Δευτέρα 12 Απριλίου 2010





το ιδίωμα του ευγενούς στοχασμού

α. Το αξίωμα του να δι-υπάρχεις
Μόνο αντιμετωπίζοντας σαν αξίωμα την διύπαρξη μπορώ να αισθανθώ την ίδια την ύπαρξη.
Διύπαρξη είναι το σύμπλοκο φαινόμενο της ζωής.
Διύπαρξη δεν είναι η σύνθεση των αντιθέτων αλλά η ζύμωση των ετεροκλήτων.
Διύπαρξη δεν είναι η φαινομενολογία της σχέσης αλλά το γεγονός της αποστολής της σχέσης.
Διύπαρξη είναι το αλχημιστικό ανδρόγυνο και όχι ο Ιερός Γάμος των ετεροφύλων.
Διύπαρξη είναι ό,τι αντιστέκεται στο διανόημα της ζωής.
Διύπαρξη είναι το περιεχόμενο της Ποίησης και του Άσματος του βίου.
Ο βίος δεν νοείται αυτόδοτος, ενδο-επαρκής, αυτόκρατος. Ο βίος είναι το αποτέλεσμα μιας διεργασίας, μιας ιεροπραξίας, μιας μύησης στην αλήθεια της ζωής.
Διύπαρξη είναι ο οργασμός του ευγενούς στοχασμού.
Διυπάρχοντας, χλευάζω το Αδιέξοδο καθώς δεν με αφορά καμιά έξοδος.
Διυπάρχοντας, ανασαίνω στις υψηλές κορυφές της Αξίας καθώς απαρνήθηκα τα σηπτικά απόνερα των βρωμερών υπογείων της παράδοσης και της "κουλτούρας".
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω τη ζωή γιατί είμαι ιερέας της ζωής.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω το θάνατο γιατί είμαι ντυμένος θάνατο.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται να ορίσω το θεό γιατί είμαι παιδί της Μητέρας Άγνοιας και εγκαταβιώ στο Μοναστήρι της Αφοσίωσης.
Διυπάρχοντας δεν χρειάζεται παρά να αφεθώ να διυπάρχω.
Διυπάρχοντας, είμαι στους ανοιχτούς ορίζοντες της δράσης και της ηδονής.
Διυπάρχοντας, ταξιδεύω στο αρχιπέλαγος της καθαρής και ανόθευτης δημιουργίας.
Διυπάρχοντας, δεν φοβάμαι να είμαι.
Διυπάρχοντας δεν δογματίζω αλλά κοινωνώ τη ζωή.
Διυπάρχοντας δεν αρνούμαι αλλά υιοθετώ.
Διυπάρχοντας δεν θλίβω αλλά εφελκύω.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Άλλο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Εαυτό.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με τον Χρόνο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με το Άχρονο.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με την Αλήθεια.
Διύπαρξη είναι η συνάντηση με το Τίποτα.

