Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010



Χορευτές

Είμαι τυφλός
όσο θυμάμαι τον εαυτό μου

έχω για μάτια δέκα δάχτυλα
και όλους του σώματος τους πόρους
ανοιχτούς
ν' απορροφώ τον κόσμο

δεν θα με πεις γυμνό
μόνο ανυπόδητο ίσως
θέλω να περπατώ στην απειρομήκη τούτη ερημιά
και να την νιώθω στο είναι μου
θέλω να περπατάει κι εκείνη μέσα
στο δικό μου απέραντο…

πάνε χρόνια
δεν θυμάμαι πόσα
που κάποια μέρα
περιπλανώμενος
η δουλειά μου είναι
έφτασα σε τούτο το Ναό
έτσι τον λέω κι ας μην είναι
χωμένος στο κόρφο του Αγνώστου
έρημο τον οσμίστηκα
να μην ανασαίνει
ούτε την αποφορά του χρόνου

δεν περιγράφεται η άφατη χαρά μου
όταν αγκάλιασα
κείνο τον χοντρό κίονα
με τις κάθετες ρυτίδες
να’ρχονται από τον ουρανό
και να μετρούν ως κάτω χαμηλά
το δέος μου
και την απαντοχή μου
έκλαιγα
σα μικρό παιδί
και αγκαλιά κοιμήθηκα κείνο το βράδυ
στη παγωνιά του Απείρου
αλλά ζεστός
στα μέσα μου
πρώτη φορά…

πέρασαν μήνες
πέρασαν λέω
χρόνια
και γύρισα τούτο τον περίπτερο ναό
ολόγυρα
μια θάλασσα από κίονες
ένας ωκεανός σκληρά ποδάρια

πιο μέσα
έλεγα
θα ρθει η στιγμή να πάω πιο μέσα
μπας κι αφουγκραστώ τα σώψυχά του
μπας και με αγγίξει η ανάσα του
κάνε το βήμα
έλεγα στον εαυτό μου
μην το φοβάσαι
το βήμα στα εντόσθιά του…

πέρασαν μήνες
λέω
και χρόνια
ποιος να μετράει το αμέτρητο
και δεν το αποφάσιζα
δειλός ο ερημίτης εαυτός μου
περίμενε την κλήση
κείνη τη μυστήρια αρχαία φωνή
που σε καλεί
που σε πέμπει
που σε ορμηνεύει…
περίμενα
γερνούσα
πέθαινα
για τούτο ζούσα…

τα πόδια μου άλλο δεν βαστούσαν
και ήρθε η ευλογημένη μέρα
που ξύπνησα σαν σε έκρηξη μιας θύελλας στο κεφάλι μου

έλα
το άκουσα ολοκάθαρα
έλα λοιπόν!

Προχώρησα
έψαξα
έβλεπαν τα κουρασμένα δάχτυλα
καλά ακόμα
το έμπα του ναού
σαν στόμα με περίμενε
ορθάνοιχτο
έστησα αυτί
άδειασα το θόρυβο από τα μέσα μου
σταμάτησα το χτύπο της καρδιάς μου
έστησα το είναι μου
και
άκουσα…

έλα
προχώρα!
και μπήκα

…με βήματα ισχνά
με πόδια βρόμικα
με τη ψυχή στο στόμα
μπήκα
και όλο το σύμπαν χόρευε γύρω μου
τούτος ο ναός
ήταν ακόμα ζωντανός!

