Τετάρτη 5 Μαΐου 2010



Σεμνοί διάλογοι με τον Γυμνό Νύχτιο
  
Εκείνη την ημέρα ο Γυμνός Νύχτιος αποφάσισε να μιλήσει:
          Πάντα αγαπούσα τους ανοιχτούς ορίζοντες.
          Είπες πως αγαπούσες; ...
          Είπα "αγαπούσα"; Γιατί; Το χθες ανήκει στο χθες και η αγάπη δεν συναρτάται από τον χρόνο. Όποιος συναρτά τον χρόνο με την αγάπη, δεν μπορεί να αγαπήσει. Ίσως να θέλει, βαθιά και ειλικρινά, αλλά δεν μπορεί.
          Είναι απλό, αγαπώ τους ανοιχτούς ορίζοντες...
          Είπες τους ανοιχτούς ορίζοντες;
          Είπα "ανοιχτούς ορίζοντες"; Θα πρέπει να μου συμβαίνει κάτι σήμερα και λαθεύω συνεχώς. Μια απλή ρημαδο-φράση με πέντε λέξεις πήγα να σχηματίσω και καταναλώνω καμιά εκατοστή για να διορθώσω τα λάθη μου! Οι ορίζοντες τάχα δεν είναι πάντα ανοιχτοί;
          Οι ορίζοντες είναι πάντα ανοιχτοί... Ακόμη κι εσύ ο ίδιος είσαι ένας ορίζοντας...
          Και μήπως εγώ δεν είμαι αυτός που πάντα ήμουν; Ο Γυμνός Νύχτιος;
          Είσαι πάντα αυτό που ήσουν;...
          Αυτός ο μυστήριος σκηνοποιός από την Ταρσό που λεγόταν Σαούλ και μετά έγινε Παύλος, δεν είναι αυτός που έγραψε κάπου πως "όταν ήμουν παιδί σκεφτόμουν σαν παιδί και έπραττα σαν παιδί και τώρα σαν ενήλικας δρώ και σκέφτομαι σαν ενήλικας;" Άρα, αυτό που έγραψα πριν, πάλι δεν ισχύει! Μα τους χίλιους κουτσοδόντηδες δαίμονες, κάτι έχω πάθει σήμερα, το δίχως άλλο.
          Με μια έννοια αυτό που ήσουν είσαι και σήμερα, με μια άλλη, αυτό που είσαι σήμερα δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που θα είσαι αύριο...
          Έννοιες, πολλές έννοιες. Οι έννοιες συγκρούονται όπως τα συναισθήματα μέσα μας. Κάποιες εποχές είμαι πολλοί, το αισθάνομαι, το νιώθω, δεν είμαι ένας, δεν έχω μια φωνή, ισχυρή και ακλόνητη που να με εκφράζει ολοκληρωτικά, σαρωτικά και ηδονικά! Είμαι πολλές και ασύμμετρες φωνές.
          Η φωνή της παράδοσης, η φωνή της λογικής, η φωνή της γενέθλιας ημέρας σου, η φωνή της καρδιάς σου, η φωνή του θάρρους, η φωνή των αρχαίων δασών, η φωνή των αιώνιων θαλασσών...
          Κι όλες τούτες οι φωνές χωρίς να το επιλέξω, χωρίς να το θελήσω, είμαι εγώ...

