Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

Κένταυροι


Στα σώματα
ξέσπασε η μανία του
και παραμόρφωσε τα μέλη
ρυτίδες υλακές διακρίνουν
το ανόσιο από το ιερό
το νοσηρό απ’το ωραίο
στο δάκρυ μόνο
αόρατες…

Με δική μου ευθύνη
με αρνήθηκε η Τάξη

Στα σώματα...

μισοί σοφοί
μισοί αγύρτες
μάχες και οπλές
όπλων ιαχές
α-λόγου ανθρώπου
πύρινο αίμα

Με δική μου ευθύνη
ποντίστηκα σε ωκεανούς
λιπαρής μισανθρωπίας

Στα σώματα...

στα πρόσωπα
εκεί εκδικήθηκε
έραψε τα στόματα
πριν καν μιλήσουν
σφάλισε τα μάτια
πριν προλάβουν να δουν
όπλισε ενόχους τα δάκρυα
και δολοφόνησε

ούτε γέροντας λερός
ούτε νεανίας ευνούχος
με δική μου ευθύνη
ούτε πόρνος
ούτε αγνός

Κένταυροι

Τρομαγμένοι, βλάσφημοι
νύχτια πληγωμένοι
κι εωθινά ξανά γεροί
από αθανασίας περίσσεια
μολυσμένοι
ελεύθεροι , επηρμένοι
σοφία μεθυσμένοι
και τρελοί… 

 

 

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022


 

Ένας παρατημένος κόσμος

μεθοκοπάει στη γύμνια του

μπροστά από οθόνες που χαμογελούν

σαρκαστικά

σαν μονομάχοι σε αρένες

που δεν έχουν πια αντιπάλους

και στα μεγάλα βάθη του είναι

άηχος πόλεμος

σιωπή και θάνατος

 

ακόμα δεν βιώθηκε

όλη η απουσία

κι όλο το σάπιο

δεν χωνεύτηκε

όλο το σκότος

δεν μεταβολίστηκε σε χρόνο

όχι ακόμα…

 

Ένας παραιτημένος κόσμος

γλεντοκοπάει τη φτήνια του

σε ανταμώματα του σπέρματος

και κάποτε

του χυδαίου πνεύματος

και στα έγκατα

η λαχτάρα για το αείποτε

κάθε πηγή νοήματος υψηλού

και το Ωραίο

φωλιάζουν ανυπεράσπιστα

αβοήθητα

και αχνίζουν το αιώνιο

 

Ένας ηττημένος κόσμος

 

και η αυγή

του νέου ανθρώπου

αργεί ακόμα…

 

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022


Το Άλλο Εκείνο


Αν τα γυμνά ανθρώπινα κορμιά
υψώθηκαν και κρέμονται
στο σκοτεινό όργιο του σύμπαντος
κι αν φλέγονται
και ψύχονται μαζί

απ'το "ενεργεία" στο "δυνάμει"

κάτω απ'τα βλέμματα ανήλικων θεών

είναι που ακόμη ο αιώνιος οδοιπόρος
πραγματώνει αέναα
την Οδύσσειά του
και απ'την αγκαλιά της Κίρκης
κι από τους μηρούς της Καλυψούς
ορμάει στο φως
του έσχατου θανάτου
και απλώνει στην επιστροφή
που τόσο πόθησε
μια επίκληση
στο μαύρο δίχτυ της Ανάγκης
για ν'αφανιστεί
όχι ως βασιλιάς
αλλά ως ζητιάνος

Κι η επίκλησή του
θα έχει λέξεις από αίμα
σύμφωνα από πέτρα
φωνήεντα από φως
και στο ουράνιο βλέμμα του
το Άλλο Εκείνο
που τον στερέωσε στο Είναι...

Και με ορθάνοιχτα τα μάτια
δικαιούσαι να ονειρεύεσαι

Και με κλεισμένους πνεύμονες
δικαιούσαι ν'ανασαίνεις

Ένα χωρίς Αυτό
χωρίς το Κάτοπτρο
χωρίς το Χάσμα

Εν εσαεί...