Ένιωσα χρώματα
και μυρωδιές!
ένιωσα φωτιές
ένιωσα δίχτυα χρόνου
και ανθρώπων ιαχές
τίποτα δεν καταλάβαινα
μονάχα
τι παράξενο
τα πόδια μου αλαφρώναν
σηκώθηκαν από το πάτωμα
το σώμα μου σαν παιδιού μικρού
το ένιωσα να πλημμυρίζει ρώμη
χυνόταν μέσα μου ζωή
ζωή άγρια
με θράσος
με παφλασμό

είσαι έρωτας!
φώναξα
κι ήξερα
πρώτη μου φορά
για τι μιλούσα

τα χείλη μου
συσπάστηκαν σ’ένα μορφασμό πρωτόφαντο
που είχα ξεχάσει
χαμογελούσα
και ύστερα γελούσα
κι άρχισα να χορεύω
να στροβιλίζομαι
να πλημμυρίζω ποταμούς
στις φλέβες μου
να σκάσω πήγαινα
βούτηξα
σε χείμαρρο άστρων
και λίμνες από ασημένιες Νύχτες

οράματα από κοπέλες δροσερές
χτύπησαν τον έφηβο εαυτό μου
κι ένιωσα το μυρμήγκιασμα εκείνο
της ζωής ανάμεσα στα πόδια μου
με διαπέρασαν
καταρράκτες άπληστοι
από εικόνες
πρόσωπα
γνωστά
μα περισσότερο άγνωστα
άνθρωποι
θεοί
άγγελοι
δαίμονες

ζωές
θάνατοι
το χτες
το αύριο
το μηδέν
το ένα…

γέμιζα
ολοένα γέμιζα
χόρευα
ολοένα χόρευα…

το τελευταίο που θυμάμαι
ο δόλιος
είναι το αίμα μου
να αχνοφέγγει
να αλλάζει χρώματα
σαν Βόρειο Σέλας
και να με περιγράφει
ένα δάχτυλο
στο στερέωμα
και κάτω
στο πάτωμα
το άδειο μου κουφάρι
εγώ!

έβλεπα!

σε κλάσματα απειροστών στιγμών
σε μια φωλιά του Άχρονου
ρουφήχτηκα
σαν σκόνη στις ρωγμές των τοίχων
και έβλεπα
ξανά και ξανά
τον γέροντα εαυτό μου
στον πιο τρελό χορό
χοροπηδώντας πάνω στο περίεργο ψηφιδωτό
που στόλιζε ο αρχαίος αυτός Ναός

εμένα
και γύρω μου
χιλιάδες άνθρωποι
χορευτές ακίνητοι
ψηφίδες
κεφάλια
χαμόγελα
μάτια ορθάνοιχτα
χορευτές
όλοι μας χορευτές
κι όλοι ακίνητοι!

Είδα
και χαμογέλασα
ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός

δεν μπόρεσα να μην αναλυθώ
σε κλάματα
σε γέλια
σε κραυγές επίγνωσης!

ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός
ένας αέναος
τρελός

χορός…

Μαρ2010
φωτο: [Tong Tong] http://1x.com

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010



Ενδιαίτημα

Είχε ο θάνατος του ήλιου
δηώσει όλα τα χρώματα
έμεναν στο φτωχό κόσμο
σαν ίχνος προσδοκίας
ή σαν σκιά του ονείρου
πες το όπως θέλεις
ένα ‘σκοτωμένο’ βιολετί
κι ένα ασθενικό λευκό
παρηγοριά στο πλούσιο κόκκινο
που δεν το πρόλαβα…

ανάσαινες αργά
τι σου συνέβαινε;

η Κυριακή ξεθώριαζε
αργούσε ακόμη η Δευτέρα
όταν η σκεπτομορφή σου
έγινε ύλη ζωντανή
και εκτάθηκε οριζόντια
και κάθετα
μπροστά μου
ήθελα τη μυρωδιά σου
να δέσω το πρώτο σου φιλί
στο χείλος μου επάνω
να έχω για κληρονομιά ζωής
κάτι που πέθαινε
αλλά ευώδιαζε ακόμα…

άγγιξες με τα δάχτυλά σου τις φλέβες μου
πως το κατάφερες;

