Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012




η γλώσσα του ήλιου

τελικά 
νιώθω τυχερός

στάθηκα κοντά σου
πολύ κοντά σου
τόσο
που η ανάσα σου με περιέγραψε
τόσο
που η ματιά σου με εξερεύνησε
τόσο
που το άγγιγμά σου με άλωσε

έχω ακόμη τη γεύση σου
θα την έχω για πάντα
το ξέρω


έχω ακόμα το σχήμα σου
τούτο θα χάνεται αργά αργά
κάθε πρωινό


θα χάνεται


θα έχω το βλέμμα σου
τούτο
θα περάσει αργότερα μέσα στο καρδιακό μου σύμπαν
θα κουρνιάσει δίπλα στο μεγάλο μυ
και θα κοινωνεί
στο φλεβικό αιώνα
το ρυθμό που ξοδεύει το αίμα μου ο χρόνος
μέσα στο σώμα μου

τελικά
τυχερός είμαι αγάπη μου
έχω στα χέρια μου
όλο το πρόσωπό σου
κι όχι πως έμεινα ορφανός από νύχτες
και δεν το σπαταλάω 
αλλά, να...
είναι που το'χω ατίμητο
και ακριβό
όσο δεν φαντάζεσαι
μέσα στο πένθος μου
και το ανασαίνω

δίχως αυτό
όλα περνούν σε μια νεκρική μαρμαρυγή
και αφομοιώνονται πια
από το Γνωστό...

δίχως αυτό
όλα εκλιπαρούν να ξεδιψάσουν
από μια σταγόνα
από μια λέξη
από ένα νεύμα
από μια συλλαβή φωτός

και δεν έχω ακόμη
ανακαλύψει
τη γλώσσα του ήλιου...

δεκ10


Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012



Ήταν σοκαριστικό να τον ακούς…

Το απέραντο χυμούσε μέσα μου
Γινόταν ένα με τη σάρκα μου
Ένα με το αίμα μου
Το στερέωμα με τρυγούσε
Και δεν το αρνιόμουν
Δεν το φοβόμουν
ήθελα να γίνω αόρατος
και μαζί ορατός…

Υπήρχε η αποφορά του δέους
σε κάθε του λέξη, σε κάθε του ανάσα…

Το αδιανόητο με κατοικούσε
Γινόμουν ξενιστής του
Γινόμουν δέσμιος
Και φύλακάς του
Έπρεπε να μάθω
Να μάθω να ψελλίζω απ’την αρχή
Ως και τ’όνομά μου
Στη δική Του αρχαία γλώσσα
Έπρεπε να μάθω
Ν’ακούω την ύπαρξή μου
Μέσα απ’τη δική Του μουσική…

Τα χέρια του κρατούσαν το κεφάλι του
έσφιγγαν τα μηνίγγια του
Έκλαιγε
Αλλά δεν ήθελε το φαινόμενο να σταματήσει…

Το Υπέροχο με άλωνε
Ένα προς ένα όλα τα κύτταρά μου
Του παραδίνονταν
Γινόμουν η εταίρα του
Η πόρνη του
Με εκφύλιζε
Με εξαγόραζε
Και ήταν το μόνο που είχα τόσο πολύ ποθήσει
Από την αυγή της ζωής μου

Το Κοσμικό Διανόημα
Το Δέντρο
Ο Όφις και ο Κήπος
Η δίχως αρχή Αρχή Όλων
Με διαπερνούσε
Με έναν ασύλληπτο ρυθμό
Απλωνόταν μέσα μου
Δήωνε τις αντιστάσεις μου
Φυλάκιζε τις ενοχές μου
Με απελευθέρωνε…

Πάλευε να κρατήσει την καρδιά του
Να μην εκτοξευτεί απ΄το στήθος του

Ξέρω πως πια θα είμαι σιωπηλός
Αδελφέ μου
Αρχίζει εκείνο που δεν έχει όνομα
Να με βαφτίζει στο Ιχώρ του

Ανασαίνω το πρώτο Φως
Κι έχω τη γεύση όλων των ανήλικων ωκεανών
Της Δημιουργίας
Στα χείλη μου…

Αν θελήσω να πιω θα πεθάνω
Αν θελήσω να εισπνεύσω αναλώνομαι
Αν τολμήσω να εκπνεύσω…

Θα γεννηθώ ξανά
και δεν θα σε γνωρίζω...