β. Το θεώρημα του να συν-υπάρχεις
Η συνύπαρξη αποτελεί την ομπρέλα των λογισμών της φιλοσοφίας και της θεολογίας για την ζωή.
Η συνύπαρξη δεν έχει αξιωματικό αλλά θεωρηματικό χαρακτήρα.
Η συνύπαρξη είναι το αποτέλεσμα ενός Σισύφειου πονήματος της ανθρωπότητας για την δικαιολόγηση της τελευτής του βίου.
Η συνύπαρξη δεν ερμηνεύεται, λατρεύεται.
Συνυπάρχοντας, λειτουργώ ως Σταυροφόρος της ζωής και όχι ως Γαλιλαίος του πνεύματος.
Συνυπάρχοντας, ακολουθώ τα βήματα του θυμικού και όχι της φρόνησης του συναισθήματος.
Συνυπάρχοντας, γίνομαι πιστός και προσκυνητής των Αγίων Τόπων της πίστης μου και όχι Μύστης στα σεπτά μυστήρια της Νόησης.
Συνυπάρχοντας, έχω αρνηθεί το παράλογο του βίου ή δεν ασχολούμαι μ'αυτό.
Συνυπάρχοντας, είμαι ανίκανος να αποσυμβολίσω τη ζωή γιατί είμαι ομοεπίπεδος με το πρωτογενές και το απλό.
Συνυπάρχοντας, κάνω ιδεολογία την υπεραπλούστευση των μηνυμάτων της ζωής καθώς δεν μπορώ να υπεισέλθω στα μυητικά δρώμενα της.
Συνυπάρχοντας, συσσωρεύω σκουπίδια, πληροφορίες και περιττώματα γνώσεων που αντί να επιλύουν, επαυξάνουν τα ερωτήματα και πολλαπλασιάζουν το χαοτικό ενδοσύμπαν.
Συνυπάρχοντας, στήνω είδωλα που σιχαίνομαι και οικοδομώ συμπεριφορές που απεχθάνομαι.
Συνυπάρχοντας, θεοποιώ το αβλαβές και ανώδυνο, το επιδερμικό και ακίνδυνο.
Συνυπάρχοντας, αποφεύγω να συνομιλήσω με μένα.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με τον θάνατο αλλά όχι το Τέλος.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με τον κόσμο αλλά όχι το περιεχόμενό του.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το πεπερασμένο και το εφικτό.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το γελοίο.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το ά-σχημο.
Συνύπαρξη είναι η συνάντηση με το α-σήμαντο.
Συνύπαρξη είναι η συμφιλίωση με την κόλαση του να πρέπει να υπάρχεις.

γ. Το μεγαλείο του να μην (οφείλεις να) υπάρχεις
Είμαι ένας λογχοφόρος του Απέριττου και γι'αυτό δεν συγκινούμαι από την λάμψη του κενού που με απειλεί.
Είμαι ένας φύλακας της Αδειοσύνης γι'αυτό και δεν απαιτώ από μένα παρά το μέγιστο και το ύψιστο.
Είμαι ένας νυμφίος και εραστής του θείου κι έτσι δεν θλίβομαι για την περιφρόνηση των αιώνων στο μηδέν που περιέχω.
Είμαι ένα κλάσμα φωτός αλλά υπόσχομαι όλο το φως!
Είμαι ένα μόριο της Νύχτας αλλά ακτινοβολώ ολόκληρη τη Νύχτα!
Είμαι μια τρεμάμενη φλόγα του Πυρός αλλά αναπνέω ολόκληρο το Πυρ!
Θέλω να υπάρξω αλλά ακόμη δεν γνωρίζω τη γλώσσα της ύπαρξης.
Συλλαβίζοντας την κάθε ημέρα, χαίρομαι για την δύναμη και την αντοχή μου.
Προχωρώντας στοχάζομαι και προβάλλω το στοχασμό μου.
Βαδίζοντας αναλώνομαι στην ιστόρηση του Θεού.
Γεννώντας τον εαυτό μου, φιλοτεχνώ έναν ακόμη Προμηθέα.
Καταλύοντας τον εαυτό μου, επικαλούμαι τον πρώτο άνθρωπο.
Είμαι ο Αδάμ και ο Εωσφόρος.
Και δεν είμαι τίποτε ούτε θα είμαι.
Επινοώντας τον εαυτό μου, υπάρχω.
Αποδομώντας τον εαυτό μου, διυπάρχω.
Μη υπάρχοντας, συναντιέμαι με τον Θεό...

Τρίτη 6 Απριλίου 2010



Cesset superstitio, sacrificiorum aboleatur insania…
[Ας σταματήσει η ψευδής πίστη
και ας καταργηθεί η τρέλα των θυσιών…]

Codex Theodosius XVI, [10,2...] - 341μ.Χ.