θυμάμαι το απόλυτο
πρώτο σου χαμόγελο
και βορεινά
στο βλέμμα σου
ξεσπούσε ένας πόλεμος
είχα ματώσει να σε ρουφάω
στιγμή στιγμή
και δεν απομυζούσα
παρά το μεθυσμένο μου αύριο

χρεώστης
όχι οφειλέτης
δεν είχα ακόμη συνείδηση
βλέπεις
πόσο άπληστο είναι το τώρα…

έκανες μια κίνηση
έτσι
γυρνώντας το κεφάλι σου
και μια αύρα Έρωτα
με τύλιξε
ένα πέρασμα Γυναίκας
από το ενδιαίτημα του είναι μου…

τόση ομορφιά
πως δεν με αφάνισε;

Μαρ2010

foto: hejha http://1x.com/

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010



Ανθεστηριώνας

Στενόχωρος Ανθεστηριώνας...

στην ιερή ατραπό
με τις θεηγόρες γραμμές
από τα ίχνη των μυστών
και τις πορφυρές αλουργίδες
της μαγικής εποπτείας των ρόδων
σε άρπαξε αιφνίδια το άρμα του Πλούτωνα
και σε κατέβασε στο σκοτεινό παλάτι

κι όμως
δεν είσαι μόνη

ματώνουν τα χέρια σου
ματώνουν τα μάτια σου
έχεις κρυώσει στο νεύμα
ενός απόμακρου γαλαξία
που δέσμευσε το χαμόγελό σου
αλλά στερεώσου
στο νυν της ανάτασης
κι όσο ετούτη υποστασιάζεται
από την υπερπλήρωση του αιώνιου…

το χέρι της ψυχής σου
δεν σ’εγκαταλείπει…

μαζί σου
εναύλιος
στο φως
εγκύκλιος
στο άπειρο
σύσκηνος
στο άδικο

σε νιώθω…



στην Ευαγγελία Πατεράκη

Μαρ2010

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

13845-fullsize


Πέπλο…

Ο δρόμος αυτός
έμοιαζε με παγωμένο σώμα
πάνω του ξεκουραζόταν
ολόκληρος ο εφηβικός μου ήλιος
τα βλέφαρα είχαν στερεωθεί
σπλαχνικά
σε μια γωνία φιλόξενη
τα χείλη ζωγράφιζαν την προσδοκία
και τα δάχτυλα έδειχναν
στο μόνο που κυοφορεί το Εν
το αλλιώς...

ρίγος…

το ρίγος των χιλίων αιώνων
που ο Άχρονος εισπνέει το σκοτάδι του
μέχρι να το εκπνεύσει πάλι
σάρκινο φως…

περπατούσα μόνος
σε μια απέραντη ολάνθιστη θάλασσα
ακόμη δεν είχες φανεί
κρυβόσουν πίσω από τις αγκύλες του νου
περίμενες
το βήμα μου να γίνει δίψα για έρωτα
το βλέμμα μου
να γίνει χορός ερωτικός
το αίμα μου
να κοχλάσει από τον πυρετό
και είχες δυο μάτια λόγχες
και με κοιτούσες…

αυτός ο δρόμος
μοιάζει με το πέπλο της Ίσιδας
αργολικνίζεται στο σούρουπο της κατάβασης
υπόσχεται την αποκάλυψη
υπόσχεται την χιλιοπόθητη ένωση
με κείνο το άγγιγμα
που απελευθερώνει
που μαχαιρώνει
που λυτρώνει…

ρίγος…

το ρίγος των μυρίων αιώνων
που ο Άνθρωπος
ο γιος του Ανθρώπου
αποποιείται το απρόσιτο
και σαρκώνεται
φιλόδοξα
και λάγνα
στο δέμας του φθαρτού
στο σπέρμα του θνητού
ενηλικιώνεται…

ήρθες
μου κράτησες το χέρι σφιχτά
χαμογελούσες
δεν είπες τίποτα
δεν σπατάλησες σε λέξεις
τούτο που βιώνεται
μονάχα στη σιωπή του Ιερού

