Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018



Κι αν είναι τρομερό
και ασύμβατο ακόμη
ξυπνώντας απ’τον αρχαίο σου ύπνο
το πρώτο που αντικρίζεις
να είναι η λαιμαργία του Κτήνους
για το είναι που ρέει πάνω στο σώμα σου

προσποιήσου

ότι ληθαργείς ακόμη
ότι δεν είσαι ορατός
πως δεν μπορείς να μιλήσεις
για τίποτα τάχα
χωρίς να το προδώσεις
κι Εκείνο που τρέφεται από το ήπαρ των μικρών ημερών
δεν θα σ’ ενοχλήσει
θα σε προσπεράσει
κι αθέατος
αλλά ξυπνητός
άνοιξε τα χέρια σου
κι αναρριχήσου
στον πρώτο ουρανό
που θα προβάλλει και θα σαρκωθεί

απ’το ανοιχτό σου στόμα…





 Birth

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018



Λάμψη



Όμορφοι άνθρωποι

σπρωγμένοι
από έναν άνεμο - ουρλιαχτό
ριγμένοι κατάχαμα
που με ζήλια αστράφτει στο βλέμμα τους
η λάμψη
από το σπάσιμο της αλυσίδας
στον καρπό του αδελφού τους…

κι εκείνοι απλώς χαμογελούν
από αιώνες σιωπηλοί
κι όμως φλυαρούν
στα ρείθρα των πεζοδρομίων
στα παγκάκια των πάρκων
στα λεωφορεία με τις φθαρμένες θέσεις
στις καφετέριες με τις κρύες καλησπέρες…

όμορφοι άνθρωποι

επιτάφιοι που περιφέρονται
περήφανοι
και αλαζόνες
μοσχοβολούν
με άνθη νεκρά
στα στομάχια τους…



I still got the blues for you
© Reggy

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018



Συλλαβές αγάπης…


Το βραδινό φιλί σου
κρέμεται απ' το πρόσωπό μου
το αγγίζω απαλά
πονάω
στάζει έναν οργισμένο έρωτα
πάθος σταλάζει
απουσία

και νιώθω τις σταγόνες να δραπετεύουν στο πάτωμα

το βραδινό φιλί σου
γραπωμένες έχει ακόμα
μερικές λέξεις
μικρές ανάσες απ’το στόμα σου
κλεμμένες
ανάπηρες
απελπισμένες
αγκιστρωμένες στα χείλη μου
οι συλλαβές τρεμοσβήνουν στο πρωινό φως
αργοπεθαίνουν

παλεύω να τις κρατήσω ζωντανές

το βραδινό φιλί σου
δρόσισε τούτο το μοναχικό δωμάτιο
με συλλαβές αγάπης
καταλήξεις έρωτα
σύμφωνα ερεθισμένα
σερνικά
κι ερωτευμένα φωνήεντα
παιγνιδιάρικα
και θηλυκά
και μ’έναν τρόπο μαγικό
αληθινά στο λέω
μεταμορφώνονται ξανά
σε σώματα ονειρικά
όχι τεμαχισμένα πια
ολόκληρα
και φωτεινά

στο ταπεινό
δωμάτιό μου
δεν είναι υπέροχο;

εσύ κι εγώ ξανά…

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018



Ό,τι ορθώθηκε
ιερό
ατόφιο είναι
και δεν προσβάλλεται
δεν ρηγματώνεται
από τις φλεγμονές του
πρόσκαιρου
και του συγκαιρινού…

αρνούμαι να δώσω στο υπέροχο
ποιότητες
βλέμματα
και μαχαιριές του πόνου

αρνούμαι να σε δω
μέσα από
μολυσμένες βροχές
λέξεις οργής
θραύσματα μίσους

κι αρνούμαι μέσα από σένα
εμένα να ιχνεύω
ανάξιο…
κατώτερο…
ουτιδανό…

αν πρόκειται να λερώσω
το μητρώο της ύπαρξής μου
συνένοχο
εσένα δεν θα κάνω…

Fallen angel
Stefan Eisele

Κυριακή 20 Μαΐου 2018



Προκυμαία


Προχωρούσα
στη προκυμαία της νύχτας
τα κύματα
ήταν άνθρωποι
στόματα ορθάνοιχτα
μάτια βγαλμένα
άδειες κόγχες
που αιμορραγούσαν