           Την επόμενη μέρα ο Γυμνός Νύχτιος, είπε:
          Κάποτε ο πατέρας μου είχε ένα μικρό ιστιοφόρο που το είχε ονομάσει "Όμορφο". Του είπα τότε πως το όνομα αυτό δεν είναι καλό και πως θα έπρεπε να το αλλάξει.
          Αλλάζω γιατί το θέλω ή γιατί με έμαθαν να επιθυμώ την αλλαγή;
          Και ο πατέρας μου το σκέφτηκε και μου απάντησε πως είναι σύμφωνος αρκεί να του πω ένα όνομα που δεν το είχε σκεφτεί ποτέ του.
          Του είπα αμέσως να ονομάσει το μικρό ιστιοφόρο με το ξύλινο κατάρτι και την κίτρινη ίσαλο γραμμή, πως το ωραιότερο όνομα είναι το "Πενθεσίλεια". Ο πατέρας μου έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα εμβρόντητος και μετά έσπευσε να ικανοποιήσει την επιθυμία μου. Όμως δεν πρόλαβε.
          Στο μικρό μόλο που είχε δεμένο τον "Όμορφο" τον περίμενε μια έκπληξη που του στοίχισε τη ζωή του.
          Εκπλήσσομαι όχι γιατί δεν είμαι προετοιμασμένος αλλά γιατί ποτέ δεν ήμουν έτοιμος...
          Η Πενθεσίλεια ή ίδια, η πανέμορφη βασίλισσα των μυθικών Αμαζόνων, με την ασπίδα και το σπαθί της και τους ηλιοκαμένους όμορφους μηρούς της σε κοινή θέα, τον περίμενε καθισμένη στην πλώρη του σκάφους.
          Και μόλις ο σοκαρισμένος πατέρας μου πλησίασε, σήκωσε το σπαθί της και του πήρε το κεφάλι βγάζοντας μια ουρανομήκη κραυγή που τράνταξε τον Όλυμπο και όταν ηρέμησε πριν εξαφανιστεί για πάντα, είπε:
          Κανείς δεν θα βάψει το ιερό όνομά μου σε ξύλο που βρέχεται!
          Πρέπει να μελετάς πολύ καλά τις επιθυμίες των άλλων πριν σπεύσεις να τις ικανοποιήσεις.
          Κανείς δεν τόλμησε ποτέ να αγγίξει ξανά τον "Όμορφο". Τον πούλησα για καυσόξυλα και το θέμα τελείωσε εκεί.

    Πέρασαν χρόνια πριν ο Γυμνός Νύχτιος αποφασίσει να μιλήσει ξανά:       
       Σκέφτομαι όλες αυτές τις μαγικές πόλεις που δεν επισκέφτηκα, που δεν πρόκειται να επισκεφτώ ποτέ.
          Κάιρο, Ρίο Ντε Τζανέιρο, Τόκιο, Κοπεγχάγη, Λάσα...
          Κάθε βράδυ τις επισκέπτεσαι και κάθε πρωί τις νοσταλγείς. Τι είδες, τι γεύτηκες, τι κέρδισες, τι έχασες για πάντα; Τι έχεις μαζί σου που σου θυμίζει τα ταξίδια σου;   
          ...Αμβούργο, Σαγκάη, Βομβάη, Νέα Υόρκη...
          Θα ήθελα να μιλήσω με μια όμορφη κοπέλα από το Μεξικό, να περπατήσω σιωπηλός με έναν γέροντα από την Μανίλα, να δειπνήσω με έναν απλό ιερέα στον Παναμά, να ανταλλάξω ταπεινά δώρα με μια εσχατόγηρη σε κάποια φτωχογειτονιά του Μπουένος Αιρες.
          Έχεις συρρικνωθεί και κλαις, έχεις σταυρωθεί και περιμένεις την ανάστασή σου.
          Πρόσεξε, ο κοσμοπολίτης ποιητής πάντα υπονομεύει τον στοχαστή...
          Και θρηνώ για τα πλοία που βυθίστηκαν και δεν ήμουν επιβάτης. Τουλάχιστον τότε, όλοι θα γνώριζαν πως κι εγώ αποφάσισα να πάω κάπου...