και στο αρχαίο

ρίγος…

Φεβ 2010
φωτο [kiti] http://1x.com

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010



Πυρετοί κατιόντες

Οι νεκροί
ήρθαν εφιάλτες
στα χώματά μας
τους υποδέχθηκαν χορεύοντας οι Νύμφες
τους καταγέλασαν οι Άνεμοι
τους περιέπαιξαν οι Σάτυροι
το χρόνο τους πετσοκόψαμε
και τσιμπούσι στήθηκε
θριάμβου
κάτω ακριβώς
απ’τα θεόχτιστα τείχη μας
και την αποφορά τους
θα τραγουδά ο τυφλός ποιητής
εξαγοράζοντας φτηνά
μιαν υστεροφημία βέβαιη
ανάμεσα στους βροτούς

Λοιπόν, απόρθητη
είναι η πόλη μας
αιώνες τώρα…

Ύστερα είδα την Ελένη
άργησα είν’η αλήθεια
ν’ανταμωθώ
με το πέπλο της σιωπής της
ήταν χλωμή
σαν βροχερή αυγή
και νεκροφόρες αύρες
την έλουζαν
σαν πεθαμένο φως
κι όμως
χαμογελούσε
είχε στους λεπτούς της αστραγάλους
δεμένες νεκροκεφαλές
και απ΄το ποδόγυρό της
κρέμονταν
όλες οι λιακάδες μας…

Λοιπόν, ανώλεθρη
είναι η αλαζονεία μας
και περισσεύει αν χρειαστεί
για τον διωγμό μας…

Και λίγο πριν
μας φορτώσουν
στα μαύρα τους πλοία οι Έλληνες
να πουληθούμε ανδράποδα
στις εσχατιές του Αιγαίου
την είδα πάλι
ερχόταν από μακριά
φορούσε ένα διάδημα
από βότσαλα του ιερού μας ποταμού
στα δάχτυλά της
σαν παιγνίδι μικροσκοπικό
ο πρίγκιπας παραληρούσε
μισότρελος ο δυστυχής
και στα σανδάλια της
οι σκύλοι της Εκάτης
ουρούσαν και αφόδευαν
ό,τι ιερότερο αφήσαμε
αχνιστό ακόμα
ν’αναπαύεται
ιχώρ και δάκρυα
επηρμένης νιότης

Λοιπόν, ανόθευτος
θα είναι ο θάνατός μας
κόκκινος
σαν τους σπαραγμούς
των κατιόντων πυρετών μας
κι αν επιμένει ο γέρο-ποιητής
να μας θυμίζει στους αιώνες
τη ντροπή μας
χάρισμά του!
θα’ναι μια δόξα που νεκρανασταίνει πάντα
μονάχα λέξεις…

Φεβ 2010

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010



Υετός

Ένιωσα τα χέρια σου
ζεστό ποταμό
να χύνεται στο είναι μου…

όλα όσα βρήκε
τα παρέσυρε

φύλλα ξερά
από σκέψεις
άκληρες
νεκρά λουλούδια
άγονων στοχασμών
αιώνων σκόνη
άνυδρο φως
αποκαΐδια μοναξιάς
πατημασιές θανάτου…

όλα που συνάντησε
και τράβηξε μαζί του

ένιωσα το βλέμμα σου
πύρινο υετό
ανάσα δράκου
ηφαιστείου βρυχηθμό

σου είπα
μην με λυπηθείς!
στο πέρασμά σου
να γυμνωθώ
λυτρωτικά
όλα μου τα σώματα
ανάλωσε
ώσπου σε μένα
φτάσε!

σε περιμένω!