Ιαν 2012

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012



Μέσα μου είσαι πάντα εκείνο το κορίτσι
Που γνώρισα πλάι στον έφηβο σχίνο
Κείνο το περίεργο γέλιο σου
Που αιχμαλώτιζε ως και το χρόνο
Κείνο το άδολο άγγιγμά σου

Μέσα μου είσαι πάντα ένα απρόσιτο ναι
Κι ένα διάπυρο όχι
Δίπλα σε κείνο το μικρό μαστιχόδεντρο
Που μοσχοβόλαγε όταν του μιλούσες
Στη παραλία που πρωτόδαμε την αυγή ενός νέου κόσμου
Που ποτέ δεν ανέτειλε…

Κι εκείνος ο ανήλικος σχίνος
Δάκρυζε κάθε φορά και πιο γοερά
Καθώς τον πλήγωνε η απληστία των ανθρώπων
Και γιατρευόταν μονάχα όταν τον άγγιζες εσύ…

Μέσα μου είσαι πάντα ένας ήλιος νικηφόρος
Ένα δροσερό σεντόνι
Στον μεσημεριάτικο καύσωνα της Οφιούσας
Κείνο το καλοκαίρι που δεν το διαδέχθηκε ποτέ
Κανείς χειμώνας
Γιατί δεν το επιτρέψαμε εμείς…

Έφυγες βέβαια
Καθώς το όφειλες στην ειμαρμένη
Στη Δύναμη και στην Ανάγκη
Ναι, τώρα το ενστερνίζομαι
Αλήθεια στο λέω…

Το σχιναράκι στέκει μόνο
Και κλαίει πάντα όταν το πληγώνουν
Κι όσο κι αν το αγγίζω εγώ
δεν λέει να συνέλθει
σε κάποιο άλλο σύμπαν μοσχοβολάει
ένας άλλος καρπός της Αρχαίας Μάνας
έχει ένας άλλος χρονομέτρης τα σταθμά σου
και ο Θεός λυπάται τον κόσμο
και δεν τον αφανίζει…


Μάης 2009

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011




Σε κείνο το παλιό σου όνειρο
Θυμάσαι;
Στεκόσουν στο μικρό αίθριο
Σε μια στάση ιερής από-στασης
Απ’ό,τι ψηλαφείται
Απ΄το νου…

Τον περίμενες

Ο ουρανός έπεφτε κομμάτια
Σαν αρχαία σιωπή
Πρώτα γινόταν μια μαύρη θύελλα από ρόδα
Που κλείναν τους ορίζοντες
Και σχημάτιζαν παράξενες σκεπτομορφές
Από τους μύστες των αιώνων
Κι ύστερα βροχή, τόσο πυκνή
Που σου πονούσε τη σάρκα…

Δεν φοβόσουν
Μονάχα άνοιγες το στόμα σου
Να πιεις…

Σε κείνο το όνειρό σου
Κείνος που σε κλείδωσε
Ανάμεσα σε γη και ουρανό
Σου αρνιόταν τη φυγή
Τον περίμενες!
Θα ερχόταν, το ήξερες
Μέσα από τον αλάστορα Χρόνο
Να σε διατρήσει
Ως τα μύχια έγκατά σου
Να σε αλώσει
Να σε ενώσει με το Άρρητο…

Τον περίμενες
Και έπινες αχόρταγα
Με δίψα ασίγαστη
Έπινες την Αλήθεια…

Εκεί σε βρίσκω
Πάντα…
Να στέκεις
Βαφτίζοντας το κάθε τι
Ξανά και ξανά
Μεθοκοπώντας
Ονοματίζοντας τα πάντα
Ένα προς ένα τα σώματα
Και τις υπάρξεις…

Δεκ2011

Powermaker
© Smidka

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011




Ο κόσμος
έχει ένα αλμυρό χαμόγελο
σαν όστρακο πάνω στην αρχαία πέτρα
και μια ρυτίδα από έρωτα
που κρυώνει στο χρόνο