 

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

 

 


‘Πρόκειται’…

 

Αυτή θα είναι πάντοτε

η μεγάλη ώρα

όταν λοιπόν

αυτό που μειονεκτεί

ορθώνεται αλυχτώντας

για να κλονίσει

αρμούς και λόγους

έθη και τρόπους

ειναιικούς και αρχαίους

κι αυτό που υπέρκειται

έχει θολές ανταύγειες

ρηγματώσεις

και ποδάρια πήλινα

 

και τι παράξενο

σε τούτη την άβυσσο του στιγμικού

και υποκειμενικού ‘πρόκειται’

μονάχα η αλήθεια εισέρχεται

ολόκληρη

και ακέραια βγαίνει

και ντυμένη

εαυτικό φως

και άρνηση γενναία

ν’ αναλωθεί

απ’το ‘ποτέ δεν πρόκειται’…

 

 

φ Antonio Grambone

 

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021

 

Ξημέρωσε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σα να με γέννησε η σιωπή
σε σαρκοφάγο άσύλητη
του Χρόνου

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα παρθένα δάκρυά μου
άκουγα μέσα στη σιγή του πρωινού
να με καλείς
κι ανασταινόμουν

Έχτισα κύτταρα
Έχτισα βλέμμα
Έγινα αίμα και κορμί
Έγινα πνεύμα

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

ολόκληρος φωτιά
νύχτιο σπέρμα

σκίρτησα...

σαν άστρο στο γλυκό σου ουρανό
πόθησα να λάμψω
να φυλακίσω τις ενέργειες
να γίνω ρόδακας φωτός
να πλύνω τα μαλλιά σου
στην πρωτανάσα μου

ρίγησα...

Μέσα στην ένταση
που αισθανόμουνα για σένα

Κάπου με πήγαινε το σώμα μου
και τα ζεστά μου δάκρυα

Χωρίς φωνή εγώ
Ολόκληρος εσύ

Και αγγίγματα παράξενα

Και λαιμητόμες σκέψεις

Και ιαχών σπαράγματα

Και προδομένες πόλεις

Και υετοί ονείρων

Και λιακάδες...

Χωρίς στερέωμα εγώ
Μα ολόκληρος εσύ

Ξημέρωνε
σα νά'βγαινα από πέτρα
σαρκωνόμουν...

και ήταν άγριος άνεμος
αυτός που μού'φερε στο πρόσωπο
το κάλεσμά σου
τον καλοδέχτηκα...

Χωρίς εμένα εγώ
Όλος εσύ

Χωρίς το άλγος του αύριο
αψηλάφητος

Χωρίς της ειμαρμένης το λυγμό
αξόδευτος

Χωρίς το πένθος της φθοράς

Αιώνιος


Ακέραιος εσύ...


[ … illuminated ]

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

 


Ο ποιητής όργωνε με μανία το χωράφι του εαυτού του
Χρόνια και χρόνια δούλευε, κοπίαζε, στερήθηκε τον ύπνο, στερήθηκε τον κόσμο, στερήθηκε τη γλυκιά ανάπαυση της παραίτησης…
‘αφρόντιστο τούτο το κληροδότημα της Ειμαρμένης δεν θα αφήσω’ έλεγε και αρνιόταν την ‘πνευματικότητα’ με ένα μειδίασμα εωθινής ηδύτητας…

‘Ποιος είναι ο... 'πνευματικός' άνθρωπος;’, ρωτούσε τον εαυτό του, ‘μονάχα εκείνος που ξέχασε πως ποίηση είναι τα χέρια, είναι το βλέμμα, είναι η απαντοχή… 'πνευματικός' είναι κείνος που λησμόνησε τον εαυτό του σε μια πολυθρόνα και αρνείται να επιστρέψει στη σκληρή καρέκλα… 'πνευματικός' είναι κείνος που αφέθηκε στη τρυφή του μαλακού στρώματος και παράτησε το άβολο ντιβάνι εκστρατείας…’
‘στρατευμένος γεννήθηκα… στο χαράκωμα του είναι μου θα τελευτήσω…’ μονολογούσε

