Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018



Δαφοινό


Εγώ
με τα χέρια μου
θα σκάψω το χώμα που πάτησες
βαθιά
ώσπου να βρω το αίμα μου
να το αντλήσω με τα δάχτυλά μου
να μεταγγίσω στο κορμί μου
το δαφοινό του πνεύμα
να αγριέψει ο μερωμένος του αφρός
ν’αρχίσει ν’ανασαίνει πάλι…

έπεσαν όλοι οι βράχοι
απ’τον ουρανό
η Γη ανάποδα γύρισε
κάτω απ’τα πόδια μου είναι τα σύννεφα
κάτω απ’το βλέμμα μου
είναι πια το άπειρο
κρατιέται ο αιώνας
από μια κλωστή
δεν έχει αρθρώσει ο Προφήτης
τη φοβερή απειλή
που θα μαυρίσει το στερέωμα
αιχμάλωτος σύρθηκε
ως τα έγκατα της συγνώμης
δεν ήξερε
δεν μέτρησε τις ιαχές
δεν συρρικνώθηκε σε μια πρανή κηλίδα
και ποιος θυμάται
όσους αμέλησαν το Απόλυτο;

Λοιπόν
εγώ
με τα χέρια μου
με όσα δάχτυλα μάτια
μου απέμειναν
με τις φλέβες σχισμένες
και το ιχώρ της Εκάτης
να ραντίζει το χώμα
εγώ θα σκάψω
όσο βαθιά μπορώ
όσο βαθιά τολμώ
θα σε ξεθάψω
απ΄το γεωργό σου μνήμα
στη βρυαρή σου νιότη
θα σ’αναστήσω
θα σου φυσήξω ζωή
στα πνευμόνια
και θα σε περιμένω
να ψελλίσεις
το ακατανόητο
για μια στιγμή
προτού χυθείς ξανά
στο αδαμικό σου στρώμα…

ένας Απόλλωνας μικρός
μια δέσμη άκτιστου πρωινού φωτός
το πρώτο μου ποίημα
τα παιδικά μου δάκρυα

ό,τι κι αν έχω
ό,τι απέμεινε

κείνο το άγγιγμα του πρώτου ήλιου
η δαμασκηνιά αυγή του φεγγαριού
οι αδέξιες ζωγραφιές μου
το μυστικό χάδι της μητέρας μου
και οι στερνές κουβέντες του πατέρα μου

εγώ
με τα ίδια μου τα χέρια
αλήθεια στο λέω

στα φέρνω εδώ
στο αρχαίο σου δώμα
τα καταθέτω
αν είναι κάτι να’χεις δίπλα σου
η πιο ακριβή μου αλήθεια να είναι

μαζί σου
στο αιώνιο που θάλλει
και δεν υπόσχεται τίποτε…





Pistas


Εύθραυστος


Κάποτε γνώρισα έναν άνθρωπο
εύθραυστο
σαν την πρωινή δρασκελιά της θάλασσας
είχε δυο χέρια
σαν πήλινες προσευχές
ζεστά και όμορφα
μα φοβόσουν να τα σφίξεις δυνατά
μήπως και σπάσουν…

περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους
και άφηνε ίχνη ζωηρά
χαμογελούσε
και η ανάσα του ζωγράφιζε ξανά τον κόσμο
κοιτούσε με ένα βλέμμα
που είχε την αλήθεια του πόνου
και την ιερότητα του χώματος

περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους
και η ευγένειά του χαράκωνε τη χυδαιότητα
σαν το διαμάντι το γυαλί…

κι όμως
τούτος ο απλός ουρανός
έγινε μεγάλος και απέραντος
έγινε μικρός και αθέατος

μια μέρα

τούτος ο δροσερός καημός
ανάσανε μια τελευταία φωτιά
και από τους πνεύμονές του
ξεχύθηκαν τα μικρά παιδιά
του Απείρου

και αγκάλιασε την ύπαρξή του
δυνατά
πολύ δυνατά

κι έσπασε σε μικροσκοπικά
υπέροχα

αστέρια…






**+**

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018


Άτλαντας


Σε φθινόπωρο τόπο
θ’ αποθέσω τους νεκρούς μου
ένας προς έναν
θα φωλιάσουν στο έμψυχο χώμα
και το αίμα τους θα πιει ο πρανής
γενέθλιος ήλιος