          Και ύστερα από πολύ καιρό, ο Γυμνός Νύχτιος συνάντησε στο Μονοπάτι των Ήλων τον αδερφικό του φίλο Σαρωτή και κάθισαν κάπου απόμερα και συνομιλούσαν.
          Σκέφτομαι πριν μιλήσω. Είναι παράλογο μα συμβαίνει. Πρώτα με σκέφτηκε ο Στερεοχτίστης και ύστερα υπήρξα.
          -Σαρωτή, που ήσουν εχθές; Προχθές; Στο απειρόχρονο χθες;
          -Υπήρχα Γυμνέ Νύχτιε. Απλά δεν είχα ακόμη γεννηθεί.
          -Γνώρισα τον γλυκύ πατέρα σου και συνέφαγα με τα σεμνά παιδιά σου. Χαμογελάς μα ξέρεις πως εκείνα είναι που θα σε σκοτώσουν.
          -Με αγάπη αδελφέ Νύχτιε. Μονάχα με αγάπη.
          -Πόσο είναι δύσκολο να βγαίνουν τούτες οι λέξεις από το στόμα σου! Γνωρίζω πως δεν φοβάσαι. Ποτέ σου δεν εφοβήθης τίποτε.
          -Κι όμως, είναι κάτι που ως κι εγώ το φοβούμαι.
          -Εκείνον;
          -Εκείνον δεν Τον φοβούμαι αγαπημένε Νύχτιε καθώς κι εσύ, όσο γνωρίζω.
          -Μα τότε;
          -Φοβούμαι μονάχα τον Χρόνο. Γιατί ο Χρόνος σαρκώνει και διαιρεί, ο Χρόνος από-ταυτίζει και ανα-λύει. Ο Χρόνος είναι το μοναδικό Του Μέγα Μυστήριο που δεν επιθυμεί να αποκωδικοποιήσει ακόμη. Και ξέρεις γιατί;
          -Υποψιάζομαι. Γιατί κι Εκείνος είναι... πως να το ψελλίσω αδελφέ μου;
          -Να το ψελλίσεις. Ως κι Εκείνος είναι...
          Μα η συζήτηση δεν περατώθηκε ποτέ. Ένα περίεργο και τρομακτικό φαινόμενο έλαβε χώρα και μια απόκοσμη ρουφήχτρα, μπροστά στα δακρυσμένα μάτια του Γυμνού Νύχτιου κατάπιε τον Σαρωτή που από εκείνη τη στιγμή εξαφανίστηκε για πάντα.
          Τίποτε δεν κατέχεις. Ως κι οι σκέψεις σου δεν είναι δικές σου. Το σώμα σου, το αίμα σου, τα όνειρά σου... Μονάχα θάνατο περιέχεις και δειλές υποσχέσεις αθανασίας.
          Μην γίνεσαι ποιητής!
          Σιχαίνομαι τους ποιητές, είναι ριψάσπιδες, θεομπαίχτες, λάγνοι, νοσηροί και αδίστακτοι. Δώσε μου ύλη! Δώσε μου φωτιά! Δώσε μου σάρκα! Δώσε μου πόθο! Μονάχα γρήγορα, μονάχα τώρα!
          Έστω κι αν αυτό το Τώρα αργήσει μια αιωνιότητα...
            
                  Αύγουστος 2004

Κυριακή 2 Μαΐου 2010



Οξύ


Αυτός είναι ένας άρρωστος κόσμος


Χτυπάς τη γροθιά σου στο μαχαίρι και δεν ματώνεις
Γλείφεις το πύο απ’τα τραύματά σου
κι είναι γλυκό σαν μέλι
Θυμάσαι ό,τι σε πλήγωσε και δεν πονάς

Αυτός είναι ένας αλλοιωμένος κόσμος

Παντού μάτια δίχως βλέμματα
Παντού χέρια δίχως αγγίγματα
Παντού αρτηρίες δίχως αίμα

Έχεις παρελθόν
Και ξέρεις πως είσαι ζωντανός
Αγγίζεις το καρπό του έρωτά σου
Και αναρωτιέσαι για τη πηγή του φθόνου
Κλείνεσαι σε ένα δωμάτιο προσευχών
Και εύχεσαι να σε ραβδίσει ο χρόνος
Με το φραγγέλιο της απάθειας
Ένας πικρός καφές
Δεν είναι δηλητήριο
Ένα βλέμμα απόρριψης
Δεν είναι η μοναξιά…

Αυτός είναι ένας σκοτωμένος κόσμος

Σκίζεις τις φλέβες σου
Δεν έχεις αίμα
Οξύ τρέχει απ’το σώμα σου
Δεν το καταλαβαίνεις πια
Πόσο πολύ έχεις πεθάνει…



31-10-2006
Φωτο: Salvation


Πέμπτη 29 Απριλίου 2010



Ο κος Α
Ο ευέλικτος νους
 του μοναχικού ισορροπιστή

Καρδιές κλειστές
και δάκρυα παγωμένα
δεν θέλω να υμνώ
είναι η μοναξιά του ποιητή
μια φυλακή φτιαγμένη από όνειρα νεκρά
είναι η ψυχή του ερημίτη
μια χιονισμένη κορυφή
και απρόσιτη…

Βλέμματα ορφανών παιδιών
και προδομένα δειλινά
δεν το αντέχω να ιστορώ
είναι η μητέρα ενός στρατιώτη
κάστρο που αγναντεύει το θάνατο
είναι το κλάμα ενός περιστεριού
ό,τι απόμεινε από μια κερδισμένη μάχη…