να βιώσω το ήπαρ της ψυχής μου
ζωντανό…

ύστερα από τόσες ζωές που χάλασα
το απόλυτο τώρα
διάπυρος
στο αεί
φιλοξενώ…

[στην Ε…]

Φεβ 2010


Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010



Καταφύγιο


Πως με βρήκες;


ανάμεσα σε τόσα χέρια
κάτω από τόσα σώματα
πίσω απ’όλες αυτές
τις ασπρόμαυρες ημέρες…


κι όμως
με βρήκες…


και χωρίς να’χεις συντροφιά
ούτε τη σιωπή μου…


κι όμως
με βρήκες…




Ιανουάριος παγωμένος, Φλεβάρης προδομένος, Μάρτιος σιωπηλός…


Κατεβαίνω στο καταφύγιο των ψυχών… Ο Aγέννητος μετράει τους μήνες… τραγουδάει… δεν θυμάται πια τίποτε, τίποτε άλλο, όμως μετράει…


Μπήκα στο υπόγειο του Ανθρώπου… Ο πρώτος μου εαυτός στη γωνιά είναι και κλαίει, ο δεύτερος δίπλα στο μικρό ψυγείο και με κοιτάει, ο έσχατος κοντά στον πατέρα, αναρωτιέται πόσο ακόμη θα ψηλώσει…



…Απρίλης αστερέωτος, Μάιος γελαστός, Ιούνης καυτός…


Είμαι στο λαβύρινθο του κόσμου… ο Αχώρητος δάνεισε τα χέρια του στην Ειμαρμένη, η Ειμαρμένη έχει πια τα χέρια του… ο Αχώρητος δεν μπορεί να κρατήσει πια τα πρωινά του, δεν έχει δάχτυλα να αγγίξει τη Νύχτα, κανείς δεν είχε ένα δάκρυ για τα χαμένα χέρια του…


Είμαι στο κάτεργο του φόβου… ο πρώτος μου αριθμός είναι το μηδέν, ο δεύτερος το ένα, ο τρίτος μου αριθμός είναι το άθροισμα όλων των ηλικιών μου… και έχω όλη την υπόλοιπη στιγμή μου για να τις μετρήσω…



…Ιούλιος ερωτικός, Αύγουστος ολόφωτος, Σεπτέμβρης μαγικός…


Ο Αγέννητος μετράει… με έχει πιάσει από το χέρι και με καλεί κοντά του να μετρήσουμε μαζί… Η ανάγκη με έκανε να τον κοιτάξω ολόισια στα μάτια, η ανάγκη με έσπρωξε να διορθώσω το κόμπο στη ρυπαρή γραβάτα του… πνίγεται χωρίς φως ο Αγέννητος κι όμως, τραγουδάει πάντοτε, κι όμως μετράει…


Είμαι στο εργαστήρι του έφηβου θεού… Κίτρινες, άσπρες, μενεξεδιές κορδέλες παντού ολόγυρα, κανείς να τις κρεμάσει στα παράθυρα, παράθυρα δεν έχει αυτός ο κόσμος, έχει ανοίγματα όμως, κάτω από τα ανοίγματα υποδέχομαι έναν ρόγχο που μοιάζει με την ατμομηχανή που μου είχε δωρίσει κάποτε ο πατέρας, κάπου εδώ γύρω κι αυτή θα ανασαίνει το δικό της πένθος, κάπου εδώ γύρω…



…Οκτώβρης πρόστυχος, Νοέμβρης χολερικός, Δεκέμβρης νεκρός…


Η Εντροπία δεν μιλάει καλά τα ανθρώπινα. Έχει να πει πολλά και θέλει να μιλήσει. Αιώνες τώρα η ανάσα δεν βγαίνει από τα στήθια της και συλλαβίζει όμορφα αλλά δειλά. Το ξέρει πως θα μιλήσει όταν οι πόλεμοι τελειώσουν, όταν οι άνθρωποι φιλιώσουν, όταν γεννηθούν παιδιά χωρίς καρκίνους. Αλλά δεν ξέρει πώς να διεκδικήσει τούτη τη κληρονομιά. Η Εντροπία στέκει στον τοίχο, όρθια, ακάματη, προσεύχεται βουβά…