οι ανάσες όσων κρεμάστηκαν
απ’τα σύννεφα
θα μπερδευτούν με το ιχώρ του ανέμου
οι ματιές όσων ξοδεύτηκαν στην άνιση πάλη
φυλακισμένα θα έχουν για πάντα
όσα βιώθηκαν την ύστατη ώρα
και στο στερέωμα του Άδη
τα βλέμματα του πόθου
θα μιχτούν
με τις ιαχές των προγόνων

περιμένουν
οι ώρες με δόντια που τρίζουν
περιμένουν
οι λαχτάρες των αγέννητων ανθρώπων
κι εγώ έχω το φορτίο μου ολόκληρο σύμπαν
Άτλαντας
στο σημείο που στέκομαι τώρα

Όρθιος λοιπόν
και στητός ακόμη
πασχίζω
πάνω στο κέντρο του κύκλου
τα χέρια μου
απ’το κορμί
κεραυνούς ν’απλώσω
μυαλό και σώμα ν’αρμονίσω
το μέγα Ύψιλον
αυτό να αιωνίσω… 


Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018


Ξημέρωσε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σα να με γέννησε η σιωπή
σε σαρκοφάγο άσύλητη
του Χρόνου

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα παρθένα δάκρυά μου
άκουγα μέσα στη σιγή του πρωινού
να με καλείς
κι ανασταινόμουν

Έχτισα κύτταρα
Έχτισα βλέμμα
Έγινα αίμα και κορμί
Έγινα πνεύμα

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

ολόκληρος φωτιά
νύχτιο σπέρμα

σκίρτησα...

σαν άστρο στο γλυκό σου ουρανό
πόθησα να λάμψω
να φυλακίσω τις ενέργειες
να γίνω ρόδακας φωτός
να πλύνω τα μαλλιά σου
στην πρωτανάσα μου

ρίγησα...

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα ζεστά μου δάκρυα

Χωρίς φωνή εγώ
Ολόκληρος εσύ

Και αγγίγματα παράξενα

Και λαιμητόμες σκέψεις

Και σπαράγματα ιαχών

Και προδομένες πόλεις

Και υετοί ονείρων

Και λιακάδες...

Χωρίς στερέωμα εγώ
Μα ολόκληρος εσύ

Ξημέρωνε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σαρκωνόμουν...

και ήταν άγριος άνεμος
αυτός που μού'φερε στο πρόσωπο
το κάλεσμά σου
τον καλοδέχτηκα...

Χωρίς εμένα εγώ
Όλος εσύ

Χωρίς το άλγος του αύριο
αψηλάφητος

Χωρίς της ειμαρμένης το λυγμό
αξόδευτος

Χωρίς το πένθος της φθοράς

Αιώνιος


Ακέραιος εσύ...


[ … illuminated ]

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018



Λευκή Ελπίδα

Τον βάφτισαν
‘Ο άνθρωπος – ψάρι’
Πριν γεννηθεί
τον μαχαίρωσαν
στο υπογάστριο
Το ένα του μάτι
διογκωμένο
έβλεπε την μειλίχια προστυχιά της μέρας
το άλλο
σφαλισμένο επιδέξια
ζωντάνευε τη νύχτα
όνειρα πυρός

Ο δόκτωρ Μέγκελε
εκείνης της μαύρης πτέρυγας
που ακόμα βρωμάει και ζέχνει
φύτεψε τον πυρετό στη μια αδελφή
και την άφησε να πεθαίνει
και η δίδυμη κλαίγοντας
της έφερνε βροχής νερό
μέσα στο στόμα
γιατί αν πέθαινε η μια
χανόταν και η άλλη

οι δεσμοφύλακες διασκέδαζαν
έβαζαν στοιχήματα
αν θα τα καταφέρει…

Λευκή ελπίδα

Ο άνθρωπος – ψάρι
κουρνιαξε στο ουρλιαχτό του
και περίμενε
σαν ήρθε ο νοσοκόμος της αυγής
του έμπηξε το καρφί στο μάτι
άνοιξε την πόρτα της παράγκας
κι έτρεξε στο αιώνιο
να βρει κείνο τον ήλιο
που του υποσχέθηκαν