Χέρια που αγγίζουν το κενό
και σώματα που στερεώνουν το τίποτε
κουράστηκα να τραγουδώ
είναι η ανάσα ενός εργάτη στη γη
ιερή σαν αίμα
είναι η προσευχή ενός χαμένου ασώτου
φωτιά σε έναν άδειο ουρανό…
.
.
.
Στο άσπρο
θα αντιστοιχώ πάντοτε το μαύρο
Κάποιες φορές
που θα είμαι γκρι
θα είμαι αθέατος
κρυφός θα είμαι απ’όλους

Στο αχανές
πάντα θ’αντιστοιχώ
εσένα

Στο μαύρο
πάντα θ’ αντιστοιχώ το άσπρο
Αν τύχει σκιές να αδράξω από γκρι
θα είμαι δόνηση
θα είμαι μουσική
και θα σωπαίνω

Στο άπειρο
θα αντιστοιχώ
πάντα εσένα

Στη νύχτα
έμαθα να αντιστοιχώ το πρωινό
μα κάποτε δεν είμαι νύχτα
ούτε αυγή
κάποτε είμαι απλά ένα φεγγάρι φωτεινό
κι άλλοτε ένας θλιμμένος ήλιος
Κι όταν χρειάζομαι κι άλλο λευκό
κι όταν μου λείπει φως για να υπάρξω
θα το δανείζομαι από σένα

Έμαθα στην αγάπη
να αντιστοιχώ
μόνο αγάπη…
.
.
.

Ο κος Α
γεννήθηκε απλά
χωρίς θορύβους
κι είναι γι’αυτό
αόρατος σχεδόν
και τυχερός
που δεν υπάρχει για κανέναν…

Ο κος Α
αναγνωρίζει στον ήλιο τον εαυτό του
αλλά δεν είναι ποιητής
γιατί αγνοεί πράγματα στοιχειώδη
όπως τι είναι «λέξη» και τι «πρόταση»
και τι «σημείο στίξης»

Ο κος Α
όμορφα
και συνειδητά
απλά
υπάρχει…

Ο κος Α
είναι με τη Νύχτα
αξεχώριστος
κι όμως
δεν είναι μάγος
γιατί δεν έμαθε πράγματα βασικά
όπως τι είναι «μαγεία»
και «πανσέληνος»
και «άνθος του κακού»

Ο κος Α
όμορφα
ροϊκά
πολύ απλά
υπάρχει…
.
.
.
Ο κ. Α είπε:
Το όνομά μου αρχίζει από Α. Για την ακρίβεια, το όνομά μου είναι το Άλφα, Και από Α αρχίζουν λέξεις που αγαπώ. Όπως η λέξη αγώνας και η λέξη άγνωστο. Όπως η λέξη απρόοπτο και η λέξη άνθρωπος. Ναι, το όνομά μου είναι το Άλφα. Και έτσι συστήνομαι.

Και ο κ. Α είπε επίσης:
Κληρονόμησα τον άνθρωπο και αυτόν κληροδοτώ. Τίποτε άλλο δεν γνωρίζω εκτός από αυτό. Δεν είμαι ευτυχισμένος ούτε δυστυχισμένος. Δεν είμαι ασήμαντος ούτε σημαντικός. Δεν είμαι γεμάτος ούτε κενός. Είμαι απλά προορισμένος να είμαι. Και αυτό προσπαθώ να ανιχνεύσω σε κάθε μου βηματισμό.
Αποτελούμαι από φωτιά. Πολεμώ ό,τι με απειλεί αλλά δεν μπορώ να σκοτώσω. Θέλω να μάθω πως μπορώ να ισορροπώ ανάμεσα στο άπειρο και στη στιγμή. Θέλω να μάθω γιατί είμαι αχανής και γιατί είμαι πεπερασμένος.

Αποτελούμαι από νερό. Αγκαλιάζω το χτες με το σήμερα και είμαι ποτισμένος μονάχα από την προσδοκία του αύριο. Είμαι ροϊκός και ταυτόχρονα συμπαγής.
Αποτελούμαι από αέρα. Αλλάζω διαρκώς, κινούμαι, ελίσσομαι, μεταμορφώνομαι κι αυτό με ανανεώνει, με αναγεννά, με εμπλουτίζει.
Αποτελούμαι από γη. Στο πέρασμα των χιλιετηρίδων μαθαίνω τον εαυτό μου, στο πέρασμα των αιώνων αιχμαλωτίζω γνώση και επιβιώνω.
Είμαι τετραπλός και ενιαίος.
Μαθαίνω από εκείνα που περιέχω κι αυτά που περιέχουν εμένα.