με ρωτάει στο χθες ο άγνωστος άνθρωπος
ποιο τίμημα έχει η αναλγησία
και’γω δεν ξέρω να κοιτάξω το στερέωμα
παρά μονάχα να σιωπώ…

η θάλασσα
έχει το χρώμα του οινοπνεύματος
και την οσμή του πένθους

με ρωτάει στο σήμερα
ο άγνωστος θεός
ποια γεύση έχει η αθανασία
και’γω δεν ξέρω να διαβάσω τον πόνο
κι έτσι σιωπώ…

έχει ο ουρανός
το χρώμα της νεκρής φωτιάς
και τη στυφή ανάσα του αιώνιου

με ρωτάει στο αύριο
ο άγνωστος εγώ
ποιο είναι το αίμα της ελπίδας
και’γω δεν ξέρω να κρύψω
τα δάκρυα που πικραίνουν τα χείλη
κι έτσι
μαθαίνω πως είναι πάντα να σιωπώ…

Νοε 2009

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011



Ροή

Χτες βράδυ σκεφτόμουν

αν ήσουν ποταμός
θα’θελα να ήμουν ξαπλωμένος
στις όχθες σου
να σε ακούω
να σου μιλάω
να σε θαυμάζω
κείνο το αιώνιο που αναβλύζει
απ΄τις όλο έρωτα
αναταράξεις σου
να μπορεί ελάχιστα να με δροσίζει
κείνο το αειδίνητο
που σπαταλιέται υπέροχα
στη κοίτη σου
να με μαυλίζει

κι ύστερα
αν με καλούσες
αν το ήθελες
να έμπαινα μέσα σου
να αφεθώ στην αγκαλιά σου
να οσμιστώ το αρχαίος σου ρίγος
ν’απλωθώ
ως τις εξωτικές σου χώρες
η ροή της αδαπάνητης νιότης σου
να με σκανδαλίσει
η κρεολή  
ανυπότακτη υδατοχαίτη σου

κι ύστερα θα ποθούσα
να μου χαρίσεις
κείνο το χιλιάκριβο δώρο
να με καλέσεις στα μυστικά
τα πιο βαθιά σου δώματα
ν’αρμονιστώ
με το αεί σου

ν’αναλωθώ
ένα να γίνω
με το ολοφώτεινο
χαμόγελό σου

ανέστιος κάποτε
τώρα πια όλβιος
να διαιτώμαι
στα κρυφά παλάτια σου
απ’την αθανασία σου
ως τα πιο μύχια της ψυχής μου
ποτισμένος
γενναιόδωρα κερασμένος
να υμνωδώ στα εγκατά σου
το αείρροο
ατελεύτητό σου…

Νοε2010




Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011




Αρνούμαι…

Είπες ότι μπορείς
ν’ ακινητοποιήσεις το χρόνο
μέσα στη χούφτα σου
να κλείσεις όλους τους ιλίγγους
να περπατήσεις το άπειρο
μέσα σε μια νύχτα
να σιωπήσεις δυνατά
και η σιγή σου να είναι αθανασία
δεν έμαθα ποτέ
αν είχες δίκιο
αλλά τούτα τα ασημόγκριζα πρωινά
δεν μπορώ να ψηλαφίσω άλλο τίποτε
από τον κενό μου αντίλαλο…

και αν εκκρεμώ ως προς τον εαυτό μου
αρνούμαι να σε εκμισθώσω
ούτε καν ως ανάμνηση
για ενός απογεύματος
φτηνή απόλαυση

κομμάτι κομμάτι
τη Νύχτα
στο είπα
δεν μπορώ να στην προσφέρω…

κι αν κράτησες το τελευταίο φιλί
για να εκβιάζεις την ευαισθησία μου
νομίζω σου οφείλω ακόμη ένα

κομμάτι κομμάτι
τον εαυτό μου
αρνούμαι να σου τον προσφέρω…

Σεπ2009

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011



Υβός

Τούτο το άθλιο τέρας
δεν μου άξιζε να είμαι
καταραμένος
ανάπηρος
κυφός
κι όμως
έχω ένα στερέωμα στη ράχη…

Οι άνθρωποι με προσπερνούν
αλλάζουν βλέμμα βιαστικά
αλλάζουν δρόμο
με αποφεύγουν

ψιθυρίζουν μεταξύ τους
λένε
είναι καμπούρης
είναι φριχτός!