Είμαι στον αργαλειό του πόνου… Έχει η μητέρα ένα πρησμένο πόδι κι ένα χέρι γερασμένο αλλά χαμογελάει ακόμα. Ορφάνεψε πριν από μένα, θα πεθάνει ένα βράδυ του Οκτώβρη πιο μόνη από το βλέμμα, πιο σιωπηλή από το δάκρυ αλλά δεν θα φοβηθεί να περπατήσει ως εκεί. Εκεί είμαι, εκεί γεννήθηκα, εκεί την περιμένω… μητέρα θα έρθεις, θα σε στηρίξω, θα σου δώσω ένα μικρό μαντήλι, ένα φιλί στο κρύο σου μέτωπο, ένα μου ποίημα αλλά δεν θα σε συνοδεύσω παρακάτω… δεν είμαι άξιος να σε πέμψω εγώ… δεν έχω τα σπλάχνα της αποστολής αυτής, συγχώρεσέ με…


…Δευτέρα κόκκινη, Τρίτη χλωμή, Τετάρτη φαιά, Πέμπτη γαλάζια, Παρασκευή σταχτιά, Σάββατο μελανό, Κυριακή κατάλευκη…


Είμαι στο γνόφο του Άμορφου…
μετράω κι εγώ
μαζί με τον εαυτό μου
ανέχομαι τον οπλισμένο πόνο μου
και ψιθυρίζω ίσα να με ακούει ο χρόνος
δεν έχω άλλα μάτια
να με ξεγελάω περισσότερο
να με προσδοκώ
να με υπόσχομαι
αλλά θα είμαι γιορτινός στην έξοδό μου
ακέραιος
φωτεινός
και θα ζυγίζω το κάθε βήμα μου
μονάχα στη ζυγαριά
της βιωμένης Αλήθειας…


Κι έτσι
θα ε ί μ α ι …


…πως με βρήκες;


ανάμεσα σε τόσους εαυτούς
πίσω από όλους τους ανθρώπους
κάτω από τα σεντόνια του θανάτου…


κι όμως
με βρήκες…




Ιαν 2010

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010


Κορίτσι…

Είχε δυο μάτια
Ν’ατενίζουν πρώτα το εσωτερικό κενό
Κι ύστερα το αφιλόξενο του κόσμου
Κορίτσι
Όχι πάνω από τα εικοσιδύο
Κορμί που δεν φιλοτεχνήθηκε
Να αντέχει στο ψύχος της αδράστειας
Το ανεξήγητο
Μιας άφιλης νιότης
Που αναζωντάνευε νυχθημερόν
Στα ξυλιασμένα χέρια της…

Γερασμένη κιόλα
Από τη φορμόλη της συμπόνιας
Που αναμετριέται πάντοτε γενναία
Με το ευρώ που βγαίνει από τη τσέπη
Για μια τυρόπιτα
Για ένα καφέ
Για μια ρυτίδα μαύρου ήλιου
Στο στερέωμα…

Απόστατος και βολεμένος
Πάντα από τα σωθικά του ‘πρέπει’
Δεν πρόλαβα να την γνωρίσω
Δυο ματιές ανταλλάξαμε θολές
Δυο βήματα
Δυο λέξεις
Στο σπασμένο παγκάκι
Και δεν την ξανάδα

Κορίτσι
Όχι πάνω απ΄τα εικοσιδύο
Αιώνες έζησε
Στο απεριχώρητό μας
Στο στενόχωρο υπερ-εγώ μας
Μιλούσε
Και δεν την ακούγαμε
Μας έβλεπε
Και δεν είχαμε καλημέρα
Μας αποχαιρετούσε
Και δεν καταδεχτήκαμε
Ούτε το ξεπροβόδισμα…