Ο κ. Α μίλησε πάλι:
Έμαθα μικρός πως ο φόβος χαλυβδώνει την θέληση.
Έμαθα έφηβος πως το σώμα μου είναι κάτι άλλο απ'το κορμί μου.
Έμαθα νέος πως έχει γλώσσα ο νους και η καρδιά.
Έμαθα ώριμος πως ο χρόνος είναι το μοναδικό που δεν σου δανείζεται γιατί δεν μπορείς να το επιστρέψεις.
Έμαθα γέρος πως αν ζεις τη κάθε στιγμή είσαι αθάνατος.
Έμαθα να πεθαίνω για κάθε τι που τελειώνει.
Κι έμαθα να ζω για κάθε τι που αρχίζει.

Ο κ. Α είπε μετά:
Κάποτε ερωτεύτηκα βαθιά και πληγώθηκα πολύ. Επειδή πληγώθηκα γνώρισα τον πόνο. Επειδή πόνεσα πολύ γνώρισα την μοναξιά. Επειδή έμεινα μόνος αναζήτησα το Θεό.
Αναζητώντας το Θεό, ανακάλυψα τον εαυτό μου.

Μου αρέσει να εξερευνώ τις εποχές.
Τον χειμώνα γίνομαι εσωστρεφής και συρρικνώνομαι. Συσσωρεύω ενέργεια και μιλώ με τον εαυτό μου.
Την άνοιξη γίνομαι εξωστρεφής και εκδιπλώνομαι. Αγκαλιάζω την δημιουργία και ανθίζω ξανά.
Το καλοκαίρι ερωτεύομαι το φως και γίνομαι φως. Στερεώνω το βηματισμό μου και γίνομαι ακέραιη δράση.
Το φθινόπωρο υποδέχομαι τον πόθο του θανάτου και της ολοκλήρωσης. Ξέρω πως εναρμονίζομαι με την αρνητικότητα και αυτό με κάνει ακόμη δυνατότερο.

Έχω πολλά ονόματα. Έχω το όνομα του πνεύματος και το όνομα της ψυχής. Έχω το όνομα της καρδιάς και το όνομα του σώματος. Με καλούν και ακούω, με επικαλούνται και υπακούω. Το όνομά μου είναι ένας ήχος, μια μελωδία. Όποιος την γνωρίζει είμαι δικός του. Και είναι ολόκληρη η ζωή μου μια λαχτάρα να ακούσω τη μελωδία που θα έρθει σε συνήχηση με τη δική μου.

Είμαι μυστικός. Γιατί η αλήθεια δεν κατοικεί στο προφανές, όπως ο πλούτος των ωκεανών δεν είναι στην επιφάνεια. Είμαι μυστικός γιατί έχω πτυχώσεις, ρυτίδες και ασυνέχειες. Είμαι μυστικός γιατί σιωπώ όταν πρέπει να μιλήσω και μιλώ όταν πρέπει να σιωπώ.
Είμαι μυστικός γιατί είμαι ερωτευμένος με την αλήθεια.

Ο κ. Α είπε ξανά:
Είναι πολλά που οφείλω να σέβομαι.
Είναι αρκετά που αξίζει να φοβάμαι.
Είναι μερικά που είναι καλό να αποφεύγω.
Είναι λίγα που είναι αναγκαίο να αποστρέφομαι.
Δεν υπάρχει τίποτα απ'όλα αυτά που να μην περιέχω.

Τα παιδιά είναι η απόλυτη έκφραση.
Οι έφηβοι είναι η καθαρή δράση.
Οι ενήλικες είναι η δραστηριότητα.
Οι ώριμοι είναι η δημιουργία.
Οι γέροντες είναι ο απολογισμός.

Ο κ. Α είπε πάλι:
Θέλω να γράψω αυτά που σκέπτομαι.
Θέλω να μιλήσω γι'αυτά που με πονούν.
Θέλω να εκφράσω αυτά που με πλημμυρίζουν.
Θέλω να φωνάξω γι'αυτά που με οργίζουν.
Θέλω να κραυγάσω γι'αυτά που με σκοτώνουν.