Pagano superstitio crimen publicum

«Επειδή τινες εύρηνται
τη των ανοσίων και μυσαρών Ελλήνων
κατεχόμενοι πλάνη…»

Ο Ιεροφάντης σήκωσε
το γερασμένο βλέμμα του
στον ουρανό
τρεμάμενες λέξεις
παιδιά θανάτου κιόλας
βγαίναν στο φως της μέρας
έπεα πτερόεντα…

‘που ενοικείτε πια
αν μας εγκαταλείψατε;
αν από τα ιερά σας απέχετε
αν στις καρδιές μας
αρνείστε πια
να εδράζεστε;
Απέπτη θλίψις
και κει που είστε
μακάριοι όντες
θ’ ανταμώσουμε…’

και λίγο πριν
σβήσει για πάντα
το ιερό πυρ
στον πανάρχαιο βωμό
το δηλητήριο γεύτηκε
που είχε αποσώσει ο Σωκράτης
χίλια χρόνια πριν
για τους αδελφούς της Αλύσου
να μην ακούσει
βαρβαρικές ιαχές
το τελεστήριο να ρυπαίνουν
να μολύνουν το είναι του
και μελανειμονούντων το μαχαίρι
να μην του σκοτεινιάσει
τον ήλιο…

σπαρτάρισαν τα μέλη
ελαφρά μειδίασαν τα χείλη
και η φτερωτή ψυχή
στα Ηλύσια απεδήμησε
των Ηρώων ομοτράπεζη
συγκαθήμενη των φιλοσόφων
των αθανάτων όντων λατρευτή…

‘Το Εν
Το Άχρονο
Το Αδιάστατο
μας γέννησε από τις φτερούγες της Νύχτας
ήρθαμε
δειλοί
σαρκωμένοι το Όλο
πώς να το ξέρουμε
άνθρωποι
γιοι ανθρώπων
εντούτοις ήρθαμε
να περπατήσουμε σε μια κουκίδα γης
να ψηλαφήσουμε το άπειρο
με τα μικρά μας χέρια
και δεν αντέξαμε
να πεθαίνουμε διαρκώς
στης άγνοιας την άβυσσο…

…δεν αρνηθήκαμε το σώμα
δεν αφυδατώσαμε το πνεύμα
δεν στερηθήκαμε τους ωκεανούς
για μια σταλιά ησυχίας
στο διψασμένο στόμα
έχουμε βλέμμα
έχουμε αίμα
σάρκα έχει και η ψυχή
και γραπώνεται στο τώρα
σπουδάζουμε διαρκώς
του ανθρώπου το φθαρτό
του βροτού το εφήμερο
της μητέρας φύσης
το μέγιστο κάλλος
της Νέμεσης
το σκληρό μαχαίρι
της Αδράστειας
το λευκό χαμόγελο
και της Ανάγκης
το απέριττο δραν…

…Μητέρα Μεγάλη
Κόρη αγαπημένη
Χρυσό μου Ρόδο
δεκαεξαπέταλο
αν με ακούει κάποιος
από των όλβιων τα δώματα
ας κόψει με το δρέπανο
τον μίσχο του είναι μου
και ας με παραδώσει στην αχλύ του χρόνου
να κυκλωθώ ειρηνικά
από όλα που αγάπησα
ν’αναχωρήσω
ευγενικά
εναγκαλισμένος
το Ιερό Μηδέν
που με περιέχει…

αγαπώντας ήρθα
αγαπώντας φεύγω…’


Στον Ιλάριο
τελευταίο (; )εν Ελευσίνι ιεροφάντη
των ιερών Μυστηρίων της Κόρης

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010




Ένα ποτήρι αγιασμένο πρωινό
στο περβάζι σου
τα χείλη σου καίνε
μου είπες
πρόβες της Ανοιξης
στις αμμουδιές του κορμιού σου
δροσερό κρασί
έσταξε η ανάσα σου
βάγια στα κατώφλια του Ιερού σου
μου σκούπισες τα δάκρυα
με τα δάκρυά σου…
ένας σταυρωμένος έρωτας
που ανασταίνεται διαρκώς
μέσα στα ορειχάλκινα μάτια σου