σφιχταγκαλιασμένοι
οι ζωντανοί
με τους νεκρούς
σε μια μολυσμένη ερωτική επαφή
του αιώνιου
με το φθαρτό
αντάλλαζαν ηδονικά
σπέρματα φρίκης
οράματα ριπαίου χρόνου
και ακαθαρσίες φωτός
   
φωνή δεν άκουγα
μονάχα γέμιζα
τον αρχαίο πόνο
που με πλημμύριζε σαν λάσπη
και δυσφορούσα

στη παλάμη μου ένιωσα
ένα χέρι παιδικό
γύρισα και είδα
ένα αγόρι
με στήθη γυναικεία
με ουρά ψαριού
να με κοιτάζει λαίμαργα
να με απορροφά
σ’ ένα φωτοστέφανο που ανάπνεε
είμαι ένας ανήλικος ήλιος
μου είπε
και ήταν η φωνή του συριγμός
σαν δελφινιών φωνή
που μου τρυπούσε το κεφάλι…

κάποια μέρα θ’ ανατείλω
όμως ο κόσμος θα είναι πια νεκρός
κι έτσι μονάχος θα λουστώ όλο το ακριβό μου αίμα
δεν είναι ένας αφόρητος λυγμός;

τα λόγια του ακολούθησε
ένα γέλιο που σάρκαζε το χρόνο
ένας παραφρονικός ρυθμός
που άλλο δεν άντεχα

ξύπνησα έντρομος

το στόμα μου ήταν ανοιχτό
σ’ένα μορφασμό παράξενο
μάτια δεν είχα
αιμορραγούσα από τις μαύρες κόγχες μου
γύρω μου
παλλόταν
το ένιωθα
ένας ανθρωποκεανός
κάποιος νεκρός
το ήξερα
άγνωστο πως
σερνόταν ήδη
πάνω σε κάτι που έμοιαζε
με προκυμαία

ερχόταν
για να δεθεί αιώνια μαζί μου

ούρλιαξα
άηχος τρόμος
κλινικά νεκρός

μια μέρα
θα με περιμένεις;
θ’ ανατείλω
όμως θα είσαι πια νεκρός
κι έτσι μονάχος θα απλωθώ
ως τ’ακροδάχτυλα του εαυτού σου
θα το αντέξεις;

δεν είναι όλο τούτο
πες μου
ένας αφόρητος λυγμός;

Πέμπτη 17 Μαΐου 2018


Ανθρωπομέτρης


Σάρκινα λουλούδια
φυτρώνουν σε μια άρρωστη γη
πάνω τους κόκκινες δροσοσταλίδες
ο χρόνος
δηλητηριάζει τα φύλλα
και τους μίσχους
ποτίζει με ιχώρ που αχνίζει

Σε είδα ξέρεις
στ’ όνειρό μου
γινόσουν χώμα
γινόσουν δέντρα
γινόσουν σύννεφα
γινόσουν αίμα…

Ο ανθρωπομέτρης
άπλωσε ένα λευκό μανδύα
πάνω στο πρόσωπό μας
το φως τρυπώνει μέσα από τη σκέψη
η αθανασία τρυπώνει από τη προσευχή
η αγάπη απόλυτη τιμή
και δεν αντέχει
ν’αργοπεθαίνει στο περίπου…