κι όταν άκουσε
τις πρώτες ριπές να μπολιάζουν την αυγή
με το αίμα του
γύρισε κι είδε τις δυο αδελφές
πιασμένες απ’το χέρι
να χαμογελούν

στην απέναντι πτέρυγα
ο ήλιος είχε ανατείλει…



Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2018




Απελάτες


Εδώ
στα ειναικά μου σύνορα
τους περιμένω

ακρίτης
στο φυλάκιό μου
όσο θυμάμαι τον εαυτό μου
το αρχαίο νεύμα προστατεύω
το φιλί της θάλασσας με το στερέωμα
ονειρεύομαι
της Μάνας τον μυστικό Γάμο με το Αιώνιο
στοχάζομαι
τραγουδώ
παλεύω να κατανοήσω

από τα σπλάχνα μου θα βγει το τέρας
μια μέρα να ορθώσει ανάστημα μπροστά τους
εκείνοι θα το τοξεύουν από μακριά
κι εκείνο θα ουρλιάζει κάτω απ’τη λάβα του εσπερινού
και θα νικιέται πάντα
και πάντα θα σηκώνεται

εδώ
στο ακροτελεύτιο σύνορο
της ιαχής μου
τους περιμένω

με την προβιά του πρώτου ανθρώπου
σκεπάζομαι τα βράδια
με την ανάσα των νεκρών συντρόφων
με παρηγορώ τα πρωινά

μόνος δεν είμαι
και ολόκληρος μαθαίνω
ένα προς ένα
όλα τα ονόματα του ήλιου
που με στεφανώνει…




Kaven Hosseini

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2018




Εκείνος κλεισμένος μέσα στο ναό
έφερνε κάθε μέρα λίγο απ’τον εαυτό του
κομμάτι κομμάτι
τον συνέθετε ξανά…

ο βωμός
ήταν ένα άσχημο πουλί
ένας πελώριος πτωματοφάγος με μακρύ λαιμό
βαλσαμωμένος από αιώνες
ένας ηωβόρος φτερωτός θεός

εκείνος τον φυλούσε, τον κοιτούσε
τον φοβόταν
τον λάτρευε

τον περίμενε
ήξερε πως θα ερχόταν κάποτε η μέρα

πως εκείνη η μέρα ζύγωνε 


που το πουλί θα ζωντάνευε ξανά


και θα τον κατανάλωνε…

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2018



Στην κόψη του ξυραφιού…
Η φωνή μέσα μου σαν αντήχηση… σαν μυστικός ψαλμός… 

Στην κόψη του ξυραφιού… έτσι να ζεις…

Το τέλος… ποιο τέλος;
Η αρχή… ποια απ’όλες;
Φροντίδα και μέριμνες… οι εποχές… η μια μετά την άλλη…
Ένας κατεστραμμένος πίνακας κάποιου ζωγράφου που πέθανε άγνωστος…
Χειροποίητο…
Ένα μισοσβησμένο ποίημα… δεν βγάζεις νόημα… λέξεις που χύθηκαν ανάκατες πάνω στο λαδωμένο χαρτί…
Η μοναξιά… αυτή σε σβήνει… σε ακυρώνει… σε κάνει άηχο… νιώθεις, έτσι λες… πως νιώθεις… όμως για σκέψου ένα πρωινό που θα φορέσεις τα ρούχα σου και δεν θα νιώθεις… φαντάσου…

Στην κόψη του ξυραφιού…
Η φωνή επιμένει… σαν ανάσα ετοιμοθάνατου… ρόγχος… αγωνία για ύπαρξη… αγωνία για οτιδήποτε… ακόμα και για το πέταγμα ενός πουλιού… Η φωνή ανασαίνει…

Στην κόψη του ξυραφιού… έτσι να αγαπάς…

Στο κάτω κάτω δεν ήξερες… πώς μπορούσες να ξέρεις; Τι είναι τα χέρια σου; Τι θα κρατήσουν; Τι είναι τα μάτια σου; Τι θα δουν; Πώς μπορούσες να ξέρεις; Τι είναι οι φλέβες σου; Ποιο αίμα τρέχει μέσα σου; Δεν θα μπορούσες να ξέρεις…
Ξεκίνησες κάποτε τις ανακρίσεις… ρωτάς το σώμα σου και δεν πονάει… ρωτάς το φόβο σου και δεν ουρλιάζεις… ρωτάς τις νύχτες και δεν ξημερώνουν…
Κανείς δεν ξέρει…