Πάσχα…

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010



Χορευτές

Είμαι τυφλός
όσο θυμάμαι τον εαυτό μου

έχω για μάτια δέκα δάχτυλα
και όλους του σώματος τους πόρους
ανοιχτούς
ν' απορροφώ τον κόσμο

δεν θα με πεις γυμνό
μόνο ανυπόδητο ίσως
θέλω να περπατώ στην απειρομήκη τούτη ερημιά
και να την νιώθω στο είναι μου
θέλω να περπατάει κι εκείνη μέσα
στο δικό μου απέραντο…

πάνε χρόνια
δεν θυμάμαι πόσα
που κάποια μέρα
περιπλανώμενος
η δουλειά μου είναι
έφτασα σε τούτο το Ναό
έτσι τον λέω κι ας μην είναι
χωμένος στο κόρφο του Αγνώστου
έρημο τον οσμίστηκα
να μην ανασαίνει
ούτε την αποφορά του χρόνου

δεν περιγράφεται η άφατη χαρά μου
όταν αγκάλιασα
κείνο τον χοντρό κίονα
με τις κάθετες ρυτίδες
να’ρχονται από τον ουρανό
και να μετρούν ως κάτω χαμηλά
το δέος μου
και την απαντοχή μου
έκλαιγα
σα μικρό παιδί
και αγκαλιά κοιμήθηκα κείνο το βράδυ
στη παγωνιά του Απείρου
αλλά ζεστός
στα μέσα μου
πρώτη φορά…

πέρασαν μήνες
πέρασαν λέω
χρόνια
και γύρισα τούτο τον περίπτερο ναό
ολόγυρα
μια θάλασσα από κίονες
ένας ωκεανός σκληρά ποδάρια

πιο μέσα
έλεγα
θα ρθει η στιγμή να πάω πιο μέσα
μπας κι αφουγκραστώ τα σώψυχά του
μπας και με αγγίξει η ανάσα του
κάνε το βήμα
έλεγα στον εαυτό μου
μην το φοβάσαι
το βήμα στα εντόσθιά του…

πέρασαν μήνες
λέω
και χρόνια
ποιος να μετράει το αμέτρητο
και δεν το αποφάσιζα
δειλός ο ερημίτης εαυτός μου
περίμενε την κλήση
κείνη τη μυστήρια αρχαία φωνή
που σε καλεί
που σε πέμπει
που σε ορμηνεύει…
περίμενα
γερνούσα
πέθαινα
για τούτο ζούσα…

τα πόδια μου άλλο δεν βαστούσαν
και ήρθε η ευλογημένη μέρα
που ξύπνησα σαν σε έκρηξη μιας θύελλας στο κεφάλι μου

έλα
το άκουσα ολοκάθαρα
έλα λοιπόν!

Προχώρησα
έψαξα
έβλεπαν τα κουρασμένα δάχτυλα
καλά ακόμα
το έμπα του ναού
σαν στόμα με περίμενε
ορθάνοιχτο
έστησα αυτί
άδειασα το θόρυβο από τα μέσα μου
σταμάτησα το χτύπο της καρδιάς μου
έστησα το είναι μου
και
άκουσα…

έλα
προχώρα!
και μπήκα

…με βήματα ισχνά
με πόδια βρόμικα
με τη ψυχή στο στόμα
μπήκα
και όλο το σύμπαν χόρευε γύρω μου
τούτος ο ναός
ήταν ακόμα ζωντανός!