Κι έτσι ο κ. Α έμεινε σιωπηλός.
.
.
.

Η ευελιξία
Το σχήμα
Η κίνηση
Το βήμα

Είναι το να αποκτάς συνείδηση του χρόνου σου
Είναι το να υιοθετείς του κόσμου τον ρυθμό
Είναι το να ζηλεύεις στα άμορφα την απειροσύνη
Είναι το να ποθείς στα άχρονα την αθανασία…

Η αλήθεια
Το πρόσωπο
Το ένα
Το κανένα

Και μόνος συνεχίζεις
Μόνος εκπυρώνεσαι
Μόνος σου πολιορκείς
Μόνος σου αλώνεσαι

Η κίνηση
Η μουσική
Το έναυσμα
Το χρώμα

Είναι το να εκπλήσσεις
Κι όχι μόνο να εκπλήσσεσαι
Είναι το πληρώνεις
Κι όχι μόνο να πληρώνεσαι

Είναι ποτέ να μην σκοτώνεις
Ακόμη κι αν σκοτώνεσαι

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010





Το ίχνος σου
σαν μικρό παιδί
πήρα απ’το χέρι

και περπατούσαμε μαζί
στο σούρουπο
δίπλα στη θάλασσα
που τόσο αγαπάς

χαμογελούσαμε
κόντρα στη νύχτα που ερχόταν
θα’ναι μεγάλη;
με ρώτησες

δάκρυσα
νομίζω

όχι
όχι μεγαλύτερη
απ’τον ήλιο της αυγής
που μας περιμένει…


[στην Ε]

απρ2010

foto: Awakening

Δευτέρα 19 Απριλίου 2010





Προκυμαία

Προχωρούσα
στη προκυμαία της νύχτας
τα κύματα
ήταν άνθρωποι
στόματα ορθάνοιχτα
μάτια βγαλμένα
άδειες κόγχες
που αιμορραγούσαν

σφιχταγκαλιασμένοι
οι ζωντανοί
με τους νεκρούς
σε μια μολυσμένη ερωτική επαφή
του αιώνιου
με το φθαρτό
αντάλλαζαν ηδονικά
σπέρματα φρίκης
οράματα ριπαίου χρόνου
και ακαθαρσίες φωτός
   
φωνή δεν άκουγα
μονάχα γέμιζα
τον αρχαίο πόνο
που με πλημμύριζε σαν λάσπη
και δυσφορούσα

στη παλάμη μου ένιωσα
ένα χέρι παιδικό
γύρισα και είδα
ένα αγόρι
με στήθη γυναικεία
με ουρά ψαριού
να με κοιτάζει λαίμαργα
να με απορροφά
σ’ ένα φωτοστέφανο που ανάπνεε
είμαι ένας ανήλικος ήλιος
μου είπε
και ήταν η φωνή του συριγμός
σαν δελφινιών φωνή
που μου τρυπούσε το κεφάλι…

κάποια μέρα θ’ ανατείλω
όμως ο κόσμος θα είναι πια νεκρός
κι έτσι μονάχος θα λουστώ όλο το ακριβό μου αίμα
δεν είναι ένας αφόρητος λυγμός;

τα λόγια του ακολούθησε
ένα γέλιο που σάρκαζε το χρόνο
ένας παραφρονικός ρυθμός
που άλλο δεν άντεχα

ξύπνησα έντρομος

το στόμα μου ήταν ανοιχτό
σ’ένα μορφασμό παράξενο
μάτια δεν είχα
αιμορραγούσα από τις μαύρες κόγχες μου
γύρω μου
παλλόταν
το ένιωθα
ένας ανθρωποκεανός
κάποιος νεκρός
το ήξερα
άγνωστο πως
σερνόταν ήδη
πάνω σε κάτι που έμοιαζε
με προκυμαία

ερχόταν
για να δεθεί αιώνια μαζί μου

ούρλιαξα
άηχος τρόμος
κλινικά νεκρός

μια μέρα
θα με περιμένεις;
θ’ ανατείλω
όμως θα είσαι πια νεκρός
κι έτσι μονάχος θα απλωθώ
ως τ’ακροδάχτυλα του εαυτού σου
θα το αντέξεις;

δεν είναι όλο τούτο
πες μου
ένας αφόρητος λυγμός;

Απρ2010


φωτο: out of time
© adolfo aievoli