Στην κόψη του ξυραφιού…
Κλείνω τα μάτια μου… όχι για να σε κρατήσω μέσα μου… για να μην με απειλείς άλλο πια… κουράστηκα να σε κοιτάζω όπου γυρνώ… Ναι… σε ακούω άλλα δεν αντέχω άλλο να σε βλέπω
Στην κόψη του ξυραφιού… έτσι να πεθαίνεις…

Μην αγοράζεις άλλο χρόνο… δεν χρειάζεται… δεν πρέπει…
Μην αγοράζεις άλλα ψέματα...
Ήξερες!

Και βέβαια ήξερες…



Hornbeam avenue

Τρίτη 17 Ιουλίου 2018




Η ημέρα


Ο άνθρωπος με το ανεξιχνίαστο βλέμμα ήταν υπερήφανος που είχε την ημέρα. Καμάρωνε για τούτο το έργο, το ολόδικό του. Μοιάζει με την ανάσα μου, σκεφτόταν. Η ημέρα είναι το δικό μου έργο, είναι αληθινό, είναι η δημιουργία μου. Και με το πιο πλατύ χαμόγελο που θα μπορούσε να αντέξει το πρόσωπό του, αποφάσισε να αποδράσει σ’αυτήν.

Η ημέρα του θα ξεκινούσε κάπως μελαγχολικά. Θα επισκεπτόταν ένα μνήμα.

Ήρθα να σου μιλήσω πατέρα, είπε δυνατά. Ήρθα να σου μιλήσω για τον παιδικό μου ήλιο, για την εφηβική μου άνοιξη, για το χειμώνα της ενηλικίωσής μου. Τι απόγιναν εκείνα τα βράδια που μοιραστήκαμε τα όνειρά μου; Τι απόγιναν εκείνες οι βόλτες κάτω απ’τον ήλιο της ωρίμανσής μου; Τι απόγιναν εκείνα τα πρωινά στη θάλασσα του φόβου; Δεν έχω εκείνο το βλέμμα πια πατέρα. Όμως, έχω κάτι σπουδαίο και ήρθα να στο πω. Έχω πια την ημέρα. Την πρώτη αληθινή, δική μου. Και ήρθα με ένα χαμόγελο να στο πω. Στο αφήνω τούτο το χαμόγελο εδώ και φεύγω για να τη ζήσω.

Η επόμενη στάση του ήταν ένας βράχος, δίπλα στη θάλασσα. Κάπου εδώ έχω ξεχάσει εκείνο το βλέμμα μου, είπε και άρχισε να ψηλαφεί το βράχο. Ύστερα από λίγα λεπτά, χαρούμενος για την επιτυχία της αναζήτησης, κάθισε στο μικρό βράχο και σιωπηλός μίλησε στη θάλασσα.

Δεν με ξεγελάς με το απέραντό σου αδελφή μου. Έχεις φωλιάσει στο γνόφο του Αγνώστου και μονάχα οι ποιητές μπορούν να σε διαβάσουν. Κρύβεσαι όσο μεγάλη κι αν είσαι. Είσαι άγνωστη, μυστηριώδης αλλά δεν είναι εκεί η γοητεία σου. Οι ποιητές μοιάζουν με τα μικρά παιδιά, νομίζουν πως συντονίζονται με την αναπνοή του κόσμου. Εσύ όμως ξέρεις, τίποτε απ’αυτά δεν είναι αληθινό. Μονάχα τούτη η ημέρα είναι αληθινή και δεν θα μοιραστώ το βλέμμα της μαζί σου. Γιατί εσύ ξέρεις μονάχα να κλέβεις τα βλέμματα. Όμως, εγώ βρήκα εκείνο που αναζητούσα και σε αφήνω τώρα.

Κάποια στιγμή, βρέθηκε σε μια παγωμένη περιοχή του κόσμου. Σε μια φιλόξενη, ζεστή γωνιά, επισκέφτηκε τη φωλιά δυο λύκων που προστάτευαν τα τρία μικρά τους. Ο αρσενικός αντιλήφθηκε την παρουσία του και αντέδρασε με ένα απαλό γρύλλισμα. Η θηλυκιά έδειξε προς στιγμή τα δόντια της αλλά σύντομα παραμέρισε και άφησε τον άνθρωπο με το ασύνορο βλέμμα, να πλησιάσει τα μικρά που είχαν κουρνιάσει δίπλα της.