Σε είδα πάλι
ν’αγκαλιάζεις τον ήλιο
μονάχα με το χαμόγελό σου
καιγόσουν
γλώσσες φωτιάς
εξέχεαν τα σωθικά σου
και δεν ζητούσες να εξαγοράσεις
το πυρετό με τη δροσιά
αλλά το αύριο
με το τώρα
χωρίς να ξέρεις
πως ζούσες ξανά και ξανά
όλο το παρελθόν σου
σε μια εξάχνωση του απείρου
μόνο…

Ο ανθρωπομέτρης
άνοιξε ένα από τ’αναρίθμητα κελιά του
έβγαλε έναν ανήλικο ήλιο
στον λευκό σου κόρφο τον απίθωσε
άγγιξε τα πλευρά σου
τα φτερά σου άνοιξαν
σε άγγιξε στο πρόσωπο
και η λάμψη από την ομορφιά σου
απλώθηκε σε χίλια στερεώματα
άγγιξε το μυαλό σου
για να μπορέσεις να τον δεις

κι ύστερα

χαμογελώντας σαν μικρό παιδί
με μια του κίνηση
χώρισε το σώμα απ’το κεφάλι
και το ζεστό σου αίμα
που πλημμύρισε την μαύρη θάλασσα
του απείρου

έγινε γεννήσεις
έγινε θάνατοι
έγινε ρίγος
έγινε χώρος
έγινε άνθρωποι



ξανά…

Σάββατο 5 Μαΐου 2018




Όπως
ο οίκτος που δεν γίνεται συμπόνια
και δεν βαφτίζεται στην απέραντη θάλασσα της περιχώρησης
που δεν τολμάει να σκεπάσει με τις φτερούγες της 
η ψυχή
το Άγνωστο
διακινδυνεύοντας
ό,τι είναι ακριβότερο απ’τη στιγμή
έτσι ομοιάζοντας
το μικρό κερδίζει τις καθημέριες μάχες
και το Απόλυτο χαμηλώνει το βλέμμα

και ξοδεύει άπληστα
με θράσος
όλη την Αγάπη Του ο Ένας
στο αιώνιο
που δεν φυλακίζεται

φιλοξενώντας απρόθυμα
τον Πρώτο και τον Έσχατο
στοχασμό και πόθο

στη φωτιά Του την ονειρεμένη από την Αρχή του


για τον άνθρωπο




Τετάρτη 25 Απριλίου 2018


Κέρας


Ανάσαινε η γη ανθρώπους
εκείνο το χειμώνα

δεν το θυμάσαι όμως
ήσουν αγέννητος ακόμα

είχε μια απόκοσμη ομορφιά ο ουρανός
τόση
που δεν τολμούσες να σηκώσεις το βλέμμα
και να τον κοιτάξεις
και στην χόβολη εκείνη των ψυχών
ετοίμαζε τις νέες του αφηγήσεις
ο Ασπιδοφόρος

μα ήσουν στο ταξίδι σου
στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
και δεν θυμάσαι

κάποια στιγμή
όταν το κρύο είχε διατρήσει τη σκέψη μας
όταν το μοναχικό μας δώμα
δεν άντεχε άλλους λυγμούς
κι όταν οι πολεμιστές
είχαν αρχίσει να μουρμουρίζουν
και να σπαθίζουν νευρικά το τίποτα
ο Ασπιδοφόρος άρχισε να τραγουδάει
και όλοι
να ξέρεις
σώπασαν

σώπασαν

το έρμα του Κόσμου
στη ψυχή μου μεγάλο
ω Κύνα και Απρόσιτε Πατέρα
το έρμα του Ανθρώπου
αβάσταχτο έκανες φορτίο
για μένα
ω Μητέρα Λευκή
και Πεπολοφόρα Δέσποινα
το φορτίο έκανες μεγάλο…

και αμίλητοι άκουγαν όλοι
κι ακόμη
έκλαιγαν
έκλαιγαν όλοι σου λέω
γιατί στη χόβολη θέριευαν οι φλόγες
κι ύστερα σβήναν πάλι
γιατί ο χειμώνας γινόταν άνοιξη και καλοκαίρι
και φθινόπωρο
σε μια στιγμή
και όλες οι μάχες της Δημιουργίας
ζωντάνευαν μπροστά μας
από το άχρονο κάποτε
στο απύθμενο κάπου…