Ένιωσα χρώματα
και μυρωδιές!
ένιωσα φωτιές
ένιωσα δίχτυα χρόνου
και ανθρώπων ιαχές
τίποτα δεν καταλάβαινα
μονάχα
τι παράξενο
τα πόδια μου αλαφρώναν
σηκώθηκαν από το πάτωμα
το σώμα μου σαν παιδιού μικρού
το ένιωσα να πλημμυρίζει ρώμη
χυνόταν μέσα μου ζωή
ζωή άγρια
με θράσος
με παφλασμό

είσαι έρωτας!
φώναξα
κι ήξερα
πρώτη μου φορά
για τι μιλούσα

τα χείλη μου
συσπάστηκαν σ’ένα μορφασμό πρωτόφαντο
που είχα ξεχάσει
χαμογελούσα
και ύστερα γελούσα
κι άρχισα να χορεύω
να στροβιλίζομαι
να πλημμυρίζω ποταμούς
στις φλέβες μου
να σκάσω πήγαινα
βούτηξα
σε χείμαρρο άστρων
και λίμνες από ασημένιες Νύχτες

οράματα από κοπέλες δροσερές
χτύπησαν τον έφηβο εαυτό μου
κι ένιωσα το μυρμήγκιασμα εκείνο
της ζωής ανάμεσα στα πόδια μου
με διαπέρασαν
καταρράκτες άπληστοι
από εικόνες
πρόσωπα
γνωστά
μα περισσότερο άγνωστα
άνθρωποι
θεοί
άγγελοι
δαίμονες

ζωές
θάνατοι
το χτες
το αύριο
το μηδέν
το ένα…

γέμιζα
ολοένα γέμιζα
χόρευα
ολοένα χόρευα…

το τελευταίο που θυμάμαι
ο δόλιος
είναι το αίμα μου
να αχνοφέγγει
να αλλάζει χρώματα
σαν Βόρειο Σέλας
και να με περιγράφει
ένα δάχτυλο
στο στερέωμα
και κάτω
στο πάτωμα
το άδειο μου κουφάρι
εγώ!

έβλεπα!

σε κλάσματα απειροστών στιγμών
σε μια φωλιά του Άχρονου
ρουφήχτηκα
σαν σκόνη στις ρωγμές των τοίχων
και έβλεπα
ξανά και ξανά
τον γέροντα εαυτό μου
στον πιο τρελό χορό
χοροπηδώντας πάνω στο περίεργο ψηφιδωτό
που στόλιζε ο αρχαίος αυτός Ναός

εμένα
και γύρω μου
χιλιάδες άνθρωποι
χορευτές ακίνητοι
ψηφίδες
κεφάλια
χαμόγελα
μάτια ορθάνοιχτα
χορευτές
όλοι μας χορευτές
κι όλοι ακίνητοι!

Είδα
και χαμογέλασα
ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός

δεν μπόρεσα να μην αναλυθώ
σε κλάματα
σε γέλια
σε κραυγές επίγνωσης!

ο Άνθρωπος
μέσα στο Είναι
ένας χορός
ένας αέναος
τρελός

χορός…

Μαρ2010
φωτο: [Tong Tong] http://1x.com

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010



Ενδιαίτημα

Είχε ο θάνατος του ήλιου
δηώσει όλα τα χρώματα
έμεναν στο φτωχό κόσμο
σαν ίχνος προσδοκίας
ή σαν σκιά του ονείρου
πες το όπως θέλεις
ένα ‘σκοτωμένο’ βιολετί
κι ένα ασθενικό λευκό
παρηγοριά στο πλούσιο κόκκινο
που δεν το πρόλαβα…

ανάσαινες αργά
τι σου συνέβαινε;

η Κυριακή ξεθώριαζε
αργούσε ακόμη η Δευτέρα
όταν η σκεπτομορφή σου
έγινε ύλη ζωντανή
και εκτάθηκε οριζόντια
και κάθετα
μπροστά μου
ήθελα τη μυρωδιά σου
να δέσω το πρώτο σου φιλί
στο χείλος μου επάνω
να έχω για κληρονομιά ζωής
κάτι που πέθαινε
αλλά ευώδιαζε ακόμα…

άγγιξες με τα δάχτυλά σου τις φλέβες μου
πως το κατάφερες;