Για σας ήρθα ως εδώ αδέλφια μου. Για σας. Είστε η υπόσχεση μιας υπέροχης ζωής και το ανυπότακτο και ανεξημέρωτο της φύσης σας μου ταιριάζει όσο τίποτε άλλο. Ήρθα να σας αφηγηθώ τη ζωή μου. Θα μείνω και θα μεγαλώσω μαζί σας. Όσο η ημέρα μου να φτάσει στο μεσουράνημά της, όσο η αναπνοή μου να γίνει αξεχώριστη με τη δική σας, όσο η καρδιά μου, θα αντέχει να στοχάζεται τη θνητότητά σας.
Κι ήρθε το μεσημέρι και αποφάσισε να εγκαταλείψει την οικογένεια των λύκων. Και μετά, έφτασε σε έναν οικισμό ψαράδων, σε κάποιο άγνωστο, απόμακρο νησί της Γης. Κάθισε να γευματίσει με μια πολυμελή οικογένεια σε μια ταπεινή καλύβα, πάνω απ’τη μελαγχολική θάλασσα. Ο πατέρας μιλούσε σε μια ακατάληπτη γλώσσα και συχνά γελούσε. Η μητέρα καθόταν σιωπηλή και έτρωγε από το κοινό μεγάλο βαθύ πιάτο. Τα έξι παιδιά, καθισμένα το ένα στριμωγμένο δίπλα στο άλλο, δεν αντιδρούσαν. Μονάχα το μικρότερο, ένα όμορφο κοριτσάκι, είχε στυλώσει το βλέμμα του στον άγνωστο επισκέπτη και δεν έτρωγε.

Για σένα ήρθα μικρή μου αδελφή. Για σένα. Ήρθα λοιπόν, να ξέρεις, ως εδώ, γιατί ήθελα να συνομιλήσω με το απροσδόκητο, με το νημερτές, το αείρροο… κάποτε θα αναζητήσεις κι εσύ το δικό σου βλέμμα αδελφή μου, θα το αναζητήσεις με πάθος… σου εύχομαι να έχεις τη φωτιά από τα ηφαίστεια της Μάνας και την ευρύτητα του Ωκεανού που θρέφει την οικογένειά σου. Εσύ είσαι όλοι οι άνθρωποι, αυτό να ξέρεις κι όταν στρέψει κάποιος το σκληρό του βλέμμα πάνω στο δικό σου Αχανές, να ξέρεις, κι αυτός εσύ είσαι … και δεν θα σκληρύνει η καρδούλα σου…

Ήταν κιόλας απόγευμα. Ο άνθρωπος με το Αχανές στο βλέμμα του, βιαζόταν. Έφτασε στα πέρατα του κόσμου, σε μια απόκρημνη κατάξερη βραχοσειρά που την είχε ψήσει ο ήλιος και κάθισε έξω από τη φωλιά ενός αετού. Υπήρχε ένας νεοσσός εκεί που τον υποδέχτηκε κουνώντας τα αδύναμα φτερά του και άνοιξε το στοματάκι του. Ελάχιστα μετά, ακούστηκε το φτερούγισμα του πατέρα του που ερχόταν να το ταΐσει. Η μάνα το είχε αφήσει μόνο του για λίγο, θα το τάιζαν εναλλάξ για καιρό ακόμα. Ο πελώριος, πανέμορφος αετός κάλυψε με τις φτερούγες του τη θέα του μικρού και από το ράμφος του κρεμόταν ένα διαμελισμένο ζωάκι. Άρχισε να το κόβει σε κομματάκια και να το χώνει στο ορθάνοιχτο στόμα του μικρού που έκρωζε τρισευτυχισμένο. Ο άγνωστος με το βλέμμα του Απείρου χαμογέλασε.