ω Άδη ζωφερέ και αφιλόξενε
και συ Στύγα με τη μελανόχρονη ρύση
το έρμα του πόνου είναι ασήκωτο για μένα
κυκλώπειο τούτο το έργο
για τους σάρκινούς μου ώμους 
ω Περσεφόνη ευήμερη και συ Ίσιδα σκοτεινή μητέρα
της αιώνιας θηλυκής ανάσας
μην με λησμονήσετε…

μην με λησμονήσετε…

και φούντωσε κι άλλο η φωτιά
και οι αιώνες σχηματίστηκαν λες απ’το αρχέγονο σκότος
και πήραν μορφές
γινήκαν άνθρωποι και ήρωες και θεοί!
και ο Έρωτας και ο Ζαγρέας και η Εκάτη
και τα ορφανά παιδιά του κόσμου
που άνοιξαν τα μάτια τους
και τα μικρά τους χέρια
και επαιτούσαν
το μερίδιο ανθρωπιάς που τους αρμόζει
και δεν θα το χορτάσουν ποτέ…

και χοροί συμπαντικοί στήθηκαν γύρω μας
και στα στήθια μας η καρδιά πήγαινε να σπάσει
και στα κεφάλια μας μεγάλωνε το ερπετό…

το ερπετό…

και ξαφνικά
σιωπή

κι ύστερα

σιγή…

μα εσύ
στο κέρας του απείρου γλυκά κοιμόσουν
και ευτυχώς
γεννήθηκες
χωρίς την αρχή
ούτε το τέλος που σου έχυσαν στα σπλάχνα
να θυμάσαι




Into the void
Matej Zalokar 

Δευτέρα 23 Απριλίου 2018



Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε τον ουρανό

τα σύννεφα
άνθρωποι

έκαναν κύκλο πάνω απ’το κεφάλι του

η ένταση
κυμάτισε σαν θάλασσα
πάνω στο δέρμα του

τα χείλη του
λες και ήταν έτοιμα να εκραγούν
σε στερεώματα φωτιάς

και όποιος έχει αγαπήσει τον αδερφό μου
μια φορά
χίλιες φορές θα έχει αγαπήσει εμένα

είπε

κι ύστερα από λίγο

άρχισε να βρέχει…

Τρίτη 17 Απριλίου 2018



Νύχτες Βαλπούργιες



Το σώμα αντιδρούσε
Είναι ζωντανό…
Το βλέμμα απλωνόταν ολόγυρα

Έχεις πάντα μια λέξη προδοσίας
Να δροσίζει τα χείλη
Αλίμονο
Χωρίς αυτή
Φωνή δεν έχω…

Το κεφάλι αριστερά
Ερωτευμένο με την κλεμμένη Καρυάτιδα
Το κεφάλι δεξιά
καρφωμένο στον ποδήρη χιτώνα Του

Μια κούπα κώνειο
Τον χώριζε από την έξοδο
Την έξοδο απ’τη στιγμή
Κι εκείνος
Ήπιε μέσα στo δηλητήριο
Όλο το εγώ του…

Τα χέρια κολλημένα στο σώμα
Τα πόδια ανοιχτά
Ο άνθρωπός σου Λεονάρντο
Δεν έχει ορίζοντα
ανάπτυγμα δεν έχει ακόμα
Έχει μονάχα δέρμα
Και πληγώνεται απ’τις υλακές του χρόνου…

Το στόμα αφίλητο
Τα μάτια χώμα

Έχω πνοή
Απ’του Αχέροντα το στρώμα
Κι έχω δακρύσει τόσο
Φεύγοντας απ’την Εδέμ
Μόνος
Και κάποιες νύχτες Βαλπούργιες
Για το αγέννητο άστρο της γενιάς μου
Κλαίω ακόμα…