θα τρέξω πέρα
ελεύθερος
γιατί σε περιμένω

ακόμα…

 

Πέμπτη 25 Μαΐου 2023

 



Ονείρεμα
(Ο Γέροντας)

Μπήκα πάλι
στους κόσμους των εικόνων
και των ξεχασμένων τραγουδιών
κείνους τους κόσμους που επινόησα κάποτε
και που στοιχειώνουν πάντα τα όνειρά μου
κείνους τους κόσμους που πια έχω μισήσει
αλλά δεμένοι είναι αχώριστα με μένα

περπάτησα πολύ και λίγο
σημασία δεν έχει
ό,τι κοιτούσα μόνο ερημιά και ερείπια
όπου στεκόμουν άνυδρες χώρες
όπου ανάσαινα
μονάχα λίβας και σκόνη των αιώνων

κάποτε
βρήκα ένα γέροντα θλιμμένο
να κάθεται κάτω από ένα δέντρο χάρτινο
και τον πλησίασα δειλά
γύρισε και με κοίταξε
και είχε στο βλέμμα του
κουρνιάσει ένας λευκός θάνατος
κι είχε στο πρόσωπό του
ξεκουραστεί η αφθονία του τίποτα
"ήρθες ξανά" μου είπε
και με καλωσόρισε
"κάθισε δίπλα μου λοιπόν
γιατί είμαι μόνος αιώνες τώρα
και διψάω να μιλήσω σ'ένα επισκέπτη..."
και κάθισα κοντά του
κάτω απ'το χάρτινο κείνο δέντρο
κι ένιωσα πως ο γέροντας αυτός
ήταν εκεί για μένα από πάντα
κι ένιωσα τόσο περίεργα όταν τον αισθάνθηκα
τόσο αλλόκοτα νεκρό
τόσο γεμάτο από Τίποτα...

"μη με κοιτάζεις όσο θα σου λέω
μη με αγγίξεις
τίποτε είμαι γεμάτος
και δε θα νιώσεις παρά τίποτα
μη με ρωτήσεις πόσο έζησα
γιατί το έχω ξεχάσει
μη με φοβάσαι
η μοναξιά και η έπαρση
προξενούν μονάχα θλίψη"
άρχισε να λέει
και η φωνή του χάιδευε τ'αυτιά μου
και σκιά δεν έριχνε το ψεύτικο αυτό δέντρο...

"χρειάζεσαι ένα κόσμο αλλιώτικο
αυτός που ζεις είναι αυταπάτη
χρειάζεσαι πολέμους με άλλες μάχες
τούτες που δίνεις κιόλας σε κουράσανε
χρειάζεσαι ανθρώπους με καρδιά
αυτούς που αγάπησες
όλοι πεθάνανε..."
είπε ο γέροντας και είχα κλειστά τα μάτια
και το κεφάλι μου σκυφτό
να μην με αρπάζει η τρέλα του τοπίου

"χρειάζεσαι άλλες μουσικές
τούτες που ακούς σε ανισορροπούν
είναι κραυγές αρρώστων, είναι νυχτωδίες
άλλες χρειάζεσαι αυγές
οι ήλιοι που ανατέλλουν στη ζωή σου
κι αυτοί ψεύτικοι είναι
όπως αυτό το δέντρο..."
είπε ξανά ο γέροντας και στο μυαλό μου
σφυροκοπούσε μια φρενήρης άρνηση
να μην αλλοιώνομαι άλλο στο πουθενά
να φύγω
να επιστρέψω
να ξυπνήσω!

"εμένα σύντομα θα με ξεχάσεις
τίποτε είμαι
και δεν γεμίζω πια ούτε τον εαυτό μου
εμένα γρήγορα θα με περάσεις
αλλά, πόσο σε συμπονώ,
μ'εσένα θα εξακολουθείς να συνυπάρχεις!"
είπε ξανά και άκουσα το γέλιο του
κραυγή κι αυτό
παράφωνη οιμωγή απ'το τίποτα
και προσευχήθηκα να αδειάσω ξαφνικά
να τρέξω πίσω, να χαθώ,
να νιώσω εμένα ακέραιο,
να ξυπνήσω!

"κράτησε τούτο που σου λέω
πριν να ξυπνήσεις κει απ'όπου ήρθες
όλα είναι όπως εγώ
τίποτε
αν δεν γεμίσουν από σένα
όλα είναι όπως το δέντρο αυτό
ψεύτικα
αν δεν δονούνται από σένα
όλα είναι χαμένα
όπως ο χρόνος σου μαζί μου
αν δεν ντυθούν αγάπη
από σένα!"

τούτα είπε ο γέροντας
πριν με αφήσει
και τον αφήσω κι εγώ
και έχω μια εικόνα τελευταία
πριν πάλι ευλογηθώ
στον κόσμο των ανθρώπων να ξυπνήσω
ο γέροντας να εξαφανίζεται
το δέντρο να αφανίζεται
κι εμένα να στέκω ολομόναχος
σ'ένα απέραντο τοπίο
από περίεργο φως

και να μιλάω σε μένα...





Old man sitting under the tree
by Katherine-Black