θυμάμαι το απόλυτο
πρώτο σου χαμόγελο
και βορεινά
στο βλέμμα σου
ξεσπούσε ένας πόλεμος
είχα ματώσει να σε ρουφάω
στιγμή στιγμή
και δεν απομυζούσα
παρά το μεθυσμένο μου αύριο

χρεώστης
όχι οφειλέτης
δεν είχα ακόμη συνείδηση
βλέπεις
πόσο άπληστο είναι το τώρα…

έκανες μια κίνηση
έτσι
γυρνώντας το κεφάλι σου
και μια αύρα Έρωτα
με τύλιξε
ένα πέρασμα Γυναίκας
από το ενδιαίτημα του είναι μου…

τόση ομορφιά
πως δεν με αφάνισε;

Μαρ2010

foto: hejha http://1x.com/

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010



Ανθεστηριώνας

Στενόχωρος Ανθεστηριώνας...

στην ιερή ατραπό
με τις θεηγόρες γραμμές
από τα ίχνη των μυστών
και τις πορφυρές αλουργίδες
της μαγικής εποπτείας των ρόδων
σε άρπαξε αιφνίδια το άρμα του Πλούτωνα
και σε κατέβασε στο σκοτεινό παλάτι

κι όμως
δεν είσαι μόνη

ματώνουν τα χέρια σου
ματώνουν τα μάτια σου
έχεις κρυώσει στο νεύμα
ενός απόμακρου γαλαξία
που δέσμευσε το χαμόγελό σου
αλλά στερεώσου
στο νυν της ανάτασης
κι όσο ετούτη υποστασιάζεται
από την υπερπλήρωση του αιώνιου…

το χέρι της ψυχής σου
δεν σ’εγκαταλείπει…

μαζί σου
εναύλιος
στο φως
εγκύκλιος
στο άπειρο
σύσκηνος
στο άδικο

σε νιώθω…



στην Ευαγγελία Πατεράκη

Μαρ2010

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

13845-fullsize


Πέπλο…

Ο δρόμος αυτός
έμοιαζε με παγωμένο σώμα
πάνω του ξεκουραζόταν
ολόκληρος ο εφηβικός μου ήλιος
τα βλέφαρα είχαν στερεωθεί
σπλαχνικά
σε μια γωνία φιλόξενη
τα χείλη ζωγράφιζαν την προσδοκία
και τα δάχτυλα έδειχναν
στο μόνο που κυοφορεί το Εν
το αλλιώς...

ρίγος…

το ρίγος των χιλίων αιώνων
που ο Άχρονος εισπνέει το σκοτάδι του
μέχρι να το εκπνεύσει πάλι
σάρκινο φως…

περπατούσα μόνος
σε μια απέραντη ολάνθιστη θάλασσα
ακόμη δεν είχες φανεί
κρυβόσουν πίσω από τις αγκύλες του νου
περίμενες
το βήμα μου να γίνει δίψα για έρωτα
το βλέμμα μου
να γίνει χορός ερωτικός
το αίμα μου
να κοχλάσει από τον πυρετό
και είχες δυο μάτια λόγχες
και με κοιτούσες…

αυτός ο δρόμος
μοιάζει με το πέπλο της Ίσιδας
αργολικνίζεται στο σούρουπο της κατάβασης
υπόσχεται την αποκάλυψη
υπόσχεται την χιλιοπόθητη ένωση
με κείνο το άγγιγμα
που απελευθερώνει
που μαχαιρώνει
που λυτρώνει…

ρίγος…

το ρίγος των μυρίων αιώνων
που ο Άνθρωπος
ο γιος του Ανθρώπου
αποποιείται το απρόσιτο
και σαρκώνεται
φιλόδοξα
και λάγνα
στο δέμας του φθαρτού
στο σπέρμα του θνητού
ενηλικιώνεται…

ήρθες
μου κράτησες το χέρι σφιχτά
χαμογελούσες
δεν είπες τίποτα
δεν σπατάλησες σε λέξεις
τούτο που βιώνεται
μονάχα στη σιωπή του Ιερού