Την ιερότητα δεν ήθελε να εξοστρακίσει ο ποιητής
Κείνη τη μυστική ανάσα που σχηματίζει τον Λόγο στο θολό τζάμι της μοναχικής του καλύβης
Κείνο τον ερωτικό εαυτό που αναρπάζεται από τη Νύχτα και αξιώνει μια ομορφότερη μέρα…
Κείνο το σεμνό χαμόγελο της παιδικότητας που ζωγραφίζεται στα χείλη όταν όλος ο υπόλοιπος εαυτός δεν το γνωρίζει
 
Όταν ο νους δεν το γνωρίζει
Όταν η ψυχή δεν το γνωρίζει
Όταν ο χρόνος δεν το γνωρίζει…

Την μυστική συνάφεια με την Αλήθεια δεν ήθελε να προδώσει ο ποιητής
Και στερήθηκε Κυριακές με ηλιόλουστα παραδείσια βουλεβάρτα γεμάτα κοπελιές χαρούμενες και παιδιά θορυβώδη
Και στερήθηκε απογεύματα δίπλα στην αιωνιότητα της σιωπηλής θάλασσας
Και στερήθηκε πρωινά ζεστά που ακουμπάς τον ήλιο στο μάγουλο και είναι σα χάδι ερωμένης
Και είναι σα φιλί μοναχοκόρης πριν φύγει για το σχολειό…

Την αδειοσύνη της επίγνωσης αναζήτησε ο ποιητής
Και εργάστηκε σκληρά
Φιλόπονα
Απάνθρωπα
 
Στο εργαστήρι του εαυτού
Στο λατομείο της θλίψης
Στο εργοτάξιο της φθοράς

Έμεινε ως το τέλος όρθιος
Δάκρυσε μονάχα λίγο στο στερνό του συναπάντημα με τον ήλιο
‘δεν σε γνώρισα καλά αδελφέ μου, δεν σε φίλεψα σάρκα, δεν σου χάρισα αίμα, δεν σ’έκλεισα στη χούφτα μου με μανία…’ ψιθύρισε κομπιάζοντας
‘με συγχωρείς… απλώθηκα πολύ ως το απέραντο του φόβου και δεν σε πρόλαβα… χάραξέ μου το σαρκίο πριν αποδρομήσω… δεν φεύγω ικέτης… έρχομαι θεωμένος, έρχομαι φωτεινός!’

Κοίταξε τα κουρασμένα χέρια του
Και δεν λυπήθηκε
Άγγιξε τα κουρασμένα μάτια του
Και δεν λυπήθηκε
Χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά του
Και δεν λυπήθηκε
Γύρισε, κοίταξε το φτωχικό του δώμα
Και δεν λυπήθηκε

Έγλειψε τα στερημένα χείλια του
 
Και αναλύθηκε σε λυγμούς


"Temenos #8: The Poet"  Oil, Acrylic on Canvas (46 in x 66 in)  (Collection of Jason Hughes) 
 

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021

 


Ζεύγη ομοίων
τόσο όμορφων
φυσαλίδες γαλακτόχρωμες
που ανέρχονται νωχελικά
στο αρχαιώνιο φως…

ζεύγη λυγμών
παράξενων κι ερωτικών
που έλκονται απ’το νάρκισσο φως
στην εμπνοή του κόσμου
ν’ανοίξουν μια
κι ύστατη μαζί φορά
να εκδηλωθούν
να ταξιδέψουν…

ζεύγη στιγμών
που δεν ενώθηκαν ποτέ
όμως μαζί βρήκαν το δρόμο
γλίστρησαν ανάμεσα
απ’τ’αμίλητα δέντρα
και τις κλεισώρειες του βυθού
πέρασαν απ’το σκότεινο στο ευγενές
θυσίασαν το πένθιμο
έκλεψαν τον ελιγμό του Ενός

και δραπετεύουν στο έσχατο…