κι όμως
δεν ξέρουν
πως έχω ένα γαλαξία
από νιογέννητα χαμόγελα στη ράχη

κάποιες εποχές
κείνο που γεννήθηκε μαζί μου
χιλιετηρίδες πριν
συρρικνώνεται
πεθαίνει
για να αιματώσει εμένα
κι ύστερα εγώ
έρχεται η σειρά μου να πάψω να βλέπω τον κόσμο
για να’χει εκείνο όλο το βλέμμα
κι όλο το φως που του στέρησα

το γήρας
δεν έρχεται στα κύτταρα μου
είναι η μοίρα μου
αέναα να περπατώ
ανάμεσα στους νεκροζώντανους
και ο χρόνος να με αγνοεί
λες κι είμαι ακόμη και γι’αυτόν
ανεπιθύμητος…


Τούτο το άθλιο τέρας
δεν μου έπρεπε να είμαι
καταραμένος
άσχημος
υβός
κι όμως
έχω ένα σύμπαν
από θηλυκούς χειμώνες
και καλοκαίρια αρσενικά 
αιώνια να ερωτοτροπούν
στη ζωντανή μου ράχη…

δεκ 2011

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011


εκείνη την ημέρα πονούσα πολύ
είπε χαμογελώντας πικρά, μορφάζοντας
στο δήμιό της
ας πούμε
ότι το σώμα πονούσε κάπως διαφορετικά απ’το μυαλό
ναι
και το μυαλό δεν επικοινωνούσε με κανέναν…
με κανέναν λεπτοφυέστερο φορέα
αν αυτό λέγεται ψυχή
ή νους
ή πνεύμα
ή ό,τι διάολο λέγεται…

ένα αυτιστικό μυαλό
είπε ξανά και ο σκοτεινός άνθρωπος δίπλα της
έμενε ανέκφραστος
δεν συγχωρεί τον πόνο κι έτσι…
το σώμα δεν μπορούσε να ηρεμήσει
το σώμα δεν μπορούσε να αδρανήσει
όχι, δεν μπορούσε…

 δεν κατάλαβα πως…
πως κατέβασα το μαχαίρι στο σώμα
πως κατηύθυνα το ακονισμένο λεπίδι
στο γυμνό, ανυποψίαστο δέρμα
πως
πως είδα την κίνηση αυτή
και δεν τρελάθηκα
είπε
κι αναλύθηκε σε λυγμούς

ο άνθρωπος δίπλα
σιωπηλός
της σκέπασε το κορμί με το σεντόνι
της έκλεισε τα μάτια
της σφάλισε το στόμα
τόσο
ώστε να μην σπαρταράει άλλο
η Νύχτα
στα όνειρά της…

δεκ 2011

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011




Αίσακος

Περνάγαμε το κλαδί της μυρτιάς
από τον ένα σύντροφο στον άλλο
τούτος ο νεκρόδειπνος
έχει το μεγαλείο της σιωπής
και της σιγής το φως
Ο ήρωας που κείται στο βελούδο της γης
μας περιμένει…

Περνάγαμε το πένθιμο κλαδί
από χέρι σε χέρι
λέγαμε δυο κουβέντες κι ύστερα δάκρυα
υμνούσαμε το Μέγα Σχίσμα
που τους θνητούς ποτέ δεν λησμονεί
αλλά και τον αιώνιο παλμό της δρόσινης ζωής
που δραπετεύει από τα Τάρταρα
και μας ποτίζει
για λίγο έστω
με συλλαβές βροχής

Το κλαδί έμεινε κάποτε μονάχο
ορφανό από ψελλίσματα ανθρώπων
που στέκουν τώρα βουβοί
δίπλα στο σιωπηλό πολεμιστή

Έρχεται η αυγή αδελφέ μου
και μεθυσμένους θα μας βρει
να ξέρεις
όχι από πόνο
αλλά από δριμιά κατάφαση Έρωτα
και δάφοινη φωτιά ψυχής

να ορμήξουμε εκεί
που το αιώνιο σε παίρνει απ’το στήθος
και σε αθανατίζει…

Δεκ 2011

Burning life