Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026



Όπταις άμμε


Οι άνθρωποι συναντιούνται
με καρβουνιασμένα δάχτυλα
δίνουν χειραψίες
χωρίς αποτυπώματα
κι αποκεφαλίζουν τις ηδονές τους
σε γωνίες με παιδιά – αυταπάτες
σε γήπεδα με φοβίες – όχλους

…κλειστό είναι μάτια μου
το παράθυρο του πρώτου σου βλέμματος
αλλά έχεις ακόμα δροσιά στα χείλη
κι ας καίγεσαι απ’τον πόθο
να κάνεις τη σάρκα σώμα
και το σώμα να επιστρέψεις
ανέπαφο σε κείνο το βλέμμα…

…πυροβατείς στο ακρωτήρι 
της κορεσμένης από ήλιους ελπίδας
κι έχεις στερεώματα 
νανουρισμένα γλυκά
και υπέροχα
από τον αλητήριο άνεμο
που κάποιους άγνωστους 
αιώνες πριν
σ’έφερε στο φως… 

μην τους κοιτάς…

… οι άνθρωποι λιμοκτονούν
ταΐζοντας γενναιόδωρα
μονάχα ό,τι αφανίζει από μέσα τους
το αύριο…

εκείνοι σου μιλούν
εσύ μην τους μιλάς…



Metamorphosis

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

  

Ένας παρατημένος κόσμος

μεθοκοπάει στη γύμνια του

μπροστά από οθόνες που χαμογελούν

σαρκαστικά

σαν μονομάχοι σε αρένες

που δεν έχουν πια αντιπάλους

και στα μεγάλα βάθη του είναι

άηχος πόλεμος

σιωπή και θάνατος

 

ακόμα δεν βιώθηκε

όλη η απουσία

κι όλο το σάπιο

δεν χωνεύτηκε

όλο το σκότος

δεν μεταβολίστηκε σε χρόνο

όχι ακόμα…

 

Ένας παραιτημένος κόσμος

γλεντοκοπάει τη φτήνια του

σε ανταμώματα του σπέρματος

και κάποτε

του χυδαίου πνεύματος

και στα έγκατα

η λαχτάρα για το αείποτε

κάθε πηγή νοήματος υψηλού

και το Ωραίο

φωλιάζουν ανυπεράσπιστα 

αβοήθητα

και αχνίζουν το αιώνιο

 

Ένας ηττημένος κόσμος

 

και η αυγή

του νέου ανθρώπου

αργεί ακόμα…

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026


εκείνη την ημέρα πονούσα πολύ
είπε χαμογελώντας πικρά, μορφάζοντας
στο δήμιό της
ας πούμε
ότι το σώμα πονούσε κάπως διαφορετικά απ’το μυαλό
ναι
και το μυαλό δεν επικοινωνούσε με κανέναν…
με κανέναν λεπτοφυέστερο φορέα
αν αυτό λέγεται ψυχή
ή νους
ή πνεύμα
ή ό,τι διάολο λέγεται…

ένα αυτιστικό μυαλό
είπε ξανά και ο σκοτεινός άνθρωπος δίπλα της
έμενε ανέκφραστος
δεν συγχωρεί τον πόνο κι έτσι…
το σώμα δεν μπορούσε να ηρεμήσει
το σώμα δεν μπορούσε να αδρανήσει

όχι, δεν μπορούσε…

δεν κατάλαβα πώς…
πώς κατέβασα το μαχαίρι στο σώμα
πώς κατηύθυνα το ακονισμένο λεπίδι
στο γυμνό, ανυποψίαστο δέρμα
πώς
πώς είδα την κίνηση αυτή
και δεν τρελάθηκα
είπε
κι αναλύθηκε σε λυγμούς

ο άνθρωπος δίπλα
σιωπηλός
της σκέπασε το κορμί με το σεντόνι
της έκλεισε τα μάτια
της σφάλισε το στόμα
τόσο
ώστε να μην σπαρταράει άλλο
η Νύχτα
στα όνειρά της… 




Genesis
Victor Zamanski 

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

 

Εκτατό...