Ιαν 2010

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010




Παρόντες

Είμαστε άνθρωποι
Μες στη συμπόνια μας
Στριμωγμένοι ήχοι των πόλεων
Στοιβαγμένοι μετανάστες φόβοι
Από τις μαύρες χώρες της καρδιακής ανατολής
Αλλοτριωμένοι
Ζωντανοί ωστόσο
Και άλκιμοι εισέτι
Χαμογελαστοί…

Όπως οι γαμπροί
Και οι νύφες
Λίγο πριν παραδοθούν
Ευδαίμονες
απ’τον μυητικό τεμαχισμό τους
Στα ‘έσονται εις σάρκαν μίαν’
Άηχα φιλιά τους…

Είμαστε άνθρωποι
Μες στα παλτά μας
Κουρνιασμένοι οι ερωδιοί
Και οι παραδείσιοι παπαγάλοι
Όλων των παιδικών βιβλίων μας
Όλων των εφηβικών ονείρων μας
Όλων των νεανικών σκοταδιών μας
Όλων των ενήλικων θανάτων μας…

Και πάνω από τα κλουβιά
Με τα πρησμένα οικόσιτα κουνέλια
Που θα κακοποιήσουν τα υπέρβαρα παιδιά μας
Εμείς χαράζουμε οδούς
Και ορθώνουμε οικοδομήματα
Τέλειας βιοκλιματικής απόδοσης
Ώστε το ψύχος της ζωής μας
Να ισορροπείται έντεχνα
Και υπέροχα
Από την θέρμη
Των ευφυών κατασκευών μας

Είμαστε
Ωστόσο
Άνθρωποι
Και αρνητές μελίρρυτοι
Των πιο γενναιοφρόνων
Από τις μοναχικές προκρούστιες
Ευχές μας
Οδεύουμε υπερήφανοι
Τυφλοί από πάντα
Αλλά ευθυτενείς
Στη προγραμματισμένη καύση μας
Παρόντες
Πρώτη μας φορά
Συνειδητοί…

Ιαν 2010


Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010



Άλικο σώμα

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Αρνούμαι τη διαφυγή…

Δεν μπορώ να σου μοιάσω
Αδελφέ μου άνεμε
Συμπαγής είμαι
Και πιο φθαρτός
Πιο δοκιμασμένος
Απ’όσο φαίνομαι…

Σε μακέλεψε
Το ξέρω
Το χαμόγελό της
Έσπασε ο καθρέφτης σου
Και αποφεύγεις τα θραύσματα
Που σε ματώνουν…

Όπου πατάς πια
Είναι τα ίχνη της
Και αρκέσου
στην ανάμνηση ενός κόσμου
Που δεν στερεώθηκε ποτέ στο άδολο βλέμμα…

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Αρνούμαι την υπεκφυγή…
Είμαι νοητός
Κι όμως ένσαρκος
Κι επιτέλους
Με αγγίζω
Και νιώθω πως πονάω…

Σε νίκησε
Το χαίρομαι
Η ζεστασιά της
Απλωνόσουν
Σαν καταχνιά
Στη κάθε λέξη
Στη κάθε ανάσα μου
Και έχεις τώρα συρρικνωθεί
Σε ένα τόσο δα μικρό
Θαυμαστικό!

Αχνιστό
Άλικο σώμα
Σε φιλοξενώ…

Αγνόησε τα σημάδια
Στο μαρμάρινο δέρμα μου
Αγνόησε τις λαιμητόμους
Στους ψιθύρους
Του αίματος
Αγνόησε τις στοιχειωμένες λίμνες
Στις σιωπές μου…

Αγκάλιασέ με μόνο
Κλείσε με στις παρενθέσεις
Της αποδοχής σου

Και νιώσε με που γεννιέμαι ξανά
στην επόμενη  
ζωντανή σου λέξη…

Ιαν2010

εικόνα: meneksedia.pblogs.gr