και στο αρχαίο

ρίγος…

Φεβ 2010
φωτο [kiti] http://1x.com

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010



Πυρετοί κατιόντες

Οι νεκροί
ήρθαν εφιάλτες
στα χώματά μας
τους υποδέχθηκαν χορεύοντας οι Νύμφες
τους καταγέλασαν οι Άνεμοι
τους περιέπαιξαν οι Σάτυροι
το χρόνο τους πετσοκόψαμε
και τσιμπούσι στήθηκε
θριάμβου
κάτω ακριβώς
απ’τα θεόχτιστα τείχη μας
και την αποφορά τους
θα τραγουδά ο τυφλός ποιητής
εξαγοράζοντας φτηνά
μιαν υστεροφημία βέβαιη
ανάμεσα στους βροτούς

Λοιπόν, απόρθητη
είναι η πόλη μας
αιώνες τώρα…

Ύστερα είδα την Ελένη
άργησα είν’η αλήθεια
ν’ανταμωθώ
με το πέπλο της σιωπής της
ήταν χλωμή
σαν βροχερή αυγή
και νεκροφόρες αύρες
την έλουζαν
σαν πεθαμένο φως
κι όμως
χαμογελούσε
είχε στους λεπτούς της αστραγάλους
δεμένες νεκροκεφαλές
και απ΄το ποδόγυρό της
κρέμονταν
όλες οι λιακάδες μας…

Λοιπόν, ανώλεθρη
είναι η αλαζονεία μας
και περισσεύει αν χρειαστεί
για τον διωγμό μας…

Και λίγο πριν
μας φορτώσουν
στα μαύρα τους πλοία οι Έλληνες
να πουληθούμε ανδράποδα
στις εσχατιές του Αιγαίου
την είδα πάλι
ερχόταν από μακριά
φορούσε ένα διάδημα
από βότσαλα του ιερού μας ποταμού
στα δάχτυλά της
σαν παιγνίδι μικροσκοπικό
ο πρίγκιπας παραληρούσε
μισότρελος ο δυστυχής
και στα σανδάλια της
οι σκύλοι της Εκάτης
ουρούσαν και αφόδευαν
ό,τι ιερότερο αφήσαμε
αχνιστό ακόμα
ν’αναπαύεται
ιχώρ και δάκρυα
επηρμένης νιότης

Λοιπόν, ανόθευτος
θα είναι ο θάνατός μας
κόκκινος
σαν τους σπαραγμούς
των κατιόντων πυρετών μας
κι αν επιμένει ο γέρο-ποιητής
να μας θυμίζει στους αιώνες
τη ντροπή μας
χάρισμά του!
θα’ναι μια δόξα που νεκρανασταίνει πάντα
μονάχα λέξεις…

Φεβ 2010

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010



Υετός

Ένιωσα τα χέρια σου
ζεστό ποταμό
να χύνεται στο είναι μου…

όλα όσα βρήκε
τα παρέσυρε

φύλλα ξερά
από σκέψεις
άκληρες
νεκρά λουλούδια
άγονων στοχασμών
αιώνων σκόνη
άνυδρο φως
αποκαΐδια μοναξιάς
πατημασιές θανάτου…

όλα που συνάντησε
και τράβηξε μαζί του

ένιωσα το βλέμμα σου
πύρινο υετό
ανάσα δράκου
ηφαιστείου βρυχηθμό

σου είπα
μην με λυπηθείς!
στο πέρασμά σου
να γυμνωθώ
λυτρωτικά
όλα μου τα σώματα
ανάλωσε
ώσπου σε μένα
φτάσε!

σε περιμένω!

να βιώσω το ήπαρ της ψυχής μου
ζωντανό…

ύστερα από τόσες ζωές που χάλασα
το απόλυτο τώρα
διάπυρος
στο αεί
φιλοξενώ…

[στην Ε…]

Φεβ 2010