Από το σήμερα
εφευρίσκω το χτες
δεν έχω το φορτίο του πόνου
έχει καταναλωθεί μιας Ημέρας το φως
και ταξιδεύω στη Νύχτα…

από το νυν
εφευρίσκω το αεί
όχι πια τεμαχισμένο
από λατρείες
και ψέματα
όχι πια βουτηγμένο
στο αίμα των πρώτων μαρτύρων
αλλά χαριτωμένο
ολόφωτο
τρισδιάστατο και ζωντανό…

από το ένθα ίσταμαι
ναι
βροτός γαρ
με έναν τρόπο ακατανόητο
είμαι ζωσμένος με την υπόσχεση του απόλλυμαι…

και απ’το παράλογο του βίου
εφευρίσκω το λογικό του ζην
είμαι παιδί του Αναξίμανδρου
και το Άπειρο με συνέχει
δεν καταθέτω εύκολα τα όπλα
στις Θερμοπύλες έφτασα αργά
και μόνος
ο Ξέρξης έχει πια περάσει
και η μοναξιά του τοπίου
ρημάζει όλη τούτη τη δόξα…

ναι
από το αδιάστατο
Έλληνας γαρ
είμαι προικισμένος
να ευδοκιμώ στο εκτατό…

και με όλα μου τα δάχτυλα
να δείχνουν εμένα
και με όλα μου τα σώματα
να δείχνουν εσένα
άνθρωπος γαρ
παλεύω να σε περιέχω
καταδικασμένος
να παραμένω ακέραιος
αλλά όχι ΕΝΑΣ…


 Through the curtain

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

 


Το σπίτι του θανάτου

Πέρασα μέσα από το σπίτι του θανάτου
και ήταν πολύ πιο φωτεινό
απ'όσο θα μπορούσα να σου περιγράψω
δεν ήτανε σα φυλακή στενή και βρόμικη
δεν ήταν σα σπηλιά υγρή και κρύα
μα είχε φως και ζεστασιά και δεν ένιωσα το φόβο
μόνο λιγάκι απόρησα πως είναι δυνατόν
να είμαι μόνος μου εγώ μέσα σ'αυτό το σπίτι
όταν εκατομμύρια οι ψυχές που χάνονται
και αναρίθμητους θα'πρεπε να συναντήσω

Πέρασα μέσα από το σπίτι του θανάτου
και αναζητώντας μάταια επί ώρες και ημέρες
όσους που έχασα είχα αγαπημένους
όσους που με αγάπησαν και πια είχαν ξεχάσει τη μορφή μου
μπήκα σε μια αίθουσα μεγάλη, ολοφώτεινη
όπου στο βάθος της απλωνόταν μια σκάλα αυτοκρατορική
και μαγεμένος πλησίασα και τότε είδα
ένα μικρό παιδί
να κάθεται μονάχο στο πρώτο σκαλοπάτι
τούτης της θεόρατης σκάλας που ανέβαινε στα ουράνια
ένα παιδί που είχε κρύψει στα χέρια του
το πρόσωπό του
κι έκλαιγε μ'αναφιλητά
μα όταν το ζύγωσα συμπόνια γεμάτος
και ήθελα να το ρωτήσω
γιατί είναι μονάχο του και κλαίει
γύρισε το κεφάλι του, με κοίταξε στα μάτια
κι ύστερα έτρεξε στη μεγάλη σκάλα επάνω
και χάθηκε από μπροστά μου
για πάντα...

κι εγώ συνήλθα απ'το παράδοξο και υπέροχο
μα και τρομακτικό μαζί
βαθύ και απέραντο συναίσθημα
που σ'ένα όνειρο
σ'ένα ταξίδι
σ'ένα μου πέρασμα πες
από το σπίτι του θανάτου
πρόσωπο με πρόσωπο ήρθα 
όπως δεν το'χα φανταστεί ποτέ

με τον εαυτό μου...



Seasons of Farwell
Jim Hunt