Ήρθα για σένα μικρέ μου αδελφέ. Κάποτε θα ορίζεις με το πέταγμά σου όλο το στερέωμα. Μα τώρα, δεν το ξέρεις, τώρα είσαι αναπαυμένος στις φροντίδες του βασιλιά πατέρα σου. Κι όμως, μπορείς να μ’ακούσεις. Θέλω να σου αφηγηθώ τη ζωή μου και δεν έχω πια άλλο χρόνο. Όταν θα μεγαλώσεις και το ανάπτυγμα των φτερών σου καλύψει τις φαντασιώσεις των βάρδων της νύχτας, τότε θα ακούσεις τη φωνή μου… θα με καταλάβεις, θα το αφηγηθείς κι εσύ στο στερέωμα που θα δονείται από τις ιαχές σου…

Η ημέρα τελείωνε και θλίψη γέμισε την καρδιά του ανθρώπου. Πριν επιστρέψει, έπρεπε να πάει κάπου ακόμα.

Ήταν ένα συνηθισμένο, μικρό διαμέρισμα κι ένα συνηθισμένο υπνοδωμάτιο. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ξαπλωμένη. Κάτωχρη, σιωπηλή, έτοιμη για το ταξίδι της. Στο προσκεφάλι της ένας άντρας της κρατούσε το χέρι. Είχε την ηλικία της ίσως λίγο μεγαλύτερος και τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και πρησμένα. Είχε έναν απαλό, εσωτερικό λυγμό που του έφερνε μια μικρή δύσπνοια. Το οστεώδες, μικρό χέρι της γυναίκας ήταν χωμένο στο μεγαλύτερο δικό του και εκείνος το έτριβε με άπειρη τρυφερότητα ενώ που και που το έπλενε με τα δάκρυά του.

Για σένα ήρθα αδελφή μου, είπε ο άνθρωπος με το Πρώτο Βλέμμα στα μάτια του και είχε ένα παράξενο φως στο πρόσωπό του. Για σένα και τη μοναξιά που κληροδοτείς. Τη μοναξιά που κληρονόμησες κι εσύ κάποτε. Κι όμως, δεν ήρθα να σου πάρω τον πόνο γιατί δεν το έχεις  ανάγκη. Ήρθα για να σου αφηγηθώ τις τελευταίες μου ενοράσεις για το Απόλυτο και να ζεστάνω την καρδιά εκείνου που σε λατρεύει και υιοθέτησε το λυγμό σου και τον ανασαίνει τώρα. Οι νύχτες του πια θα είναι απέραντες σαν τις ερήμους της Γης και ο ήλιος δεν θα ανατείλει ποτέ πια. Όμως, έχεις φροντίσει να μην αδικήσει το χρόνο που του απομένει με τον αιώνιο θρήνο για το μάταιο του βίου. Ετοίμασες ένα υπέροχο δείπνο αναμνήσεων για κείνον και να το ξέρεις, από τούτο το φαγητό, δεν θα χορτάσει ποτέ του.

Ήταν ώρα να επιστρέψει.

Αρπάχτηκε από το φεγγάρι που συνόδευε τα βήματά του, έκλεισε κάτω απ’τη μασχάλη του το μικρό σακίδιο με τα άχρονα όνειρά του, πήγε στο μικρό παρκάκι που είχε την πρώτη ανάμνηση της σάρκινης πορείας του στον κόσμο, ξάπλωσε σε ένα μοναχικό παγκάκι, έβαλε το σακίδιο κάτω απ΄το κεφάλι του και με το ομορφότερο χαμόγελο που θα μπορούσε να αντέξει το πρόσωπό του, αποκοιμήθηκε.


05.05 PM

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018



Κι αν είναι τρομερό
και ασύμβατο ακόμη
ξυπνώντας απ’τον αρχαίο σου ύπνο
το πρώτο που αντικρίζεις
να είναι η λαιμαργία του Κτήνους
για το είναι που ρέει πάνω στο σώμα σου

προσποιήσου

ότι ληθαργείς ακόμη
ότι δεν είσαι ορατός
πως δεν μπορείς να μιλήσεις
για τίποτα τάχα
χωρίς να το προδώσεις
κι Εκείνο που τρέφεται από το ήπαρ των μικρών ημερών
δεν θα σ’ ενοχλήσει
θα σε προσπεράσει
κι αθέατος
αλλά ξυπνητός
άνοιξε τα χέρια σου
κι αναρριχήσου
στον πρώτο ουρανό
που θα προβάλλει και θα σαρκωθεί

απ’το ανοιχτό σου στόμα…





 Birth